Category Archives: Λαογραφικά

Πρόσκληση του Χορευτικού Συλλόγου Αλιάρτου


πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ – Ο ΡΟΛΑΤΖΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΡΑΓΟΥΜΑΝΟΣ


Ο Ρολατζής
Ο ρολατζής ήταν ο κατασκευαστής ρολών παραθύρων και πορτών. Ο κατασκευαστής ρολών παραθύρων κοντεύει και αυτός να εξαφανιστεί γιατί στα παράθυρα στις νέες κατασκευές χρησιμοποιούν αλουμίνια και σιδερένια τελάρα. Μέσα σε αυτά τοποθετούν χονδρά τζάμια. Πολλές φορές αυτά τα τζάμια είναι ερμητικά κλειστά. Δεν ανοίγουν ποτέ. Πλένονται απ’έξω.
Δεν χρειάζεται να μπαίνει αέρας απ’έξω γιατί υπάρχουν τα κλιματιστικά μηχανήματα και έτσι όλα έχουν νέα χρήση και κατασκευή. Στα γαλλικά πάλι παράθυρα δεν χρειάζονται πλέγματα. Ετσι μας έμεναν τα εξώφυλλα με ρολά ξύλινα.Αυτά είχαν ειδική κατασκευή γιατί έπρεπε να κλείνουν και να ανοίγουν. Δεν υπήρχαν σχισμές στους τοίχους να μπαίνουν μέσα με το άνοιγμα,όπως γίνεται στα αλουμίνια. Η εφεύρεση λοιπόν των ρολών ήταν πολύ σπουδαία και έλυνε πολλά προβλήματα…

Εκείνο που σταμάτησε, ήταν το επάγγελμα του ρολατζή με την παλιά τεχνολογία με σιδερένια πλέγματα. Η λογική ήταν ίδια με των ρολών των παραθύρων, αλλά τα υλικά και τα μεγέθη διέφεραν. Υπήρχαν ρολά με δικτυωτά πλέγματα και ρολά με λαμαρίνα. Τα δικτυωτά ήταν από χονδρό πλέγμα έτσι που να είναι ασφαλείας. Μπορούσαν όμως οι κακοποιοί να κόψουν τα πλέγματα με ειδικά ψαλίδια. Ετσι αναγκάζονταν οι καταστηματάρχες να βάζουν αδιαφανή ρολά ώστε να μη βλέπει ο περαστικός τί γίνεται μέσα. Επιπλέον μπορούσαν να προστατέψουν και από φωτιά το κατάστημα.
Τώρα όλα αυτά ανοίγουν, όπου υπάρχουν με τηλεκοντρόλ. Ετσι στα γκαράζ δεν χρειάζεται να κατεβαίνει ο οδηγός να ανοίξει. Με ένα πάτημα του κουμπιού όλα τακτοποιούνται. 

Ο Δραγουμάνος
Δραγουμάνος είναι ο διερμηνέας. Μέγας δραγουμάνος ήταν τιμητικό αξίωμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, που δόθηκε σε πολλούς Ελληνες. Ο δραγουμάνος λοιπόν ήταν ο μεταφραστής.
Η δουλειά τους ήταν πραγματικά χρήσιμη γιατί αυτοί οι διερμηνείς μετέφεραν εντολές σε ξένους στρατιώτες, επισκέπτες και όπου τέλος πάντων χρειαζόταν συνεννόηση. Μετέφραζαν έγγραφα, έγραφαν εντολές και γενικά ήταν μεσάζοντες σε συμφωνίες και εντολές.
Σήμερα φυσικά υπάρχουν διερμηνείς αλλά δε λέγονται δραγουμάνοι.
Είναι πιό εύκολη η δουλειά τους γιατί οι υπηρεσίες που χρειάζονται μεταφράσεις έχουν μεταφραστικό τμήμα με πολλούς και ικανούς υπαλλήλους.Υπάρχουν δυνατότητες μέσω κομπιούτερ να γίνονται απ’αυθείας και παράλληλα οι μεταφράσεις και πιό πολύ ακόμη να τυπώνονται και να στέλνονται απ’ευθείας σε όλον τον κόσμο.
Η στενογραφία που ήταν και αυτή είδος γραφής και μετάφρασης γίνεται ηχητικά και οπτικά και έτσι και οι στενογράφοι πήγαν στο περιθώριο. 

laografos.pblogs.gr

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ – Ο ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ ΚΑΙ Ο ΜΩΣΑΪΚΑΤΖΗΣ


Ο Πετιμεζάς
Ο πετιμεζάς ήταν ο παραγωγός και πωλητής του πετιμεζιού.Το πετιμέζι είναι παράγωγο του μούστου. Για να κατασκευαστεί το πετιμέζι παίρνουμε μούστο και τον κόβουμε με στάχτη. Αυτό το κόψιμο γίνεται όταν βράσουμε το μούστο με τη στάχτη. Η δριμή που υπάρχει στη στάχτη ξεχωρίζει τα συνδετικά υλικά που έχει ο μούστος. Μετά από πολλά βρασίματα κατακάθεται η στάχτη και παίρνουμε τον μούστο-πετιμέζι. Γίνεται επί πλέον βράσιμο να φύγει το νερό και να μείνει πλέον μόνο το ζαχαρένιο πετιμέζι.
Με αυτό πολλά νοικοκυριά, την εποχή που δεν υπήρχε ζάχαρη, έλυναν το πρόβλημά τους.Το πρώτο προϊόν ήταν η μουσταλευριά. Εάν είναι πετυχημένη είναι περιζήτητη. Τα μουστοκούλουρα και αυτά είναι περιζήτητα. Εμείς βάζαμε πετιμέζι στο χυλό, στη φέτα το ψωμί και το τρώγαμε όπως τρώμε το μέλι. Οιπρακτικοί γιατροί έδιναν μείγματα ουζου, λαδιού, μούστου και άλλων προσμείξεων στους άρρωστους…


Σήμερα είναι σε δεύτερη μοίρα γιατί υπάρχει ζάχαρη σε φτηνή τιμή. Αμπέλια πολλά δεν υπάρχουν. Τα κρασιά βγαίνουν στους συνεταιρισμούς και στα εργοστάσια και έτσι οι νυκοκυρές δυσκολεύονται να το κατασκευάσουν. Δεν υπάρχει υπαίθριος χώρος για τα αστικά νοικοκυριά. Δεν υπάρχουν τα κατάλληλα μαγειτρικά σκεύη και πολλά άλλα.

Δεν υπάρχει τούτο, δεν υπάρχει εκείνο, άρα τι έννοια έχει η ύπαρξη του πετιμεζά.
 Ο Μωσαϊκατζής

Το μωσαϊκό,όπως το λέει και η λέξη είναι κατασκεύασμα από ψηφίδες και συνδετικά υλικά. Τα μωσαϊκά είναι παλαιά εφεύρεση και υπήρχαν και στην Αρχαιότητα. Στα Ρωμαϊκά λουτρά υπήρχαν μωσαϊκά. Την μεγάλη τους όμως ανάπτυξη την πήραν στη Βυζαντινή εποχή που οι χριστιανοί ζωγράφιζαν με ψηφίδες. Εκαναν τέλεια σχέδια και φιγούρες. Οι ψηφίδες δεν ήσαν χρωματισμένες πέτρες αλλά φυσικές έχρωμες.Τις έκαναν κοματάκια διαφόρων μεγεθών που να μπορούν να χρησιμοποιούνται είτε ατόφια είτε με ελάχιστες επεμβάσεις. Ολα τα υλικά τα ανέβαζαν στα πατώματα είτε με παλάγκο, είτε με ζεμπίλια, είτε με τενεκέδες. Δουλειά δύσκολη και κουραστική.

Η τεχνική αυτή αργότερα γινόταν με μηχανήματα. Ετσι έπαψαν τα σχέδια και αφού υπήρχε το τσιμέντο για να ομορφήνει το επένδυαν με μωσαϊκό. Οι ψηφίδες μαζί με άσπρο, κόκκινο, η κανονικό τσιμέντο στρώνονταν στο πάτωμα και με το μηχάνημα χτυπιόντουσαν να πάρουν τη θέση τους στο πάτωμα ή στο έδαφος. Λειαίνονταν κατόπιν και έτσι καμάρωναν οι ιδιοκτήτες.

Σήμερα που βγήκαν τα εγχώρια ή εισαγόμενα πλακάκια, πλάκες Καρύστου και ντόπιες,τα μωσαϊκά πήγαν σε τρίτη ή τελευταία μοίρα. Δεν νομίζω κανείς τώρα να στρώνει το σπίτι του με μωσαϊκό.

Μωσαϊκά με βότσαλα και κοχύλια και πάντα με σχέδια κάνουν στις αυλές των σπιτιών και επαύλεων μόνο για διακοσμητικούς σκοπούς. Αλλοι κάνουν ψάρια, χταπόδια, ελάφια, φίδια, πουλιά και ότι φαντασθεί το μυαλό του καλλιτέχνη μωσαϊκατζή. Ο μωσαϊκός ή μωσαϊκατζής με την παραδοσιακή έννοια τελείωσε και μάλλον για πάντα.

Αμα έπρεπε να τελειώσει ακόμη και με λάμπα δούλευε για να μη του ξεραθεί το κράμα. Ο βοηθός του όμως που δεν καταλάβαινε από τέποια φώναζε γκρινιάρικα.
Αφεντικό σήμερα θα φύγουμε ή αύριο!!!

Και το αφεντικό του έλεγε.Θα πείς τούτο το τραγουδάκι και θα τελειώσουμε.
Γύρισα πόλεις και χωριά
Είδα θεριά και φίδια
Ποτέ μου δεν συνάντησα
Ζεμπίλι με α…πίδια

laografos.pblogs.gr

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ – Ο ΠΕΤΡΟΠΕΛΕΚΑΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΗΡΟΠΛΑΣΤΗΣ


Ο ΠΕΤΡΟΠΕΛΕΚΑΝΟΣ / ΓΛΥΠΤΗΣ

Πελεκάνος είναι εκείνος που πελεκάει μιά πέτρα να της δώσει κάποιο σχήμα. Μπορεί να την κάνει αγκωνάρι γιά γωνίες σπιτιών, μπορεί να την κάνει πέτρινο γουδί, γούρνα, σκάφη και άλλο διακοσμητικό είδος. Από αυτόν τον πετροπελεκάνο ξεκίνησαν και οι γλύπτες. Αυτοί παίρνουν πιο μαλακό υλικό από την πέτρα, όπως είναι το μάρμαρο και κάνουν τα αγάλματα και τις προτομές. Σήμερα φυσικά που με το ρεύμα δουλεύουν πολλά μηχανήματα και εργαλεία τα πράγματα είναι πιό εύκολα. Τότε δούλευαν με το σφυρί και το καλέμι να φέρουν στα μέτρα τους τις πέτρες που έβγαζαν με τα φουρνέλα οι φουρνελάδες.

Λέμε ότι ο γλύπτης σμιλεύει, δηλαδή δουλεύει με τη σμίλη κοπίδι, σκαρπέλο, κάποιον πέτρινο όγκο. Το τί θα βγεί από εκεί πολλές φορές εξαρτάται από το σχήμα της πέτρας…


Στην αρχαιότητα οι χτίστες έχτιζαν τις πέτρες χωρίς καμμία επεξεργασία. Αργότερα διόρθωναν τα ελαττώματά τους και τις πελεκούσαν να πάρουν την μορφή που χρειαζόταν ο χώρος για τον οποίον προορίζονταν. Οι πετροπελεκάνοι έφταναν σε τέτοιο σημείο τελειότητας που να κάνουν έργα που να προκαλούν τον σημερινό θαυμασμό για τις γνώσεις και την τελειότητά τους. 

Ολόκληρος Παρθενώνας χτίστηκε από την τεχνική των γλυπτών και των πετροπελεκάνων.

Στα χρόνια μας και πριν, οι πρώτοι και καλύτεροι πετροπελεκάνοι και χτίστες ήσαν οι Λαγκαδιανοί στην Πελοπόννησο και πολλοί άλλοι στα νησιά μας.
 

Ο Κηροπλάστης

Οι φαρνατζήδες έκαναν μαζί με τόσα άλλα  και τους δίσκους με τις τρύπες που χρησιμοποιούσαν οι κηροπλάστες. Από κάθε τρύπα οι κηροπλάστες κρεμούσαν και από μία κλωστή επιθυμητού μεγέθους. Έριχναν το λειωμένο κερί στο δίσκο και αυτό έρεε στις κλωστές. Πάγωνε και σχημάτιζε τα κεράκια. Αν τούτο επαναλαμβανόταν πολλές φορές το κερί έβγαινε πιο χοντρό.
Για τις λαμπάδες, απλούστατα έβαζαν πιο μακριά σκοινιά τα οποία βύθιζαν σε καλούπια – σωλήνες γεμάτες με λειωμένο κερί. Σε κάθε επανάληψη βυθίσματος η λαμπάδα πάχαινε κατά ένα με δύο χιλιοστά.
Για να κάνουν όμως πολλά κεριά χρησιμοποιούσαν τετράγωνα καλούπια που τα γέμιζαν με πολλά σκοινιά και τα βύθιζαν σε καυτό κερί. Στο τέλος αφού κρύωνε το κερί στα σκοινιά, τα έκοβαν και τα συσκεύαζαν. Ετσι τα κεριά ήταν έτοιμα γιά το εμπόριο. Τώρα που είναι πιο σπάνιο το γνήσιο κερί χρησιμοποιούν παραφίνες και πολλά άλλα υλικά. Τα χρωματίζουν και κάνουν χιλιάδες είδη κεριών γιά διάφορες χρήσεις. 

laografos.pblogs.gr

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΣΧΑ


Το Πάσχα είναι η μεγαλύτερη γιορτή των Ορθοδόξων Χριστιανών και η πιο πλούσια σε έθιμα. Η λέξη “Πάσχα”, προέρχεται από το Εβραϊκό “Πασάχ” που σημαίνει “Πέρασμα”. Οι Εβραίοι γιορτάζουν το “Πασάχ” στην ανάμνηση της απελευθέρωσης τους από τους Αιγύπτιους και το πέρασμα από την Ερυθρά Θάλασσα, ενώ οι Χριστιανοί γιορτάζουν την Ανάσταση του Χριστού και το πέρασμα από τον θάνατο στη ζωή… 
Η αντίστοιχη ελληνική λέξη για το “Πάσχα” είναι “Λαμπρή” γιατί η μέρα της Ανάστασης του Χριστού είναι μια μέρα γεμάτη χαρά και ευεξία. Το Πάσχα είναι μια κινητή γιορτή. Ο εορτασμός γίνεται την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. Το Πάσχα είναι η πιο ιερή μέρα των ελληνικών εορτών, αλλά και η πιο χαρούμενη, μια γιορτή της άνοιξης και της αναγέννησης (κατά την κυριολεκτική αλλά και την μεταφορική της έννοια). Οι Έλληνες γιορτάζουν το Πάσχα στην εξοχή, συνήθως στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. 
 
Σαρακοστή

Οι σαράντα μέρες της Σαρακοστής, που ξεκινάνε την Καθαρά Δευτέρα, είναι η περίοδος προετοιμασίας για το Πάσχα. Σε αυτή την περίοδο οι άνθρωποι προετοιμάζουν τους εαυτούς τους για την Αγία μέρα της Ανάστασης του Χριστού, το ελληνικό ορθόδοξο “Πάσχα”. Οι 40 μέρες νηστείας είναι μια άσκηση για το σώμα και το πνεύμα. Πολλές παραδόσεις αυτών των ημερών δίνουν έναν πολύ ιδιαίτερο χαρακτήρα στο ελληνικό πάσχα. Οταν είμαστε μικρά παιδιά, συνηθίζαμε να ζωγραφίζουμε την Σαρακοστή σαν μια κυρία με 7 πόδια και χωρίς στόμα, συμβολίζοντας έτσι την περίοδο της νηστείας όπου δεν καταναλώνονταν καθόλου κρέας, γάλα, αυγά ή ψάρι και τις Τετάρτες και τις Παρασκευές ούτε το ελαιόλαδο. Στο τέλος κάθε εβδομάδας, κόβουμε ένα πόδι της Κυράς-Σαρακοστής και το τελευταίο πόδι είναι η Μεγάλη Εβδομάδα.

Η μόνη μέρα που επιτρέπεται να καταναλωθεί ψάρι είναι η 25η Μαρτίου, η μέρα που ο αρχάγγελος Γαβριήλ ανακοίνωσε στην Παρθένο Μαρία ότι θα γεννήσει τον Χριστό. Αυτή η μέρα είναι επίσης εθνική εορτή για την Ελλάδα γιατί το 1821 ξεκίνησε ο αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία από τους Τούρκους.

Ανεξάρτητα από την ημέρα που γιορτάζουμε το “Πάσχα”, η Σαρακοστή βρίσκεται εν μέρει πάντα μέσα στον Μάρτιο. Για αυτό λέμε, “Λείπει ο Μάρτης από την Σαρακοστή;” Αυτή η φράση χρησιμοποιείται για ανθρώπους που προσπαθούν να είναι παρώντες σε κάθε σημαντικό γεγονός.
Κατά την διάρκεια της Σαρακοστής δεν γίνονται γάμοι στις εκκλησίες.
Το Σάββατο του Λαζάρου

Η τελευταία μέρα της Σαρακοστής είναι το Σάββατο του Λαζάρου. Ο Λάζαρος ήταν ένας πολύ καλός φίλος του Χριστού και η ανάσταση του από τον Χριστό ήταν ένα σημάδι για την δική Του Ανάσταση μετά από μία εβδομάδα. Αυτήν την μέρα, σε κάποια χωριά, οι γυναίκες ψήνουν μικρά ψωμιά στο σχήμα ανθρώπινου σώματος, τα “λαζαράκια” και τα παιδιά πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν τα κάλαντα του Λαζάρου. Την Παρασκευή πριν το Σάββατο του Λαζάρου τα σχολεία κλείνουν για δύο εβδομάδες!
Μεγάλη Εβδομάδα
Κυριακή των Βαϊων (Βαϊοφόρος)
Η Κυριακή των Βαϊων είναι η αρχή της Μεγάλης Εβδομάδας. Το πρωϊ, όλες οι εκκλησίες προσφέρουν βάγια θυμίζοντας έτσι την θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στην Ιερουσαλήμ, πριν τα Πάθη του. Επιτρέπεται η κατανάλωση του ψαριού. Μόνο για να βρούμε την δύναμη να συνεχίσουμε την νηστεία για άλλες 6 μέρες. Το απόγευμα της Κυριακής των Βαϊων και κάθε απόγευμα της Μεγάλης Εβδομάδας, οι άνθρωποι πηγαίνουν στην εκκλησία και παρακολουθούν την “Ακολουθία του Νυμφίου”, μια ιδιαίτερη λειτουργία.
Μεγάλη Δευτέρα
Ξεκινάμε να ψωνίζουμε για τα καλούδια που θα ετοιμάσουμε τις επόμενες μέρες. Το αρνί, τα αυγά, κτλ. Το απόγευμα πάμε στην εκκλησία.
Μεγάλη Τρίτη
Οι προετοιμασίες ξεκινούν και η νηστεία συνεχίζεται. Το απόγευμα στην εκκλησία ακούμε τον ύμνο της Κασσιανής.
Μεγάλη Τετάρτη
Την Μεγάλη Τετάρτη, γίνεται το Μέγα Ευχέλαιο ενώ οι πιστοί γονατίζουν πριν οι ιερείς τους χρίσουν με το Άγιο Λάδι για να να λάβουν συγχώρεση. Το απόγευμα, στις εκκλησίες, το θέμα της λειτουργίας είναι το “Πλύσιμο των ποδιών των Μαθητών” που γίνεται σε πολλά μέρη. Για παράδειγμα, στην Πάτμο στήνεται μια εξέδρα στην πλατεία της πολής. Κατά την λειτουργία, που διαρκεί περίπου μιάμιση ώρα, ο ιερέας που “παίζει τον ρόλο” του Χριστού, πλένει τα πόδια δώδεκα μοναχών -οι μαθητές- μια μίμηση της πράξης του Χριστού πριν την Σταύρωση Του.
Μεγάλη Πέμπτη
Οι προετοιμασίες για τον εορτασμό της Ανάστασης ξεκινούν την Μ.Πέμπτη. Οι νοικοκυρές φτιάχνουν παραδοσιακά τσουρέκια, αυγοκούλουρα, κουλούρια ούζου και χρωματιστά αυγά (κυρίως κόκκινα). Από την αρχαιότητα το αυγό συμβολίζει την αναγέννηση της ζωής και το κόκκινο χρώμα συμβολίζει το αίμα του Χριστού. Στο παρελθόν, οι άνθρωποι συνήθιζαν να τοποθετούν το πρώτο αυγό στο εικοναστάσι του σπιτιού για να δίωξουν τα κακά πνεύματα. Σε κάποια χωριά συνήθιζαν να μαρκάρουν το κεφάλι και την πλάτη των νεαρών αρνιών με την μπογιά από τα αυγά. Επίσης κρατούσαν μία από τις μεγάλες στρογγυλές κουλούρες της Μ.Πέμπτης στις εικόνες, για να προστατέψουν τα μέλη της οικογένειας από τα μάγια.

Το πρωϊ της Μ.Πέμπτης, ομάδες παιδιών επισκέπτονταν τις γειτονιές της πόλης, κρατώντας καλαθάκια, τραγουδώντας και μαζεύοντας λουλούδια για να διακοσμήσουν τον επιτάφειο του Χριστού. Ο στολισμός του Επιταφείου γίνεται τις πρώτες πρωϊνές ώρες, μετά την τελετουργία της Σταύρωσης. Είναι έθιμο να μένουν οι γυναίκες στην εκκλησία και να τραγουδούν παραδοσιακά μοιρολόγια. Το απόγευμα στις εκκλησίες γίνεται η λειτουργία των 12 Ευαγγελίων και η αναπαράσταση της Σταύρωσης του Χριστού. Οι πιστοί προσφέρουν στεφάνια σε Αυτόν.
Μεγάλη Παρασκεύη
Η Παρασκεύη είναι η πιο ιερή από τις μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας, η μέρα της αποκορύφωσης των Παθών του Χριστού με την αποκαθήλωση και την ταφή Του. Στην Ελλάδα τα μαγαζιά είναι κλειστά μέχρι τις 12 το μεσημέρι. Με το τέλος της “Αποκαθήλωσης” ξεκινά η διαδικασία του θρήνου μεταφέροντας ένα ομοίωμα του σώματος του Χριστού. Κατά την διάρκεια της αναπαράστασης της αφαίρεσης του σώματος του Χριστού από τον Σταυρό ραίνεται με ροδοπέταλα και τοποθετείται στον ιερό βωμό. Όλη μέρα οι καμπάνες της εκκλησίας κτυπούν με πένθιμο κτύπο. Επειδή είναι ημέρα θρήνου, οι νοικοκυρές δεν κάνουν καθόλου δουλιές στο σπίτι, αποφεύγοντας ακόμη και το μαγείρεμα. Οι γυναίκες και τα παιδιά πηγαίνουν στην εκκλησία και στολίζουν τον Επιτάφιο με λουλούδια που μαζεύουν ή αγοράζουν.

Οι θρήνοι ψάλλονται το απόγευμα, ακολουθεί η έξοδος του Επιταφίου στους δρόμους της πόλης ή του χωριού και τρεις φορές γύρω από την εκκλησία. Κάποιες φορές, στα μεγάλα χωριά και στις πόλεις με περισσότερες από μία εκκλησίες, οι Επιτάφιοι συγκεντρώνονται στην κεντρική πλατεία και όλοι ο άνθρωποι και οι ιερείς ψάλλουν τους θρήνους.
Μεγάλο Σάββατο
Το Μεγάλο Σάββατο γίνεται μια πρωϊνή λειτουργία γεμάτη προσευχές. Οι ιερείς ντύνονται στα λευκά και σκορπούν βάγια και ροδοπέταλα, ενώ οι καμπάνες κτυπούν χαρούμενα και οι ψάλτες υμνούν την δόξα του Κυρίου. Σε πολλές περιοχές υπάρχει το έθιμο του ‘σεισμού’. Αυτό ειναι μια αναπαράσταση του σεισμού που έγινε μετά την Ανάσταση, όπως περιγράφεται στην Βίβλο. Το εκκλησίασμα κτυπά τα στασίδια ρυθμικά, ενώ έξω το χάος βασιλεύει, με πυροβολισμούς, κροτίδες και πυροτεχνήματα. Αυτό είναι η τελετή της ‘Πρώτης Ανάστασης’. Σύμφωνα με ένα άλλο έθιμο κλείνουν οι πόρτες της εκκλησίας και οι ιερείς, αφού κάνουν τρεις κύκλους την εκκλησία ψάλοντας, κλωτσούν την κεντρική πόρτα να ανοίξει και μπαίνουν, τραγουδώντας τον ψαλμό “Άρατε πύλας” που σημαίνει ανοίξτε τις πύλες.

Μια άλλη ιδιαίτερη παράδοση της Πρώτης Ανάστασης είναι το έθιμο του ‘πετάγματος των στάμνων’, που γίνεται σε κάποια Ιόνια νησιά και κυριίως στην Κέρκυρα. Οι ντόπιοι πετούν στάμνες από τα παράθυρά τους, και αυτά σπάζουν στο δρόμο. Κάποιες φορές οι στάμνες είναι γεμάτες νερό για να κάνουν μεγαλύτερο θόρυβο. Επίσης κρεμούν ένα κόκκινο πανί στα παράθυρα (κόκκινο είναι το χρώμα της Ανάστασης). Στην Κέρκυρα ακόμη, αναβιώνεται το έθιμο της ‘μαστέλας’. Ένα μισό βαρέλι διακοσμημένο με μύρτα και φιόγκους γεμίζεται με νερό, και οι περαστικοί ρίχνουν μέσα νομίσματα για καλή τύχη. Όταν ακουστεί η πρώτη καμπάνα για την Ανάσταση, κάποιος πηδά μέσα στο βαρέλι και μαζεύει τα χρήματα. Τον παλιό καιρό ο δύτης δεν ήταν εθελοντής αλλά ένας ανυποψίαστος περαστικός, που τον πέταγαν μέσα παρά την θέληση του. 

Αργά το βράδυ, στις 11 η ώρα, όλοι μαζεύονται στον περίβολο της εκκλησίας. Σε όλη την Ελλάδα η λειτουργία γίνεται σε μια πλατφόρμα έξω από τον ναό. Όλοι κρατούν από ένα κερί που θα το ανάψουν με το Άγιο Φως. Πριν τα μεσάνυχτα όλα τα φώτα του ναού σβήνουν και ο ιερέας εμφανίζεται στην Ωραία Πύλη προσφέροντας το Άγιο Φως σε όλους. Λέει “Δεύτε Λάβετε Φως” που σημαίνει ελάτε να πάρετε το Άγιο Φως. Αυτή η μοναδική φλόγα έρχεται κατ’ ευθείαν από τον Ιερό Τάφο του Χριστού στην Ιερουσαλήμ, όπου ανάβει ως εκ θαύματος χωρίς καμία ανθρώπινη παρέμβαση. Ένα αεροπλάνο φέρνει το Άγιο Φως από την Ιερουσαλήμ στυν Ελλάδα. 

Αφού οι άνθρωποι λάβουν το φως, τα μεσάνυχτα, ο ιερέας παίρνει την ιερή εικόνα της ανάστασης και βγαίνει έξω από τον ναό, στην πλατφόρμα. Η Δεύτερη Ανάσταση συμβαίνει μόλις ο ιερέας πει ‘Χριστός Ανέστη’, και ξεκινά μια μεγάλη και μεγαλιώδης φωτιά. Όλοι δίνουν τα χέρια και εύχονται Καλό Πάσχα στους γύρω τους. Αυτό είναι το επονομαζόμενο “Φιλί της Αγάπης”.
Θεωρείται τύχη να φτάσει κάνεις σπίτι με το κερί του ακόμη αναμμένο! Με το “Άγιο Φως” των κεριών οι άνθρωποι κάνουν το σχήμα του σταυρού πάνω από την κεντρική πόρτα για καλή τύχη.

Όταν η οικογένεια γυρίσει από την εκκλησία, κάθονται γύρω από το γιορτινό τραπέζι και να δοκιμάσουν ένα από τα παλιότερα έθιμα του Πάσχα, το σπάσιμο των κόκκινων αυγών. Κάθε μέλος της οικογένειας έχει το δικό του αυγό και προσπαθεί να σπάσει τα αυγά των άλλων. Όποιου το αυγό όλα τα άλλα αυγά χωρίς να σπάσει, έχει καλή τύχη για όλο το χρόνο. Οι προετοιμασίες για το γιορτινό δείπνο της νύχτας της Ανάστασης ξεκινούν το Μ.Σάββατο το πρωϊ όπου οι νοικοκυρές μαγειρεύουν την παραδοσιακή “μαγειρίτσα” (μια δυνατή και νόστιμη σούπα φτιαγμένη με εντόσθια και αρωματικά βότανα).
Μεγάλη Κυριακή ή Κυριακή του Πάσχα ή Λαμπρή ή Πασχαλιά

Το πρωϊ της Κυριακής του Πάσχα, σε πολλά μέρη της χώρας το αρνί ετοιμάζεται στην σούβλα. Σε άλλες περιοχές, το κρέας για το πασχαλινό τραπέζι – αρνί ή κατσίκι – ψήνεται στον φούρνο. Υπάρχει γιορτινή ατμόσφαιρα παντού και οι άνθρωποι τρώνε και χορεύουν συνήθως μέχρι αργά το βράδυ. Πολλοί νηστεύουν όλη την Σαρακοστή και την τελευταία εβδομάδα κάνουν πολύ αυστηρή νηστεία, καθόλου κρέας ή ελαιόλαδο! Έτσι αυτή η μέρα είναι αφιερωμένη στο φαγητό! Τίποτα δεν παέι χαμένο από το πασχαλινό αρνί, ακόμη και τα εντόσθια, το συκώτι, οι πνεύμονες και τα νεφρά πακετάρονται με έντερα και ψήνονται. Αυτό ονομάζεται ‘κοκορέτσι’. Το κρασί ρέει άφθονο και μην ξαφνιαστείτε αν σας καλέσουν να συμμετέχετε στην γιορτή. Οι οικογένειες κάνουν επισκέψεις και ανταλλάσουν αυγά, κοκορέτσι και κουλούρια.

Το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα γίνεται η “Δεύτερη Ανάσταση”, και το ευαγγέλιο της Ανάστασης διαβάζεται σε εφτά γλώσσες. Αυτή είναι η “Λειτουργία της Αγάπης” και εκφράζει το γεγονός ότι το μήνυμα της Ανάστασης του Χριστού μεταδίδει την λυτρωτική του Δύναμη σε όλο τον κόσμο.

Αργά το απόγευμα, σε πολλά μέρη, καίνε ένα ομοίωμα του Ιούδα. Οι νέοι φτιάχνουν το ομοίωμα από παλιά χαλιά, βάζουν στα χέρια του τα τιμαλφή της προδοσίας (μια σακούλα με 30 νομίσματα) και το κρεμούν στην αυλή μέχρι να καεί. Οι εορτασμοί συνεχίζονται με χορό, τραγούδι και φαγητό! Οι άνθρωποι σπάνε κόκκινα αυγά και κολάνε τα τσόφλια στις πόρτες ή τα πετάνε στον κήπο για να ευλογηθεί η σοδειά. 
Εβδομάδα της Διακαινισίμου

Η εβδομάδα που ακολουθεί το Πάσχα ονομάζεται “Εβδομάδα Διακαινησίμου” που σημαίνει “νέα εβδομάδα”. Οι μέρες ονομάζονται Δευτέρα του Πάσχα (εθνική αργία στην Ελλάδα), Τρίτη του Πάσχα, κτλ. Είναι ιερές μέρες και γίνονται πολλές εκδηλώσεις. 

Την Δευτέρα του Πάσχα σε πολλά μέρη γίνονται παρελάσεις. Νωρίς το πρωϊ, μετά την λειτουργία, κάθε εκκλησία βγάζει έξω την σημαία της και τον σταυρό της. Σε άλλα μέρη η κύρια εικόνα κάθε εκκλησίας τοποθετείται σε άλλη εκκλησία για κάποιο διάστημα, όπου γίνονται καθημερινές λειτουργίες. Αν το Πάσχα γιορταστει μετά τις 23 Απριλίου, τότε η Δευτέρα του Πάσχα αφιερώνεται στον Άγιο Γεώργιο, έναν αγαπημένο άγιο των Ελλήνων. Πολλές εκδηλώσεις γίνονται στην μνήμη του.
Αν η γιορτή του (που είναι στις 23 Απριλίου) πέσει μέσα στην Σαρακοστή ή την Μεγάλη Εβδομάδα, δεν γίνονται γιορτές και μεταφέρονται την Δευτέρα του Πάσχα. Μια όμορφη παράδοση για την ημέρα του Αη Γιώργη είναι οι αγώνες με άλογα. Την Τρίτη του Πάσχα μια παλιά παράδοση μας θέλει να ανάβουμε κεριά σε τρεις εκκλησίες στην εξοχή για το καλό, για τύχη και υγεία. Αν και η Τετάρτη δεν θεωρείται καλή μέρα για γάμους, η Τετάρτη του Πάσχα είναι η μέρα που τα ηλικιωμένα ζευγάρια μπορούν να παντρευτούν. Την Παρασκευή του Πάσχα έχουμε τη γιορτή της Ζωοδόχου Πηγής, και σε πολλά μέρη γίνονται εκδηλώσεις.
Αυτές τις μέρες οι άνθρωποι πηγαίνουν στις λειτουργίες και ανάβουν τις λαμπάδες του Πάσχα τρεις φορές. Μετά μπορεί κανείς να την αφήσει στην εκκλησία ή να την βάλει στα εικονίσματα του σπιτιού του. Η Νέα Εβδομάδα τελειώνει την Κυριακή του Θωμά. Την επόμενη μέρα ανοίγουν τα σχολεία…
“Ανάληψη” και “Πεντηκοστή”

40 μέρες μετά το Πάσχα είναι η “Ανάλυψη” ή η επιστροφή του Χριστού στους Ουρανούς. Οι άνθρωποι σταματούν να λένε “Χριστός Ανέστη” κατά τις προσευχές. Μια παλιά παράδοση αυτής της μέρας θέλει να κάνουμε το πρώτο μπάνιο του χρόνου στην θάλασσα. Ή απλά να βρέχουμε τα πόδια μας στην θάλασσα για καλή υγεία.

50 μέρες μετά το Πάσχα είναι η “Πεντηκοστή”, η μέρα που το Άγιο Πνεύμα πήγε στους Αποστόλους. Είναι πάντα Κυριακή. Το προηγούμενο Σάββατο είναι το τέταρτο ψυχοσάββατο (τα τρία πρώτα είναι στο τέλος της αποκριάς και στην αρχή της Σαρακοστής). Η Δευτέρα είναι αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα (εθνική γιορτή στην Ελλάδα). Στις τρεις αυτές μέρες γίνονται σε πολλά μέρη πολλές γιορτές κα ιεκδηλώσεις.
Διατροφικές Παραδόσεις

Το “παραδοσιακό” Πασχαλινό τραπέζι διαφέρει από περιοχή σε περιοχή, αν και σε όλη την χώρα αντικατοπτρίζει την ίδια αρχαία σοφία: ‘τίποτα δεν πάει χαμένο’. Αν κάποιος έχει νηστέψει για 40 ολόκληρες μέρες, απέχοντας από κρέας και γαλακτοκομικά, τότε η ιδέα να γευτεί και την τελευταία μπουκιά είναι ακόμη πιο σημαντική. 

Τυριά, αυγά και πλούσια σε αρώματα ψωμιά παίζουν σημαντικό ρόλο στο τραπέζι, αλλά το γεύμα επικεντρώνεται στο κρέας. Στην ηπειρωτική Ελλάδα, καταναλώνεται αρνί. Στα νησιά, και ιδιαίτερα στο Αιγαίο, το κατσίκι.
Εκείνες οι ηρωικές γιορτές, που είναι οικείες σε τόσους από εμάς, με αρνί ψημένο ολόκληρο στην σούβλα, είναι στην πραγματικότητα ένα έθιμο της Ρούμελης και της Πελοπονήσσου μόνο. Έχει όμως υιοθετηθεί και από άλλες περιοχές κυρίως γιατί είναι διασκεδαστικό. Στο Αιγαίο, οι μαγείρισσες τηρούν τις δικές τους παραδόσεις. Στα νησιά Άνδρος, Σάμος, Ικαρία, Λέσβος και Ρόδος το έθιμο θέλει να γεμίζουμε το κατσίκι και να το πηγαίνουμε στον φούρνο του χωριού νωρίς την Κυριακή του Πάσχα. Η γέμιση διαφέρει ελαφρά από τόπο σε τόπο, αλλά περιέχει κυρίως ρύζι, φρέσκα μυρωδικά (από άνηθο και μάραθο μέχρι φύλλα παπαρούνας και χυμό λεμονιού), σταφίδες και ξηρούς καρπούς και κάποιες φορές συκώτι και εντόσθια από το κατσίκι. 

Το πασχαλινό τραπέζι σε όλη την Ελλάδα είναι όσο πιο πλούσιο και γεμάτο γίνεται, αν και η νηστεία διακόπτεται με πολύ λίγα και συγκεκριμένα φαγητά. Μετά από 40 μέρες αποχής από τα ζωικά τρόφιμα, είναι πολύ δύσκολο να σπολαύσει κανείς ένα μεγάλο τραπέζι χωρίς πρότερη προθέρμανση. Στην ελληνική παράδοση αυτό μεταφράζεται σε ένα μικρό γεύμα μετά την Ανάσταση το βράδυ του Μ.Σαββάτου. Το πιο διαδεδομένο πιάτο είναι η μαγειρίτσα, μια κρεατόσουπα με λεμόνι, φτιαγμένη κυρίως με εντόσθια αρνιού και πολλά φρέσκα μαρούλια και άνιθο. Το μεταμεσονύχτιο γεύμα συμπεριλαμβάνει ακόμη πασχαλινό ψωμί και βραστά κόκκινα αυγά. 

Στην Θεσσαλία και την Μακεδονία, οι άνθρωποι δίχνουν ιδιαίτερη όρεξη για εντόσθια σε κάθε σχήμα και μορφή. Μια τοπική σπεσιαλιτέ της Θεσσαλιάς είναι το περιτόνεο του αρνιού γεμισμένο με εντόσθια και μυρωδικά και ψημένο σε χυμό ντομάτας. Πιο βόρεια, στην Μακεδονία, όπου μεγάλο μέος ου πλυθησμού έχει έρθει από την Μικρά Ασία, συνηθίζεται ένα ανάλογο πιάτο που λέγεται ‘σαρμάς’. Το περιτόνεο γεμίζεται με γλυκό ψωμί, συκώτι, ρύζι και μυρωδικά. Ένα άλλο παρόμοιο πιάτο που λέγεται ‘τρίμμα’, το συναντάμε στην Ήπειρο, στα βουνά της Πίνδου, στην βόρεια-ανατολική Ελλάδα. Η γέμιση γίνεται με άφθονα αυγά, συκώτι, τοπικά αγριόχορτα, τυρί και γαλέτα. 

Όμως το πιο γνωστό πιάτο αυτού του είδους για το πασχαλινό τραπέζι είναι το κοκκορέτσι, ψιλοκομμένα εντόσθια, τυλιγμένα με έντερα και περιχυμένο με λεμόνι. Και μετά ψημένο στα κάρβουνα.
2tee-n-smyrn.att.sch.gr

ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ – ΠΑΖΑΡΙΑ


Παλιά τα πανηγύρια είχαν, κυρίως εμπορικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και τα αποκαλούσαν εμποροπανήγυρη. Βέβαια και ο θρησκευτικός χαρακτήρας κατείχε πρωτεύουσα θέση.
                Έτσι λοιπόν, ανάλογα στον κάθε τόπο με το πότε γιόρταζε η εκκλησία του χωριού ή σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, γινόταν η εμποροπανήγυρη σε επίκαιρα σημεία της περιοχής , που προσφέρονταν εδαφικά και οδικά στον ευρύτερο χώρο. Στο πανηγύρι συμμετείχε ολόκληρο το χωριό, με ιδιαίτερη χαρά. Ήταν μια ευκαιρία να ξεχάσουν τα βάσανα μιας ολόκληρης κοπιαστικής χρονιάς. Σ’ αυτό το πανηγύρι, έκαναν έντονη την παρουσία τους οι νέοι του χωριού, που γάμπριζαν…


                Μέχρι το 1950 και λίγο αργότερα, για να εξοικονομήσει ο τύπος του χορευταρά και γλεντζέ τα χρήματα που του χρειαζόταν για να πάει σ΄ ορισμένα πανηγύρια, για να χαρεί τα νιάτα και τη λεβεντιά του, έπρεπε να κάμει οικονομίες ολόκληρο το χρόνο και περίμενε να έλθει η ημέρα του δείνα ή τάδε πανηγυριού και να ντυθεί τα γιορτινά του, το γυαλιστερό και τριζάτο βρακί, το πολίτικο γελέκο (από την Πόλη), το ποικιλόχρωμο πουκάμισο, το σακάκι το πανάκριβο και τέλος το «βρακάδικο» σκούφο – έμοιαζε με τον Αϊβαλιώτικο – που τώρα πια δεν υπάρχει στην αγορά – η καμιά φορά και καπέλο.                                     
                Τα ζύγιζε όλα, τόσα στους δίσκους της εκκλησίας, τόσα στο κερί, τόσα στο γεύμα της Εκκλησίας, τόσα στο καφενείο και τόσα στα μουσικά όργανα (βιολί, κλαρίνο, ούτι, λαούτο και καμιά φορά σαντούρι). Μεταφορικό μέσο είχε το μουλάρι του, που κι αυτό έπρεπε να είναι περιποιημένο, σαμάρι καινούργιο, καπίστρι με πολύχρωμες χάντρες και φυλακτό, στρογγυλό από το πάχος, ευκίνητο. Εκείνο όμως που έκαμνε πιο μεγάλη εντύπωση, ήταν ο αναβάτης, ο νέος με το στριμμένο, σαν τσιγκέλι, μουστάκι, τα πλούσια καλοχτενισμένα μαλλιά και περιποιημένα όχι όπως ο σημερινός μακρομάλλης. Καμιά φορά οι αναβάτες ήταν «δικάβαλλοι» , δηλ. διπλοί.
                Οι κοπελιές του χωριού και των γειτονικών χωριών τον έβλεπαν και τον καμάρωναν και αυτός περήφανος για τον εαυτό του, σκόρπιζε σ΄ όλες, κατά προτίμηση στην αγαπημένη του, δειλές ματιές, που λίγα έδειχναν, αλλά πολλά υπόσχονταν.
                Άρχιζαν το χορό με ένα σέρβικο ή χασάπικο ή γιωργάρικο, που φανέρωναν όλη την χορευτική τους δεινότητα σε ευκινησία, τσαλίμια, που κατάπληξη τους παρακολουθούσαμε. ΄Έπειτα ο καλαματιανός που έπαιρναν μέρος και περισσότερες κοπέλες, διότι οι πρώτοι προϋπέθεταν αντοχή, ευκινησία και χορευτική ικανότητα, ενώ ο καλαματιανός προσιδίαζε περισσότερο στις γυναίκες, και κατόπιν ο συρτός ανά ζεύγη, ξαπολυτός (καρσιλαμάς), γρηγορινός (πολύ σύντομος) τσιφτετέλης και άλλοι.
                Παντού πρώτοι και καλύτεροι, ευλύγιστοι, πεταχτοί, λαστιχένιοι σκόρπιζαν το γλέντι, τη χαρά, το θαυμασμό, αλλά κaι το φθόνο για κείνους που δεν ήσαν καλοί χορευτές.
                Έπιναν κρασί ή σούμα με μεζέδες, όχι της προκοπής. Η μπύρα ήταν άγνωστη – μα κάτι τέτοιο ήταν ακατανόητο για χωριά. Κερνούσαν όλες τις παρέες και κείνες ανταπέδιδαν το κέρασμα. Σ΄αυτόν που χόρευε πρόσφεραν ούζο ή κρασί και στην κοπελιά λουκούμια, που όσα περισσότερα μάζευε τόση μεγαλύτερη ικανοποίηση δοκίμαζε. Αν μάλιστα τύχαινε να είναι ωραία και καλή χορεύτρια, τα κεράσματα δεν σταματούσαν καθόλου. Εμείς τα παιδιά λιγουριάζαμε όταν βλέπαμε τόσα λουκούμια να μαζεύουν οι κοπέλες που σε κάποια φίλη της τα πετούσε. Κι αν τύχαινε να είναι γνωστή, μας φιλοδωρούσαν μερικά.
                Γινόταν όμως καβγάδες για τη σειρά προτεραιότητας στους «κάβους», που έπρεπε να εξασφαλίσει κάθε συντροφιά για τις κοπέλες της παρέας της. Επικρατούσε μια όχι καλή συνήθεια. Κάθε νέα που έμπαινε στο χωριό έπρεπε να την χορέψουν όλοι οι νέοι που την γνώριζαν και όταν ήταν και καλή χορεύτρια τότε πήγαιναν και ξένοι, φυσικό ήταν λοιπόν να παρατείνεται ο «κάβος», η διάρκεια χορού με αποτέλεσμα να στενοχωρούνται οι άλλες νέες. Και τότε συνέβαιναν οι παρεξηγήσεις.
                Σωστό ήταν τότε να διακόπτονταν ο χορός και να πάρει σειρά κάποια άλλη. Η πίστα ήταν μικρή, μόλις επαρκούσε για τρία ζεύγη – σπάνια παραπάνω – τη σειρά προτεραιότητας την κανόνιζαν οι καφετζήδες, που δεν ήταν επαγγελματίες, αλλά περιστασιακοί, μια άσπρη ποδιά ήταν το διακριτικό τους. Κι αν τύχαινε να μην τα «παίρνουν απάνω τους» δηλ. να μη ήσαν σβέλτοι, τότε μετατρεπόταν σε δράμα. Εν τω μεταξύ οι άλλες νέες περίμεναν με αγωνία αλλά και πικρία, διότι αναβαλλόταν η σειρά τους.
                Δικαιολογημένοι λοιπόν ήσαν οι καυγάδες αν σκεφθούμε ότι ραδιόφωνα δεν υπήρχαν, κασετόφωνα το ίδιο και συνεπώς μουσική άκουαν μόνο στα πανηγύρια και σε έκτακτες περιστάσεις (αρραβώνες, γάμους και βαφτίσια). Διψούσε ο κόσμος από μουσική και χορό. Πώς να ικανοποιηθεί; Οι ευκαιρίες  παρουσιάζονταν  μόνο το καλοκαίρι στα πανηγύρια.
                Οι μεγάλοι, αν είχαν κορίτσια της παντρειάς, περίμεναν να μπει στο χορό η κόρη τους να την καμαρώσουν, αν όχι πήγαιναν σε διάφορα συγγενικά ή φιλικά σπίτια, κερνιόνταν, έτρωγαν το βράδυ και κατόπιν, όσοι διέθεταν υποζύγια έφευγαν για τα χωριά τους.
                Ρόλο έπαιζε και η εποχή, για να διαθέτουν τα απαραίτητα χρήματα αυτοί που θα επισκέπτονταν το παζάρι. Πάλι, ανάλογα τον πληθυσμό και την αξία του κάθε πανηγυριού, ήταν και η διάρκειά του, που συνήθως κυμαινόταν από 3 ως και 8 ημέρες.
                Γίνονταν σ’ αυτά εμπορικές συναλλαγές μεγάλης έκτασης. Έμποροι από τα μεγάλα αστικά κέντρα φτάνανε εκεί με την πλούσια πραμάτεια τους. Εκτός όμως από το μεγάλο εμπόριο σε παντός είδους αγαθά, όπως σε τρόφιμα, υφάσματα, είδη υπόδησης, γεωργικά εργαλεία, σαμάρια, ψαθιά κ.ά., γινόταν και μεγάλες συναλλαγές αγοραπωλησίας ζώων. Μεγάλη ζήτηση είχαν τα μουλάρια, που γεννιόντουσαν από τη διασταύρωση του γαϊδάρου με τη φοράδα ή αλόγου με γαϊδούρα, γιατί τα ζώα αυτά είναι μεγάλης αντοχής και δεν δυσκολεύονται σε δύσβατους δρόμους. Πολύ διαδεδομένες ήταν και οι τράμπες, που έκαναν εκείνη την εποχή, με τα ζώα.
                Εδώ εύρισκε ο καθένας ό,τι ήθελε και σε τιμές συμφέρουσες. Όσοι είχανε κορίτσια της παντρειάς, αγοράζανε από δω τα προικιά τους, όπως χαλκώματα, φορτσέρια, σεντόνια κι ότι άλλο ήταν απαραίτητο.
                Τράμπες γίνονταν τότε, εκτός από τα ζώα, και στα υπόλοιπα προϊόντα, μιας και χρήματα δεν υπήρχαν εύκολα. 

                ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Λαϊκές Παραδόσεις – ΑΒΔΟΥΛΟΣ ΣΤ. – Εκδ. Φιλίστωρ

ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΟΥ ΧΑΡΤΑΕΤΟΥ


 Ένας αλλιώτικος περήφανος αϊτός. Ο χαρταετός, η χιλιόχρωμη χαρά των μικρών και μεγάλων στο πανηγύρι της Καθαρής Δευτέρας, δεν είναι απλώς ένα ακόμα παιχνίδι, που ίπταται στον αέρα εδώ και χιλιάδες χρόνια. Το πέταγμά του στα ύψη και ο χορός του με τον άνεμο, ψηλά στον καταγάλανο ουρανό, δεν υποδηλώνει παρά την ανάταση και την κάθαρση της ψυχής μετά το διονυσιακό ξεφάντωμα της Αποκριάς. Μολονότι ο χαρταετός πρωταγωνιστεί στα Κούλουμα, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι πατρίδα του είναι η μακρινή Ανατολή…

 Η ιστορία των χαρταετών… των ουράνιων χορευτών

                Ο χαρταετός φαίνεται να άνοιξε για πρώτη φορά τα πολύχρωμα εύθραυστα φτερά του περίπου στα 1000 π.Χ.,  και έκτοτε δεν έπαψε να χρωματίζει με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο τον ουράνιο θόλο, από την Ανατολή έως τη Δύση.

                Από την Κίνα, φτιαγμένος από μετάξι και μπαμπού, με τη μορφή του δράκου που ήταν ιερό, θεϊκό σύμβολο, αντικείμενο θαυμασμού και λατρείας για τον λαό, πέταξε μακριά.

                Πέταξε στην Κορέα κι από εκεί στην Ινδονησία και τη Μαλαισία, για να φτάσει στην Ιαπωνία, όπου εμπλουτίστηκε με περισσότερο έντονα χρώματα και πήρε τη μορφή των αυστηρών Σαμουράι.  Στη Βόρεια Ινδία, εδώ και χιλιάδες χρόνια, οι αιθέριοι χορευτές υποδέχονται την άνοιξη, σε γιορτές που έχουν τις ρίζες τους στην ινδουιστική μυθολογία.

                Τον 4ο π.Χ. αι., στην αρχαία Ελλάδα, σύμφωνα με τις πηγές, ο αρχιμηχανικός Αρχύτας του Τάραντος χρησιμοποίησε στην αεροδυναμική του τον αϊτό. Παλαιότερη αναφορά θα μπορούσε να θεωρηθεί η απεικόνιση σε ελληνικό αγγείο της κλασικής περιόδου μιας κόρης που κρατά στα χέρια της λευκή σαΐτα δεμένη με νήμα, ένα είδος αϊτού δηλαδή, και την οποία ετοιμάζεται να πετάξει. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρήση του χαρτιού δεν ήταν ακόμη γνωστή, εικάζουμε ότι τα χρόνια εκείνα, τα όποια πειράματα ή παιχνίδια με αϊτούς θα πρέπει να τα έκαναν με πανί, αντίστοιχο με αυτό που χρησιμοποιούσαν στα πλοία έως και τα μεσαιωνικά χρόνια. Πολύ αργότερα, ο Μάρκο Πόλο, γυρίζοντας από τα ταξίδια του, φέρνει το χαρταετό στη Μεσαιωνική Ευρώπη.

                0 χαρακτήρας του εξαγνισμού, τον οποίο πολλοί απέδιδαν στο πέταγμα του χαρταετού, με τον καιρό γίνεται απολαυστικό παιχνίδι, επιστημονική έμπνευση και πηγή μιας διαρκούς ικανοποίησης του ανθρώπου για την υποταγή της ύλης στα πιο ευφάνταστα και τολμηρά του όνειρα.  0 χαρταετός, στη μακραίωνη ιστορία του, χρησιμοποιήθηκε ποικιλοτρόπως: για τη μέτρηση της Θερμοκρασίας και της ταχύτητας των ανέμων, για μελέτες της ατμόσφαιρας και του ηλεκτρισμού, αλλά ακόμα και για αεροφωτογραφίσεις. Έσωσε ναυαγούς, έστειλε στρατιωτικά σήματα, κίνησε κάρα, ακόμα και αυτοκίνητα.

Στην ιστορική διαδρομή του αγαπημένου χαρταετού, συνέβησαν πολλά και διάφορα:

                Το 1749 ο Σκωτσέζος μετεωρολόγος Alexander χρησιμοποίησε χαρταετούς με θερμόμετρα, προκειμένου να καταγράψει και να μελετήσει τις θερμοκρασιακές μεταβολές σε μεγάλο υψόμετρο.

                Το 1752 ο Βενιαμίν Φραγκλίνος εκτέλεσε το διάσημο πείραμα με τον χαρταετό, προκειμένου να αποδείξει ότι οι αστραπές δεν είναι τίποτα άλλο παρά στατικός ηλεκτρισμός.

                Τα χρόνια 1799-1809, ο σερ George Cayley άρχισε να πειραματίζεται με τους χαρταετούς, προκειμένου να κατασκευάσει μια μηχανή που να έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει ανθρώπους στον αέρα. Και τα κατάφερε! Το 1853 πέτυχε να πετάξει το πρώτο ανεμοπλάνο, που μπόρεσε να σηκώσει το βάρος ενός ατόμου για σαράντα ολόκληρα δευτερόλεπτα.

                Το 1833 ένας Βρετανός, αυτή τη φορά, μετεωρολόγος, χρησιμοποίησε τους χαρταετούς για να ανυψώνει ανεμόμετρα, ώστε να καταγράφει και να μελετά τις ταχύτητες των ανέμων στα διάφορα υψόμετρα.

                Το 1887 ο Ε. Β. Archibald τράβηξε τις πρώτες αεροφωτογραφίες χρησιμοποιώντας χαρταετούς.

                

Χαρταετοί … στου κόσμου τις γιορτές

                Σε κάθε χώρα, το πέταγμα του χαρταετού παίρνει μια εντελώς διαφορετική διάσταση, καθώς με διάφορους τρόπους, συσχετίζεται με τις παραδόσεις, τα ήθη και  τα έθιμα του τόπου. Πάντως, είτε ως παιχνίδι και συνήθεια του χθες είτε ως παιχνίδι του σήμερα μα και του αύριο, το πέταγμα του χαρταετού έχει τη δύναμη, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους του έτους για κάθε χώρα, να ξεσηκώνει σε όλο τον κόσμο μικρούς και μεγάλους και να τους παρασύρει σ’ ένα διαφορετικό, αλλά πάντοτε πολύχρωμο πανηγύρι χαράς.

                Για παράδειγμα, στην Κίνα διοργανώνονται κάθε χρόνο διαγωνισμοί για την ανάδειξη του πιο όμορφου χαρταετού· οι περισσότεροι από τους χαρταετούς αυτούς, όχι μόνο αναπαριστούν δράκους, ψάρια, πουλιά και άλλα αιώνια σύμβολα της μακρινής Ανατολής, αλλά συχνά έχουν ενσωματωμένες σφυρίχτρες ή σωλήνες που μπορούν να βγάζουν μουσικούς ήχους χάρη στον αέρα που περνά από μέσα τους, δημιουργώντας έτσι ένα μαγευτικό υπερθέαμα εικόνας και ήχου.

                Στην Οσάκα της Ιαπωνίας, κάθε χρόνο, την Πέμπτη ημέρα του Μαΐου, οι μικροί Ιάπωνες περιμένουν με αγωνία το Κοντομόνο–χι ή αλλιώς τη Μέρα των Παιδιών. Εκείνη την ημέρα, οι οικογένειες που έχουν μικρούς γιους συνηθίζουν να ανεμίζουν στον κήπο πολύχρωμες κορδέλες και πελώριους χαρταετούς σε σχήμα κυπρίνου, που τους έχουν δέσει σ’ ένα μεγάλο στύλο από μπαμπού μ’ έναν ανεμόμυλο στην κορυφή του.

                Οι γιρλάντες και οι χαρταετοί-κυπρίνοι συμβολίζουν την οικογένεια: ο πρώτος χαρταετός τον πατέρα, ο δεύτερος τη μητέρα και ο τρίτος το παιδί-γιο. 0 κυπρίνος είναι ένα δυνατό και γερό ψάρι, γνωστό για την ενεργητικότητα και την αποφασιστικότητά του, καθώς κολυμπάει κόντρα στο ρεύμα και πετάγεται ψηλά πάνω από την επιφάνεια του νερού. Έτσι, ο κυπρίνος αποτελεί ένα καλό παράδειγμα για τους μικρούς Ιάπωνες, που πρέπει να μάθουν και εκείνοι να ξεπερνούν κάθε εμπόδιο της ζωής με δύναμη και αποφασιστικότητα.

                Ωστόσο, μια από τις πιο εντυπωσιακές γιορτές των αιθέριων αιώνιων χορευτών πραγματοποιείται εδώ και χιλιάδες χρόνια στη Βόρεια Ινδία και παίρνει μοναδικές διαστάσεις στη γιορτή “Basant” η γιορτή γίνεται για την υποδοχή της άνοιξης κάθε Φεβρουάριο στη Λαχώρη στο σημερινό Πακιστάν και αντανακλά παγανιστικές συνήθειες του παρελθόντος. Πρόκειται για ένα ξέφρενο γλέντι, το οποίο προσμένουν με μεγάλη ανυπομονησία μικροί και μεγάλοι. Σε αυτή τη γιορτή, όλοι λαχταρούν να κατακτήσουν με τον χαρταετό τους τον ουρανό, πράγμα που θα τους εξασφαλίσει η χρήση των πιο καλών υλικών, και ιδιαίτερα του ανθεκτικότερου σπάγκου, ο οποίος επικαλύπτεται με σκόνη γυαλιού. Μαζί με τα υλικά, αυτό που καθορίζει τη νίκη είναι η έξυπνη άμυνα, οι δυναμικές επιθέσεις και οι επιδέξιοι χειρισμοί που γίνονται κυρίως από τις ταράτσες των σπιτιών.

                Η ομορφιά που προσφέρουν την ημέρα οι εκατομμύρια πολύχρωμοι χαρταετοί συνεχίζεται και τις νύχτες, καθώς συνεχίζεται και το παιχνίδι, με ολόλευκους χαρταετούς, λουσμένους όχι μόνο στο φως του φεγγαριού, αλλά και στο φως που πλημμυρίζει την πόλη, ειδικά για την περίσταση.

Χαρταετών ονόματα… σχήματα και χρώματα

                Στα αγγλικά, η λέξη «Kite» είναι συγχρόνως το όνομα ενός υπέροχου πουλιού.
                Στα ιαπωνικά, η λέξη «taco» σημαίνει «χταπόδι». Προφανώς, οι Ιάπωνες επέλεξαν αυτό το όνομα για τον χαρταετό τους, επειδή μοιάζει με χταπόδι, καθώς πετά με τη βοήθεια πολλών νημάτων, τα οποία εξασφαλίζουν την κίνηση τού συνήθως περίπλοκου σχήματός του.
                Στα μεξικανικά, η λέξη «papalote», σημαίνει ταυτόχρονα «πεταλούδα»
                Στα γερμανικά, η λέξη «Drachen» σημαίνει «δράκος». Προφανώς, η ονομασία αυτή καθιερώθηκε από τα χρόνια που οι γερμανικοί χαρταετοί είχαν μορφή άγριων ζώων που εκτόξευαν φωτιά από τα στόματά τους.

                Αξίζει να αναφέρουμε ότι τα ονόματα των χαρταετών δεν είναι διαφορετικά μόνο από χώρα σε χώρα, αλλά πολλές φορές και από περιοχή σε περιοχή μέσα στην ίδια χώρα. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα, τον χαρταετό στη Θράκη τον λέμε και πετάκι, στα Επτάνησα και Φύσουνα, ενώ γενικά τους εξάγωνους αϊτούς τους λέμε και σμυρνάκια.

                Για τα ελληνικά κούλουμα, ο χαρταετός κατασκευαζόταν πάντα από τα ίδια τα παιδιά, με ή χωρίς τη βοήθεια των δικών τους, με απλά υλικά, όπως χαρτί, καλάμι ή λεπτό πηχάκι, σπάγκο και εφημερίδες και με περισσεύματα από τις αποκριάτικες κορδέλες.

                Σήμερα, σχεδόν όλοι, μικροί και μεγάλοι, αγοράζουν έτοιμους πλαστικούς χαρταετούς με πολλά μειονεκτήματα, όπως ανεπιτυχή ζύγια, ακατάλληλη ουρά και χαμηλή αισθητική.

ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ


Ένα μικρό αφιέρωμα στα παιχνίδια που παίζαμε πάλια στις γειτονιές μας..

…Για να μη ξεχνιούνται οι παλιοί και για να μαθαίνουν οι νεότεροι

ΤΡΕΙΣ…ΚΑΙ ΤΟ ΛΟΥΡΙ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ
Τα παιδιά σχηματίζουν ένα κύκλο, καθισμένα γύρω από τη μάνα, που είναι ένα από τα μεγαλύτερα παιδιά. Εκείνη βγάζει τη ζώνη της ή ένα λουρί ή σχοινί και πρώτα σχηματίζει μ’ αυτό διάφορα σχήματα, π.χ. ένα αχλάδι, ένα μήλο, ένα καλάθι κτλ. Τα άλλα πρέπει να μαντέψουν τι παριστάνει. Όποιο το βρει, του δίνει η μάνα το λουρί και τότε εκείνο έχει το δικαίωμα να σηκωθεί και να κυνηγήσει τ’ άλλα παιδιά. Η μάνα μένει στη θέση της και κάθε τόσο φωνάζει: «Τρεις και το λουρί της μάνας! ». Εκείνος που κρατεί το λουρί, συνεχίζει το κυνήγι του κι αν κτυπήσει κανένα παιδί, τότε εκείνο βγαίνει απ’ το παιχνίδι. Αν όμως η μάνα φωνάξει: «Τρεις και το λουρί της μάπας! », τότε αυτός που κυνηγάει, πρέπει αμέσως να γυρίσει πίσω και να παραδώσει το λουρί στη μάνα, αλλιώς τα άλλα παιδιά έχουν το δικαίωμα να τον πάρουν στο κυνήγι και να του πάρουν το λουρί και να αρχίσουν μ’ αυτό να τον χτυπούν.

ΠΕΡΝΑ, ΠΕΡΝΑ Η ΜΕΛΙΣΣΑ
      Τα παιδιά, από 6 και πάνω, διαλέγουν από τα πιο μεγάλα, δυο μάνες και η κάθε μια παίρνει με λάχνισμα τον ήλιο ή το φεγγάρι. Οι 2 μάνες σχηματίζουν με τα χέρια τους μια καμάρα και στέκονται όρθιες στη μέση. Τα υπόλοιπα παιδιά σχηματίζουν μια γραμμή, το ένα πίσω απ’ το άλλο, κρατημένα απ’ τη μέση ή απ’ τη ζώνη τους. Όπως έχουν σχηματίσει τη σειρά προχωρούν προς την καμάρα τραγουδώντας:

Περνά, περνά η μέλισσα
Με τα μελισσόπουλα
Και με τα παιδόπουλα!
      Όταν φτάσουν μπρος την καμάρα οι 2 μάνες τα ρωτούν:
-Από πού ερχόσαστε;
-Από την Κόρινθο (π.χ.)
-Και τι έχετε φορτωμένα;
-Σύκα και σταφύλια (π.χ.)
-Περάστε μέσα.
                Σηκώνουν λοιπόν τα χέρια τους και τα παιδιά περνούν κάτω από την καμάρα, βουίζοντας σαν τις μέλισσες. Την ώρα που είναι να περάσει το τελευταίο, οι 2 μανάδες κατεβάζουν τα χέρια τους και το κρατούν κι ύστερα το ρωτούν σιγά, ώστε να μην ακούσουν τα άλλα:
         -Τι θέλεις, τον ήλιο ή το φεγγάρι;
                Το παιδί θα πει τον ήλιο ή το φεγγάρι και τότε θα πάει πίσω απ’ αυτή που πήρε τούτο το όνομα και θα πιαστεί απ’ τη μέση της. Το παιχνίδι συνεχίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, μόνο που κάθε φορά, τα παιδιά λένε ότι έρχονται από άλλο μέρος και φέρνουν διαφορετικά πράγματα, μέχρις ότου μοιραστούν όλες. Την τελευταία τη ρωτούν πια φανερά, αν θέλει τον ήλιο ή το φεγγάρι κι όταν διαλέξει πιάνεται, πίσω απ’ όλα τα άλλα παιδιά. Τότε η μια μάνα βγάζει τη ζώνη της και την απλώνει στην άλλη και η κάθε μια τους κρατάει από μιαν άκρη και με τα παιδιά από πίσω της την τραβάει προς το μέρος της. Όποια πάρει την άλλη, νικάει.
ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΣ ΚΥΡΑ ΜΑΡΙΑ

Πιάνονται απ’ το χέρι και σχηματίζουν κύκλο, ενώ ένα κορίτσι απ’ τα μεγαλύτερα, η κυρα-Μαρία, στέκεται στη μέση. Αρχίζουν να γυρίζουν γύρω γύρω και τραγουδούν, ενώ η κυρα-Μαρία προσπαθεί να περάσει ανάμεσά τους.

Που θα πας κυρα-Μαρία, δεν περνάς δεν περνάς,
Που θα πας κυρα-Μαρία, δεν περνάς, περνάς!
-Θε να πάω εις τους κήπους δεν περνώ, δεν περνώ.
Θε να πάω εις τους κήπους δεν περνώ, περνώ!
-Τι θα κάνεις εις τους κήπους δεν περνάς, δεν περνάς
Τι θα κάνεις εις τους κήπους δεν περνάς, περνάς!
-Θα μαζέψω 2 βιολέτες δεν περνώ, δεν περνώ
Θα μαζέψω 2 βιολέτες δεν περνώ, περνώ!
-Τι θα κάνεις τις βιολέτες δεν περνάς, δεν περνάς
Τι θα κάνεις τις βιολέτες δεν περνάς, περνάς!
-Θα τις δώσω της καλής μου δεν περνώ, δεν περνώ
Θα τις δώσω της καλής μου δεν περνώ, περνώ!
-Και ποια είναι η καλή σου δεν περνάς, δεν περνάς
Και ποια είναι η καλή σου δεν περνάς, περνάς!
-Η καλή μου είν’ (η Ελένη π.χ.) δεν περνώ, δεν περνώ
Η καλή μου είν’ (η Ελένη π.χ.) δεν περνώ, περνώ!

                Μόλις ακούσει τ’ όνομά του το κορίτσι που ανέφερε η κυρα-Μαρία, φεύγει απ’ τον κύκλο και μπαίνει στη μέση και τότε είτε γίνεται αυτό κυρα-Μαρία και το παιχνίδι συνεχίζεται έτσι είτε στέκεται στο πλάι της κυρα-Μαρίας, που συνεχίζει ν’ αναφέρει σε κάθε επανάληψη του τραγουδιού κι από μια φιλενάδα της, ώσπου δε μένουν πια αρκετά κορίτσια, για να σχηματίσουν κύκλο κι έτσι το παιχνίδι τελειώνει.

ΛΥΚΕ ΛΥΚΕ, ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ;

Ένα από τα μεγαλύτερα παιδιά κάνει τον λύκο, που πάει και κρύβεται πίσω από ένα θάμνο ή ένα δέντρο. Τα άλλα παιδιά, με επικεφαλής ένα απ’ τα μεγαλύτερα, που θα είναι η «μάνα», πιάνονται στη σειρά, το ένα πίσω απ’ το άλλα και πλησιάζουν το κρησφύγετο του λύκου, απαγγέλλοντας ρυθμικά:

«Πήγε ο λύκος στο βουνό,
μες στο δάσος το πυκνό.
Τριγυρνώ και τραγουδώ:
Λύκε, λύκε είσαι δω;»
Ο λύκος απαντάει: -Εδώ είμαι!
Τα παιδιά ρωτούν: -Και τι κάνεις;
Ο λύκος: -Βάζω το πουκάμισό μου! Ή
  Τώρα σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι μου!

                Τα παιδιά απομακρύνονται, κάνουν ένα νέο γύρο, πάντα πιασμένα το ένα πίσω απ’ το άλλο και σταματούν πάλι έξω απ’ το κρησφύγετο του λύκου, λέγοντας το ίδιο τραγουδάκι. Ο λύκος εξακολουθεί να ντύνεται και τους απαντάει πάντα: «Βάζω το παντελόνι μου» ή «φοράω τα παπούτσια μου» ή δίνει άλλες αστείες απαντήσεις, όπως: «Ξυρίζω τα μουστάκια μου», ανάλογα με την ηλικία του και με την ετοιμότητά του. Στο τέλος λέει: «Βάζω το καπέλο μου» ή «παίρνω το μπαστούνι μου και σας κυνηγώ» και τότε τα παιδιά σκορπίζονται φωνάζοντας:

«Λύκε, λύκε φτάσε με,
σαν μπορείς και πιάσε με!»

                Ο Λύκος τρέχει από πίσω τους και τα κυνηγάει. Όποιο παιδί φτάσει, βγαίνει από το παιχνίδι. Αυτό γίνεται ώσπου να τα πιάσει όλα ή ώσπου να κουραστούν τα παιδιά

ΓΥΡΩ ΓΥΡΩ ΟΛΟΙ

Τα παιδάκια σχηματίζουν έναν κύκλο και βάζουν το πιο μικρό στη μέση. Ύστερα πιάνονται από τα χέρια και γυρίζουν τραγουδώντας:

Γύρω-γύρω όλοι
Στη μέση ο Μανόλης,
Χέρια, πόδια στη γραμμή
Όλοι κάθονται στη γη!
-Κάθισε, Μανολάκη!

                Με το: «όλοι κάθονται στη γη!», όλα τα παιδάκια κάθονται χάμω και τεντώνουν τα πόδια τους προς το κέντρο. Το ίδιο πρέπει να κάνει και ο «Μανόλης».

Η ΜΙΚΡΗ ΕΛΕΝΗ

Τα κοριτσάκια σχηματίζουν έναν κύκλο, που κοιτάζει προς τα μέσα. Στο κέντρο κάθεται ένα κοριτσάκι, που κάνει τάχα ότι κλαίει. Τα άλλα γυρίζουν γύρω-γύρω και τραγουδούν:

Η μικρή Ελένη
κάθεται και κλαίει

γιατί δεν την παίζουν οι φιλενάδες της.
Σήκω απάνω, πλύνε τα μάτια,
Κοίταξε τον ήλιο κι αποχαιρέτησε!

       Το κοριτσάκι, τότε, που κάνει την Ελένη, πλένει δήθεν τα μάτια της και κοιτάζει τον ήλιο κι ύστερα σηκώνεται ξαφνικά και πιάνει μια απ’ τις άλλες, που γίνεται εκείνη Ελένη με τη σειρά της.

Η ΚΟΛΟΚΥΘΙΑ

Οι παίκτες – από 5 ως 10 – κάθονται γύρω-γύρω και βγάζουν έναν αρχηγό, τα πιο μεγάλα απ’ τα παιδιά ή τον πιο έξυπνο, ανάμεσα στους μεγάλους. Καθένας απ’ τους παίκτες παίρνει έναν αριθμό. Αυτό γίνεται κατά 2 τρόπους: Ή εκείνος που κάθεται στ’ αριστερά του αρχηγού, παίρνει τον αριθμό 1 κι ο διπλανός του το 2 κι έτσι ως το τέλος, ή ο  καθένας παίρνει όποιο αριθμό του αρέσει, που δεν πρέπει όμως να είναι μεγαλύτερος, απ’ όσα είναι στο σύνολό τους τα παιδιά. Έτσι π.χ. αν τα παιδιά είναι 8, δεν πρέπει κανείς να πάρει τον αριθμό 10. Κάθε παίκτης πρέπει να θυμάται καλά τον αριθμό του, γιατί απ’ αυτό θα εξαρτηθεί αν θα κερδίσει ή θα χάσει.
         Πρώτος μιλάει ο αρχηγός και λέει:
         – Έχω μια κολοκυθιά που κάνει 3 (π.χ.) κολοκύθια!
                Μόλις αναφέρει αυτόν τον αριθμό, εκείνος που έχει το 3, πρέπει αμέσως να σηκωθεί και να πει:
         – Και γιατί να κάνει τρία;
         – Και πόσα θέλεις να κάνει; Ρωτάει ο αρχηγός.
         – Να κάνει (π.χ.) πέντε.
                Μόλις ακούσει τον αριθμό του εκείνος που έχει το πέντε, πρέπει αμέσως να σηκωθεί και να πει: «Και γιατί να κάνει  πέντε;» και το παιχνίδι συνεχίζεται μ’ αυτόν τον τρόπο.
                Αν κανείς ακούσει τον αριθμό του και δεν σηκωθεί ή σηκωθεί ακούγοντας τον αριθμό που έχει άλλος ή πει ανύπαρκτο αριθμό (π.χ. το 12 αν είναι 10 τα παιδιά), τότε χάνει και πρέπει να δώσει ενέχυρο. Αυτό το ενέχυρο πρέπει να είναι κάτι το ατομικό του, π.χ. το μαντήλι του, το βραχιόλι του…  Όλα αυτά ο αρχηγός τα βάζει κατά μέρος και τα σκεπάζει μ’ ένα μαντίλι ή μ’ ένα κομμάτι ύφασμα. Όταν τελειώσει το παιχνίδι, ο αρχηγός βάζει το χέρι του κάτω απ’ το μαντίλι, τραβάει ένα-ένα τα ενέχυρα και φωνάζει:
         – Κι αυτός εδώ, τι πρέπει να κάνει;
                Οι άλλοι, όλοι μαζί, φωνάζουν.
         – Να λαλήσει σαν πετεινός ή να γκαρίξει σαν γαϊδούρι ή να περπατήσει με τα τέσσερα, ή ό,τι άλλο σοφιστούν.
                Την τιμωρία αυτή, πρέπει ο τιμωρημένος να τη δεχτεί με κέφι και να κάνει τους άλλους να γελάσουν.
                Σε μια παραλλαγή, ο αρχηγός δεν περιμένει να τελειώσει το παιχνίδι για να επιβάλλει τις τιμωρίες, αλλά μόλις κάνει κάποιος ένα λάθος, τον βάζουν αμέσως να εκτελέσει την τιμωρία του.
                Σε μια άλλη παραλλαγή απ’ την Ήπειρο, στη μέση του κύκλου στήνουν μια βαριά πέτρα και όποιος κάνει λάθος, σηκώνεται αμέσως, σηκώνει την πέτρα και τη βαστάει στους ώμους του ως το τέλος του παιχνιδιού, εκτός αν λαθευτεί κανένας άλλος και τότε πηγαίνει εκείνος και παίρνει την πέτρα κι ο πρώτος ξαναγυρίζει στη θέση του.

ΤΟ ΚΟΥΤΣΟ

Παίζεται από 2 ή περισσότερα παιδιά ή από 2 ομάδες παιδιών, όταν τα παιδιά είναι από 4 και πάνω. Κάθε παιδί διαλέγει την πέτρα του, που πρέπει να είναι πλακέ και ελαφριά.
                Χαράζουν στο χώμα ή ζωγραφίζουν στο πεζοδρόμιο ή στην αυλή με κιμωλία το σχήμα του κουτσού και αριθμούν τα τετράγωνα. Η επάνω διάμετρος πρέπει να έχει τόσο πλάτος, ώστε να μπορεί να σταθεί ένα παιδί με τεντωμένα τα δυο του πόδια, δηλ. περίπου 80 πόντους. Ανάλογα πρέπει να είναι τα υπόλοιπα τετράγωνα. Ορίζουν ένα σημάδι και κάθε παιδί ρίχνει την πέτρα του στο σημάδι. Όποιου η πέτρα πάει μακρύτερα, εκείνο θα παίξει πρώτο. Ύστερα αρχίζει το παιχνίδι κι όποιο παιδί παίξει πρώτο, πετάει την πέτρα του στο πρώτο τετράγωνο, από μια απόσταση ως 3 βήματα περίπου. Αν τυχόν η πέτρα πέσει είτε έξω από το τετράγωνο είτε πάνω στη γραμμή, τότε το παιδί χάνει τη σειρά του και πρέπει να περιμένει να παίξουν όλοι οι άλλοι για να ξαναρίξει. Αν πέσει μέσα στο τετράγωνο, τότε πηδάει κι αυτό μέσα, πατώντας μόνο στο δεξί πόδι και μ’ αυτό σπρώχνει την πέτρα στο επόμενο τετράγωνο. Όταν φτάσει στο τρίτο, τότε κάνει το λεγόμενο γεφυράκι, δηλ. σπρώχνει την πέτρα πάνω στη γραμμή, που είναι ανάμεσα στα 2 τετράγωνα του (4) και πατάει με τα 2 πόδια. Κατόπιν στηρίζεται πάλι στο δεξί πόδι και σπρώχνει την πέτρα στο πέμπτο τετράγωνο κι από κει στο κεντρικό τετράγωνο του (6), οπότε κάνει πάλι το γεφυράκι, έχοντας την πέτρα στο μεσιανό τετράγωνο και πατώντας με τα 2 πόδια του στα δυο ακριανά. Αμέσως μετά κάνει μεταβολή πηδώντας και τότε έχει το δικαίωμα είτε να κάνει πάλι το γεφυράκι και να σπρώξει την πέτρα με το κουτσό στο πέμπτο τετράγωνο είτε να σκύψει και να την πιάσει με το χέρι και να την πετάξει στο πέμπτο τετράγωνο. Συνεχίζει ύστερα το κουτσό και γυρίζει πίσω βγάζοντας την πέτρα έξω. Έρχεται κατόπιν η σειρά από τα άλλα παιδιά να κάνουν τον πρώτο γύρο.
                Ο δεύτερος γύρος λέγεται Τουβλάκι, γιατί όλη η διαδρομή γίνεται τοποθετώντας ένα σπασμένο τουβλάκι στη ράχη του ποδιού και πηδώντας ελαφρά από ένα τετράγωνο στο άλλο, έτσι ώστε να μην πέσει το τουβλάκι κάτω.
                Ο τρίτος γύρος λέγεται Πλάτη. Σ’ αυτόν ο παίκτης τοποθετεί την πέτρα του επάνω στην πλάτη του και πηδάει από το ένα τετράγωνο στο άλλο κουτσός πάντα και σκύβοντας για να μην πέσει η πέτρα του χάμω.
                Ο τέταρτος γύρος είναι το Χεράκι. Σ’ αυτόν η πέτρα τοποθετείται πάνω στη ράχη του αριστερού χεριού και ο παίκτης πρέπει να κάνει όλη τη διαδρομή πηδηχτά, προσέχοντας να μην του πέσει η πέτρα. Στην επιστροφή, καθώς θα κάνει τη μεταβολή πηδηχτά στο έκτο τετράγωνο, πετάει και την πέτρα ψηλά, γυρίζοντας το χέρι του και κατά την επιστροφή την κρατάει πια στην τεντωμένη παλάμη του.
                Ο πέμπτος και τελευταίος γύρος είναι το Τυφλό. Ο παίκτης τοποθετεί την πέτρα πάνω στο κούτελό του και γέρνει το κεφάλι του κατά πίσω, προσέχοντας να μην πέσει η πέτρα. Έτσι κάνει όλη τη διαδρομή, χωρίς να βλέπει που πατάει και προσέχοντας να μην πατήσει στη γραμμή ή να μη βγει έξω από τα τετράγωνα, αλλιώς καίγεται και ξαναρχίζει.
                Όταν τα παιδιά παίζουν ομαδικά, νικάει εκείνη η ομάδα που οι παίκτες της έχουν καεί τις λιγότερες φορές.

ΑΜΠΑΡΙΖΑ

Παραδοσιακά είναι ένα παιχνίδι, κυρίως γι’ αγόρια 12-15 ετών, αλλά μπορούν να το παίξουν και κορίτσια. Έχει πολύ αυστηρούς κανόνες, που οι παίκτες πρέπει να τους κρατούν με κάθε τρόπο.
                Τα παιδιά, 8 ως 14 τον αριθμό, χωρίζονται σε 2 ομάδες και κάθε ομάδα έχει τη μάνα της. Κάθε ομάδα διαλέγει την περιοχή της, σε 100 με 150 βήματα απόσταση από την άλλη και στο κέντρο είναι η αμπάριζα ή η Μανή, κατά την ποντιακή παραλλαγή, που αποτελείται από ένα σωρό, καμωμένο με τα πανωφόρια των παιδιών ή τα σακάκια τους ή ένα δέντρο, αν υπάρχει σ’ αυτόν το χώρο. Γύρω απ’ την αμπάριζα, κάθε ομάδα χαράζει έναν κύκλο, με περιφέρεια 3 ως 4 μέτρων και εκεί θα φυλάγονται τα σκλαβάκια. Εμπρός από τον κύκλο αυτό, σε μια απόσταση 5 βημάτων, κάθε ομάδα χαράζει μια ίσια γραμμή, που δείχνει τα σύνορα της περιοχής της.
                Την αρχή του παιχνιδιού την κάνει ένας, ο πιο σερπετός από τους παίκτες της ομάδας Α, που προχωρεί προς τη γραμμή κι αρχίζει να κοροϊδεύει και να ειρωνεύεται τους αντιπάλους του. Τότε ο αρχηγός, η μάνα της αντίθετης ομάδας δίνει την εντολή σ’ έναν απ’ τους δικούς της, να τον κυνηγήσει και να πιάσει τον αιχμάλωτο. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να κυνηγήσει και να πιάσει τον αντίπαλο του, παρά μονάχα έξω από την περιοχή του και μονάχα αν έχει βγει ύστερα απ’ αυτόν. Αν ο αντίπαλος της ομάδας Α γυρίσει πίσω στην περιοχή του χωρίς να πιαστεί, τότε αυτός που τον κυνηγάει, δεν έχει δικαίωμα να μείνει στην ελεύθερη περιοχή, αλλά πρέπει να γυρίσει ξανά στο στρατόπεδό του και να πάρει «φωτιά» ή να πιάσει «αμπάριζα». Φωνάζει τότε: «Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω» και τότε χτυπάει την αμπάριζα και βγαίνει πάλι έξω. Εντωμεταξύ κι άλλοι παίκτες της ομάδας Α και της Β έχουν βγει και κυνηγιούνται. Αν κανείς φτάσει τον αντίπαλό του και τον αγγίξει, έστω και με τα δάχτυλα, και φωνάξει: «Σ’ έπιασα», τότε αυτός θεωρείται αιχμάλωτος και οδηγείται με θριαμβευτικές κραυγές στο στρατόπεδο των αιχμαλώτων του αντιπάλου, δηλ. στον κύκλο που είναι χαραγμένος γύρω από την αμπάριζα, και δεν επιτρέπεται να φύγει μόνος του. Ωστόσο αν κάποιος από τη δική του ομάδα καταφέρει να χωθεί μέσα στο εχθρικό στρατόπεδο και χτυπήσει έναν από τους αιχμαλώτους, τον ελευθερώνει. Δε μπορεί όμως να ελευθερώσει παρά μονάχα ένα σε κάθε έξοδό του. Αν κανείς από τους παίκτες είτε κατά λάθος είτε για να γλιτώσει έναν από τους δικούς του, βγει από την περιοχή του παιχνιδιού, που σχηματίζει γύρω γύρω ένα τετράγωνο, τότε θεωρείται λιποτάκτης και οδηγείται στο στρατόπεδο αιχμαλώτων του αντιπάλου.
                Οι αρχηγοί των ομάδων δεν παίρνουν μέρος στο παιχνίδι, γιατί αν τυχόν συλληφθεί ένας αρχηγός, τότε χάνει ολόκληρη η ομάδα του το παιχνίδι. Αντίθετα, αν ο αρχηγός της αντίπαλης ομάδας καταφέρει να εισχωρήσει στην περιοχή του εχθρού και χτυπήσει την αμπάριζα, τότε κερδίζει ολόκληρη η ομάδα. Φωνάζει, τότε, «Έπιασα την αμπάριζα» και το παιχνίδι θεωρείται τελειωμένο. Κανονικά το παιχνίδι συνεχίζεται έως ότου η μια ομάδα χάσει τόσους παίκτες, ώστε να μη μπορεί πια να συνεχίσει. Οι νικητές, τότε, κάθονται καβαλικευτά στη ράχη των νικημένων και κάνουν έτσι τη βόλτα όλης της περιοχής, περιγελώντας τους αντιπάλους.

Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ


Ο Καραγκιόζης στάθηκε πνευματική τροφή & ψυχαγωγία μεγάλων & μικρών για 100 και πλέον χρόνια, από τις γειτονιές της Αθήνας & του Πειραιά ως το τελευταίο ελληνικό χωριό. Γνήσιο λαϊκό δημιούργημα, βγήκε μεσ’ απ’ την ομαδική συνείδηση του ελληνικού λαού. Βέβαια οι μεγάλοι καραγκιοζοπαίχτες είναι επώνυμοι, δηλ. γνωστοί με τα ονόματά τους…
…Ο Καραγκιόζης είναι λαϊκή τέχνη, τέχνη προφορική, κοινό κτήμα του λαού που τη γέννησε, έστω κι αν δεν είναι παλιά, όπως τα δημοτικά τραγούδια, έστω κι αν δε γεννήθηκε στο παραδοσιακό χωριό, παρά στις γειτονιές των αστικών κέντρων που μόλις άρχιζαν να σχηματίζονται.
                ΙΣΤΟΡΙΑ: Η ιστορία του Καραγκιόζη στην Ελλάδα αρχίζει γύρω στα μέσα του 19ου αι. Ίσως να είχε εμφανιστεί λίγο πριν την επανάσταση, αλλά η πρώτη παράσταση που αναφέρεται, & μάλιστα σε εφημερίδα της εποχής, είναι στις 21 Αυγούστου 1841, στο Ναύπλιο.
                Η προέλευση όμως του Καραγκιόζη είναι πολύ παλιότερη. Υπάρχουν μερικοί που υποστηρίζουν ότι παραστάσεις με σκιές γίνονταν ακόμα & στα Ελευσίνια μυστήρια στην αρχαιότητα, αλλά αυτό ως τώρα δεν έχει αποδειχτεί.
                Ο Καραγκιόζης, όπως τον ξέρουμε σήμερα, έχει τις ρίζες του στην Άπω Ανατολή. Πριν από 10 αιώνες τουλάχιστον, οι Κινέζοι, που είχαν άλλωστε ανακαλύψει πρώτοι το χαρτί & έκλειναν μ’ αυτό τα παράθυρά τους, σκέφτηκαν να εκμεταλλευτούν την εντύπωση από τις σκιές που σχηματίζονταν τη νύχτα πάνω στη φωτισμένη επιφάνειά τους.


                Πραγματικά, το Θέατρο Σκιών στην Κίνα είχε στην αρχή θρησκευτικό χαρακτήρα, που σχετιζόταν με τις σκιές του Κάτω Κόσμου. Γι’ αυτό και το πανί του έπαιρνε ποιητικές ονομασίες, όπως «πανί των ονείρων», «πανί των σύννεφων», «πανί της προσδοκίας του θανάτου» …
                Από την Κίνα πήραν το Θέατρο Σκιών & άλλοι ανατολικοί λαοί: οι Ινδοί, οι Πέρσες, και τελικά οι Τούρκοι, που στην αρχή τού έδωσαν επίσης νόημα θρησκευτικό & σοβαρό, συνδυασμένο με τις γιορτές του Ραμαζανιού &  σιγά-σιγά έφτασαν στο κωμικό, όπως το ξέρουμε σήμερα.
                Πολλές παραδόσεις σχετίζονται με τη γέννηση του Καραγκιόζη στην Τουρκία. Σε γενικές γραμμές λένε, ότι ο Καραγκιόζης & ο Χατζηαβάτης ήτανε μαστόροι & δούλευαν στο χτίσιμο ενός μεγάλου αυτοκρατορικού κτιρίου. Αλλά ο Καραγκιόζης έλεγε τόσα αστεία, που οι άλλοι μαστόροι χάζευαν & σταματούσαν τη δουλειά & έτσι δεν τελείωνε το κτίριο. Το ‘μαθε ο Σουλτάνος, θύμωσε & πρόσταξε να σκοτώσουν τον Καραγκιόζη. Ύστερα όμως μετάνιωσε & έπεσε σε βαθιά μελαγχολία. Τότε ο Χατζηαβάτης έστησε ένα πανί, έφτιαξε φιγούρες χάρτινες & αναπαράστησε όλα τα αστεία του Καραγκιόζη &έμειναν από τότε να τα βλέπει ο κόσμος & να διασκεδάζει. Η παράδοση αυτή έχει πολλές παραλλαγές, αλλά σε όλες ο Χατζηαβάτης, με το δουλοπρεπή χαρακτήρα του, παρουσιάζεται αχώριστος σύντροφος του Καραγκιόζη, που δεν το βάζει κάτω.
                Ιστορικά πάντως, δημιουργός του τούρκικου Θεάτρου Σκιών θεωρείται ο σεΐχης Μεχμέτ Κιουστερή, που δοξάστηκε & έμεινε ως τώρα το όνομά του & το μνημείο του στην Προύσα. Στις παραστάσεις μάλιστα του σοβαρού Καραγκιόζη, που γινόταν τις μέρες του Ραμαζανιού, άρχιζαν το έργο ζητώντας τη χάρη του Αλλάχ & αμέσως μετά μνημόνευαν το όνομα του Κιουστερή.
                Τον 16ο αι. ο Καραγκιόζης έχει διαδοθεί σ’ όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία & έχουν πια καθοριστεί τα χαρακτηριστικά του. Είναι άλλωστε το μόνο είδος θεάτρου που μπόρεσε να ζήσει στην Τουρκία, γιατί το Κοράνι απαγόρευε οποιαδήποτε αναπαράσταση της ανθρώπινης μορφής. Τη σκιά τη δέχτηκαν οι Μουσουλμάνοι θεολόγοι, επειδή, όπως είπαν, όλα τα πράγματα έχουν τη σκιά τους, που είναι κάτι ξεχωριστό από το σώμα.
                Το περιβάλλον όπου κινείται ο τούρκικος Καραγκιόζης είναι ο μαχαλάς, η συνοικία, με τις χίλιες δυο λεπτομέρειες & τα πρόσωπα της καθημερινής ζωής: τον Καραγκιόζη, τον Χατζηαβάτη, τον Τσελεμπή (ομορφόπαιδο), τον μπεκρή, τον αλήτη, τον Μπεμπερουή (μικρό καμπούρη) & τον Τουζούζ (μισητό σύμβολο της τρομερής εξουσίας). Ακόμα τύπους από επαρχίες της τούρκικης αυτοκρατορίας. Άλλους τύπους εθνικούς της κοσμοπολίτικης Κωνσταντινούπολης: τον Αρβανίτη, τον Αρμένη, τον Φράγκο. Πρόσωπα από παραμύθια λαϊκά & καθώς & διάφορα μυθικά πλάσματα. Πουθενά δε θα βρούμε τον Βεζίρη, τον Μπέη, τη Βεζιροπούλα. Ο τούρκικος Καραγκιόζης αποφεύγει και να αναφέρει ακόμα τα επίφοβα υψηλά πρόσωπα.
                Ένα άλλο γνώρισμα του τούρκικου Καραγκιόζη, εκτός από τη φοβερή ελευθεροστομία & χυδαιολογία του (άλλωστε το θέαμα δεν το έβλεπαν ποτέ άντρες & γυναίκες μαζί), ήταν ότι κυριαρχούσε σ’ αυτόν η κοινωνική ανισότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Καραγκιόζης τις τρώει πάντα από τον συμβιβασμένο με την άρχουσα τάξη Χατζηαβάτη, αντίθετα από ότι γίνεται αργότερα στον ελληνικό Καραγκιόζη.
                Αυτόν τον Καραγκιόζη τον γνώρισαν φυσικά και οι Έλληνες της Πόλης. Είναι πιθανό ότι ο ελληνικός Καραγκιόζης δεν παίχτηκε ποτέ εκεί, γιατί η τουρκική εξουσία δεν ευνοούσε τις συγκεντρώσεις. Μετά την επανάσταση όμως, Έλληνες από την Κων/πολη μεταφέρουν το θέαμα πρώτα στην Ήπειρο & έπειτα στην Πάτρα. Ο πρώτος που τον έφερε ήταν, φαίνεται, ο Μπαρμπαγιάννης ο Μπράχαλης. Ένα Καραγκιόζη πολύ κοντά στην τούρκικη μορφή, με πρόσωπα σχεδόν όλα διαφορετικά απ’ αυτά που ξέρουμε σήμερα & με αρκετή ακόμα χυδαιολογία. Γι’ αυτό και στην αρχή η ελληνική κοινωνία δεν τον καλοδέχεται & καμιά φορά επεμβαίνει και η αστυνομία.
                Όμως σιγά-σιγά ο Καραγκιόζης ριζώνει στον ελληνικό χώρο & εξελληνίζεται. Καθαρίζεται εντελώς από το χυδαίο στοιχείο. Δημιουργεί τύπους μέσ’ απ’ το ελληνικό περιβάλλον της εποχής, όπως ο σιορ-Διονύσιος, ο Μπαρμπαγιώργος, ο Μορφονιός, ο Σταύρακας, η Καραγκιόζαινα, το Κολλητήρι… Βέβαια υπάρχουν και οι Τούρκοι: ο Πασάς, η Βεζιροπούλα, ο Δερβέναγας, πρόσωπα μάλιστα, που, όπως είδαμε, τα έπλασαν πρώτοι οι Έλληνες καραγκιοζοπαίχτες.
                ΕΠΟΧΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ: Μπορούμε να ξεχωρίσουμε 3 περιόδους.
                Α)  Εποχή 1850-1880, όταν δεν έχει πάρει οριστικά την ελληνική του μορφή.
                Β)  Εποχή 1880-1910, η ακμή του Καραγκιόζη, που αρχίζει στην Πελοπόννησο, κυρίως στην Πάτρα, με το μεγάλο καραγκιοζοπαίχτη Δημήτριο Σαρντούρη ή Μίμαρο. Αυτός ήταν ένα καταπληκτικό ταλέντο, μίμος θαυμάσιος, άριστος σχεδιαστής, τραγουδιστής & καλλίφωνος. Ήξερε αρκετά γράμματα & ήτανε και ψάλτης στην εκκλησία. Έπλασε τύπους καινούργιους, όπως τον σιορ-Διονύσιο & δημιούργησε πρώτος ιστορικά έργα. Ο μαθητής του Γιάννης Ρούλιας από το Καρπενήσι, ξεκινώντας από μια ιδέα του Μίμαρου, έπλασε το κοσμαγάπητο & γνήσια ελληνικό πρόσωπο του Μπαρμπαγιώργου.
                Γ) Εποχή 1910-1940. Αυτή, όπως είπαν, είναι η εποχή, αν όχι της μεγάλης δημιουργίας, πάντως της μεγάλης τελειότητας. Εδώ κυριαρχεί ο περίφημος καραγκιοζοπαίχτης Αντώνης Παπούλιας ή Μόλλας, που δοξάστηκε όσο κανένας άλλος στο είδος του. Ήταν ένα έμφυτο ταλέντο γεννημένο μέσα στις φτωχογειτονιές της Αθήνας, που έμαθε την τέχνη παρακολουθώντας κρυφά τους καραγκιοζοπαίχτες της εποχής του. Έτσι, μια μέρα, παιδί 17-18 χρόνων, πρότεινε στον Ρούλια, που ήταν άρρωστος, να τον αντικαταστήσει. Και τότε φανερώθηκε ένας καινούργιος δημιουργός.
                Ο Μόλλας έπλασε δικά του πρόσωπα, τον Σαναλέμε, τον Πεπόνια, τον Ομορφονιό. Για να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις του κοινού, που είχε αρχίσει να επηρεάζεται απ’ τον κινηματογράφο, έκανε καινοτομίες στα σκηνικά, προσθέτοντας αεροπλάνα, αυτοκίνητα κ.ά. Τις φιγούρες δεν τις σχεδίαζε ο ίδιος & χρησιμοποιούσε άλλους & για τα τραγούδια, αλλά ήταν σπουδαίος μίμος κι άφησε όνομα. Ήταν ωστόσο ο πρώτος που τύπωσε κείμενα του Καραγκιόζη & μ’ αυτό τον τρόπο αρχίζει η τυποποίηση & η απομάκρυνση από την προφορική παράδοση, που είναι η ουσία αυτού του λαϊκού θεάτρου.
                Πάρα πολλοί άλλοι καραγκιοζοπαίχτες είναι γνωστοί από τις 2 αυτές τελευταίες εποχές του ελληνικού Καραγκιόζη, όπως ο Μάρκος Ξάνθος από την Κρήτη & ο Κώστας Μάνος από το Άργος. Από τους τελευταίους, ξεχωρίζουμε τον Χρίστο Χαρίδημο, και την οικογένεια των Σπαθάρηδων (ο πατέρας Σωτήρης & ο γιος του Ευγένιος).
                ΚΥΡΙΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ: Πρώτα-πρώτα ο χώρος. Όσες καινοτομίες κι αν προστέθηκαν κατά καιρούς, τα δύο βασικά σημεία απ’ όπου ξεκινάει η δράση πάνω στον μπερντέ είναι δεξιά το σαράι του πασά, μεγαλόπρεπο & πολυστολισμένο & αριστερά η ετοιμόρροπη καλύβα του Καραγκιόζη. Μ’ αυτόν τον τρόπο μας δίνεται όλο το κοινωνικό πλάτος ανάμεσα στον ισχυρό που αντιπροσωπεύει τη δύναμη, τον πλούτο, την εξουσία & στον πιο αδύναμο, κακομοιριασμένο πολίτη του κράτους.
                Στο σαράι του πασά ή του βεζίρη κατοικούν μαζί του η κόρη του η βεζιροπούλα, 1-2 αξιωματικοί της υπηρεσίας του και ο Δερβέναγας ή Βελιγκέκας, Αλβανός αγριάνθρωπος, που είναι φύλακας και μπράβος του πασά. Στο καλύβι μένει ο Καραγκιόζης με την Καραγκιόζαινα & τα Καραγκιοζόπουλα. Ανάμεσα σ’ αυτά τα 2 σημεία μπορεί να υπάρχει νοερά όλη η πόλη ή όλο το κράτος. Η απόσταση & ο χρόνος δεν έχουν εδώ σημασία, είναι συμβατικά. Εδώ είναι ο χώρος & ο χρόνος της φαντασίας, που δεν έχει αρχή & τέλος.
                Έτσι μπαίνει πίσω από το πανί ολόκληρος ο ελληνικός χώρος με τους τοπικούς του τύπους, τα γλωσσικά του ιδιώματα-ακόμα και την καθαρεύουσα, που θα έπρεπε να μας ξαφνιάζει σε κείμενα του λαϊκού λόγου. Αλλά ο Καραγκιόζης δεν γεννιέται μέσα στην αγροτική κοινωνία σαν το δημοτικό τραγούδι, παρά σε μια κοινωνία καινούργια (της πόλης), της οποίας η καθαρεύουσα είναι το σύμβολο της κοινωνικής ανόδου.
                ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ:
                ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ. Θεόφτωχος άνθρωπος του λαού, πανάσχημος, εφευρετικός, κεφάτος, έτοιμος να ανακατευτεί παντού, στο καλό και στο κακό, για να κερδίσει κάτι. Με την ανάμειξη του αυτή συχνά γελοιοποιεί τις τέχνες, τις επιστήμες, τους θεσμούς & τον ίδιο τον εαυτό του. Πεινασμένος όπως είναι πάντα-κι αυτός και η οικογένειά του-μ’ εκείνη την αχόρταστη πείνα που ήταν η συντρόφισσα του ελληνικού λαού στα χρόνια εκείνα. Τις περισσότερες φορές την παθαίνει & τις τρώει άγρια, αν και κάποτε προφταίνει να δώσει κι αυτός μερικές. Φέρνει μαζί του το αισιόδοξο μήνυμα του λαϊκού Ρωμιού που, παρ’ όλες τις αντιξοότητες, κατορθώνει πάντα να επιζεί.
                ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ. Το αντίθετο του Καραγκιόζη. Γνωστικός και μετρημένος, τα ‘χει καλά με την εξουσία, συμβιβασμένος δούλος από την αρχή. Αυτός παίρνει τις εντολές από τον πασά & βάζει τον Καραγκιόζη να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Σοβαρός ή μάλλον σοβαροφανής, μιλάει καθαρεύουσα (και στον τούρκικο Καραγκιόζη μιλούσε λόγια γλώσσα) & πάντα προσπαθεί να κολακέψει και να πετύχει κάτι. Αυτό δεν εμποδίζει τον Καραγκιόζη να τον καταχερίζει κάθε τόσο, σε αντίθεση με τον τούρκικο Καραγκιόζη, όπου δέρνει πάντα ο Χατζηαβάτης.
                ΚΟΛΛΗΤΗΡΙA.Οι γιοι του Καραγκιόζη, με την ψευδή γλώσσα, πονηρά πανομοιότυπα με τον πατέρα τους, που τον βοηθάνε στις παλιοδουλειές του.
                ΣΙΟΡ-ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ή ΝΙΟΝΙΟΣ. Ζακυνθινός, ξεπεσμένος κατά φαντασία αριστοκράτης, καυχησιάρης, επιφανειακά ευγενικός, με πολλές τσιριμόνιες και μια γλώσσα γεμάτη παραφθαρμένες ιταλικές λέξεις.
                ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΩΡΓΟΣ. Διαμορφώθηκε μετά τον άτυχο πόλεμο του 1897. Αγνός τσοπάνης από τη Ρούμελη, θείος του Καραγκιόζη, τον έχει διαρκώς άχτι, για τα «χουνέρια» που του κάνει, αλλά συχνά τον βγάζει από τις δυσκολίες. Τον θαυμάζει άλλωστε στο βάθος για τα γράμματα που ξέρει. Τσιγκούνης, προληπτικός, φιλάρεσκος, λεβέντης & ατρόμητος.
                ΔΕΡΒΕΝΑΓΑΣ. Αλβανός Βεληγκέκας, με φρικτά ελληνικά, προσωπικός εχθρός του Μπαρμπαγιώργου.
                ΣΤΑΥΡΑΚΑΣ. Αρκετά αντιπαθητικός, είναι ο μάγκας της παλιάς Αθήνας, δειλός στο βάθος, στα λόγια απειλητικός και καυχησιάρης, τις τρώει κι αυτός από τον Καραγκιόζη.
                ΟΜΟΡΦΟΝΙΟΣ. Κομψευόμενος, μ’ όλη την τεράστια μύτη του, δανδής, ερωτόληπτος, μαμμόθρεφτος & πολύ φαντασμένος. Τελειώνει όλες του τις φράσεις μ’ ένα  «ουίτ!», που είναι μάλλον το γαλλικό oui. Γενικά σαχλός.
                ΠΑΣΑΣ ή ΒΕΖΙΡΗΣ. Πλούσιος & δυνατός άρχοντας, ανώτατος αξιωματούχος των Τούρκων. Περιέργως δεν παρουσιάζεται σκληρός κι αυταρχικός (παρά μόνο στα ιστορικά έργα). Αντίθετα είναι μεγαλοπρεπής, σοβαρός & δίκαιος.
                Αυτά (μαζί με τη ναζιάρα βεζιροπούλα και την πολύπαθη Καραγκιόζαινα, την Αγλαΐα) είναι τα κυριότερα βασικά πρόσωπα του Καραγκιόζη. Ανάλογα με την εξέλιξη που πήρε με τον καιρό το θέατρο σκιών, προστέθηκαν κι άλλα πρόσωπα
                ΟΙ ΦΙΓΟΥΡΕΣ: Πρόκειται για λαϊκή ζωγραφική. Ήταν και είναι κομμένες γύρω-γύρω στο περίγραμμά τους, έτσι ώστε, καθώς τις κινούν πίσω από την οθόνη (το πανί), με το φως που πέφτει από πίσω τους διαγράφονται τα σχήματά τους, δηλαδή η σκιά τους, πάνω στο άσπρο πανί.
                Στην αρχή ήταν χάρτινες & το μέγεθός τους μικρό. Αργότερα γίνονται μεγαλύτερες & διάτρητες, ώστε να περνά το φως και να διαγράφονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου & της φορεσιάς ξεκάθαρα από τη μεριά των θεατών.
                Από το 1923 άρχισε να χρησιμοποιείται το δέρμα. Το δέρμα επιτρέπει, με τη διαφάνειά του, τη χρήση του χρώματος. Έτσι η χρωματιστή πια παράσταση αποκτά μεγαλύτερο οπτικό ενδιφέρον.
                ΤΟ ΡΕΠΕΡΤΟΡΙΟ: Αποτελείται από 3 κατηγορίες έργων.
                Α) Τα καθαρά κωμικά.
                     όπως: «Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΟΣ»
                     «Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΠΛΟΙΑΡΧΟΣ»
                     «Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΜΑΓΕΡΑΣ»
                     «Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ» κ.ά.
                Β) Έργα εμπνευσμένα από παραμύθια ή θρύλους, που συνδέουν τον Καραγκιόζη με τις ρίζες της ελληνικής παράδοσης.
                     όπως:  «Ο ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΤΗΡΑΜΕΝΟΣ ΟΦΙΣ» κ.ά.

                Γ) Ηρωικά ή ιστορικά δράματα.
                     όπως:  «Ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΚΑΝΔΗΛΑΝΑΠΤΗΣ»
                     «Ο ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗΣ»
                     «ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΙ ΑΛΗ-ΠΑΣΑΣ» κ.ά.

   ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: 
«ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ» – (ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΝΩΣΗ»)
 ΜΟΥΣΕΙΟ ΛΑΪΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ


http://video.google.com/googleplayer.swf?docid=-1854432561792770501&hl=el&fs=true

Ο ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ


Το πιο απαραίτητο και το πιο πολύτιμο εργαλείο για την κάθε νοικοκυρά ήτανε ο αργαλειός. Έχοντας αργαλειό στο σπίτι της, στο πιο ευάερο και πιο ευήλιο δωμάτιο, κάθε αγροτική οικογένεια, ήταν σαν να είχε στη δούλεψή της ένα ατομικό υφαντουργικό εργαστήρι, που κάλυπτε όλες τις ανάγκες σε είδη ρουχισμού και κλινοστρωμνής…

 
…Το στήσιμο του αργαλειού δεν ήταν και τόσο εύκολη υπόθεση. Ήθελε σταθερότητα και ζύγισμα, για να μη μετατοπίζεται με τα τραντάγματα από τις κινήσεις που έκανε η νοικοκυρά. Στα περισσότερα σπίτια του χωριού o αργαλειός ήταν μόνιμα στημένος, κάτω από χαγιάτια (μπαλκόνια), στο κατώι δίπλα πάντα από παράθυρο και προσωρινά πολλές φορές στην άκρη του δωματίου στο σπίτι
 
Ο αργαλειός  φτιαχνόταν από τέσσερα ισομεγέθη γερά και βαριά όρθια ξύλα δέντρου, που συνδέονταν και με άλλα ξύλα, με ειδικούς αρμούς και είχε τα έξης εξαρτήματα:
 
Ας ξεκινήσουμε από το βασικό αντί, που είχε το νήμα. Αυτό τοποθετείται απέναντι από την υφάντρα. Το νήμα αυτό χωρισμένο από τον γκάρδιο (σιδερένια βέργα), σχηματίζει 2 επιφάνειες, οι οποίες πέρναγαν μέσα από τα μιτάρια και τα χτένια και κατέληγαν στο αντί, που ήταν μπροστά στην υφάντρα και λεγόταν σχιστάνι. Τούτο το έλεγαν έτσι, γιατί φέρει σχίσιμο στη μέση ώστε να περνάει το ύφασμα. 
Τα μιτάρια ήταν δικτυωτά πλέγματα νημάτων, σε σχήμα 8. Ήταν στερεωμένα τα νήματα σε δυο λεπτές σανίδες, που είχαν σταθερή θέση. Λέγονται μιτάρια, γιατί το νήμα λέγεται και μίτος (βλ. Μίτος της Αριάδνης, Θησέας, Λαβύρινθος – από τη μυθολογία). 
 
Από εκεί οι κλωστές πήγαιναν στα καρούλια ή καρέλια, στην οροφή του αργαλειού. Αυτά κρέμονταν κι είχαν την ικανότητα με τις πατήθρες ή ποδαρίτσες, που κρέμονται απ’ αυτά, να μετακινούνται οι κύκλοι του 8, πότε πάνω και πότε κάτω. Οι πατήθρες πατιόνται όταν ήθελε η υφάντρα να μετακινήσει τις δυο επιφάνειες των νημάτων. Στη συνέχεια οι κλωστές περνάνε μάσα από τα χτένια. Και αυτά ήταν φτιαγμένα από μικρά τεμάχια καλαμιού ή σύρματος, που ήταν στερεωμένα σε 2 παράλληλα τεμάχια σανιδιών. Το άνοιγμα που αφήνουν τα καλαμάκια χαρακτήριζε τα χτένια σε: 1) Δασόχτενα (δασιά υφάσματα – πουκάμισα και σκουτιά), 2) Ρασόχτενα (για τα ράσα των παπάδων) και 3) Πανόχτενα (για λιόπανα, αντρομίδες, βελέντζες, κιλίμια, κάπες, σαγίσματα) και λοιπά. Το χτένι μπαίνει σε μια θήκη, που το στερέωνε κι έτσι η υφάντρα το κτύπαγε με όση δύναμη χρειαζόταν για να σφίξει το νήμα. Η θήκη αυτή κρέμεται από την οροφή του αργαλειού. 
 
Ανάμεσα λοιπόν στις 2 επιφάνειες των τεντωμένων νημάτων, που ανεβοκατεβαίνουν, χορεύει η σαΐτα, που είναι μακρόστενο ρομβοειδές εργαλείο, με κοιλιά στη μέση, για να μπαίνουν τα μασούρια και τα κουλούκια. Τα μασούρια και τα κουλούκια ήταν μικρά σωληνάκια, που πάνω τους τυλιγόταν το υφάδι.  
Φτάσαμε έτσι κοντά στα χέρια της υφάντρας. Μπροστά της έχει στερεωμένο το σχιστάνι. Με σφήνες το περιστρέφει κάθε τόσο και λιγάκι, για να χοντρύνει το βιλάρι. 
Στην Ελλάδα χρησιμοποιούνταν 3 είδη αργαλειού: ο πλαγιαστός, ο όρθιος και του λάκκου. Ο πλαγιαστός ήταν ο πιο συνηθισμένος. Φτιαγμένος από 4 ξύλα που συνδέονταν χαμηλά με 4 χοντρά σανίδια και με άλλα 4 στην κορυφή τους.
 
Οι γυναίκες έφτιαχναν μ’ αυτόν φουστάνια, μεσοφόρια, ποδιές, φανέλες, γιορντάνια και μπούστα, για τον εαυτό τους. Για τους άνδρες έφτιαχναν παντελόνια, πουκάμισα, βράκες, φανέλες, κάπες και καπότες με τις κουκούλες. 
Ο άλλος, εξίσου σημαντικός, τομέας προσφοράς του αργαλειού ήταν τα κλινοσκεπάσματα της οικογένειας. Πολύχρωμες μπατανίες, χράμια, βελέντζες, σαλίσματα, κιλίμια, κουρελούδες, και τσαντίλες. Απ’ αυτά τα είδη, οι βελέντζες και τα σαλίσματα είχανε και μια επιπρόσθετη επεξεργασία. Τα πηγαίνανε υποχρεωτικά στη νεροτριβή (σ’ αυτή έστριβε το νερό ο μυλωνάς, όταν δεν είχε άλεσμα). Τα βάζανε σε μια μεγάλη φυσική (συνήθως) γούρνα κι έπεφτε από ψηλά τρεχούμενο νερό. Αυτό συνεχιζότανε για μια βδομάδα περίπου. Είχε σαν αποτέλεσμα, με το συνεχές κτύπημα του νερού, να φουσκώνουν, να βγάζουν χνούδι κι έτσι γίνονταν πιο απαλά στη χρήση τους.
Κύριες πρώτες ύλες το μαλλί, το βαμβάκι, το λινάρι και το μετάξι. Προϊόντα που τα έβρισκαν σχετικά εύκολα, κι αυτό βέβαια γιατί ήταν κτηνοτρόφοι και γεωργοί.
Για να φτάσουν αυτά τα υλικά στον αργαλειό, έπρεπε να προηγηθεί μια μακριά διαδικασία.

ΤΟ ΜΑΛΛΙ: Ήταν και είναι η σπουδαιότερη πρώτη ύλη. Μ’ αυτό ύφαιναν σε όλη την Ελλάδα κιλίμια για το πάτωμα, μπατανίες, χράμια, τορβάδες-σάκους δηλ. για τη μεταφορά τροφίμων ή εργαλείων-κάπες και σκουτιά (μάλλινα κατώτερης ποιότητας). Τα πρόβατα κουρεύονται την άνοιξη. Το μαλλί ζεματίζεται, μετά πλένεται στη βρύση ή στον ποταμό, το στέγνωναν και το λανάριζαν (= έξαιναν).
    Ύστερα γινόταν η διαλογή. Το πιο καλό βγαίνει από τη ράχη του ζώου. (Οι Σαρακατσαναίοι μπορούσαν να ξεχωρίσουν μέχρι και σαράντα λογιών μαλλί). Το μακρύ το έγνεθαν στη ρόκα, το κοντό στην τσικρίκα (είδος διπλής ρόκας). Ορισμένα είδη (ταγάρια, σακιά ελαιοτριβείου, διάδρομοι) γίνονται από τραγόμαλλο κι έχουν πιο τραχιά υφή. Το γνέμα τυλιγόταν στο αδράχτι, για να καταλήξει τελικά στα σαΐτα του αργαλειού. Ήταν το υφάδι, ενώ το στημόνι (=πολύ γερή κλωστή, που δεν κοβόταν κατά την ύφανση) ήταν το μοναδικό είδος που χρειαζόταν να αγοράσουν οι νοικοκυρές για να υφάνουν.

ΤΟ ΒΑΜΒΑΚΙ: Εμφανίζεται στην Ελλάδα τον 2ο αι. Τα 18ο αι. αποτελεί, με τη μορφή νήματος, σπουδαίο εξαγωγικό προϊόν. Τα Αμπελάκια, η Τσαρίτσανη, ο Τίρναβος, οι Σέρρες και η Αγιά ευημερούσαν χάρη σ’ αυτό. Αφού το ξεκουκίσουν, το κόβουν με το δοξάρι (=εργαλείο σε σχήμα τόξου, με το οποίο ξαίνουν το βαμβάκι και το μαλλί) κι ύστερα το κλώθουν με τη ρόκα και το αδράχτι.                               

ΤΟ ΛΙΝΑΡΙ: Η συγκομιδή του γινόταν από γυναίκες, με επικεφαλής τη δραγομάνα. Το θέριζαν, όπως το σιτάρι, το έκαναν δεμάτια κι άφηναν το κάθε δεμάτι μέρες μέσα στο νερό για να μαλακώσει πολύ και μετά το πέρναγαν από το μαγκάνι, για να φύγει η εξωτερική φλούδα, να γίνει δηλαδή τέλεια αποφλοίωση. Θέλει υπομονετικό κοπάνισμα, βρόχιασμα (=να φύγουν οι κόμποι), βούρτσισμα, ώσπου να μείνει το καθαρό λινάρι, το σκουλί, που το γνέθουν για να φτιάξουν το ράμμα, δηλ. το λεπτότατο νήμα που περνά από το βελόνι. Η επεξεργασία του είναι πολύπλοκη.
                Από το χοντρό λινάρι φτιάχνουν σακιά, ντορβάδες, τσαντίλες και καραβόπανα. Από το λεπτό, εσώρουχα και πουκάμισα.

ΤΟ ΜΕΤΑΞΙ: Έρχεται στην Ελλάδα την εποχή του Ιουστινιανού. Ήταν το σπουδαιότερο προϊόν της περιοχής του Αξιού, της Χαλκιδικής, του Πηλίου του θεσσαλικού κάμπου και της Πελοποννήσου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Τα μετάξι είναι «ωμό», δηλ. δε χρειάζεται γνέσιμο.
                Χρειάζονταν όμως και βαφικές ύλες για να δώσουν χρώμα στις πρώτες ύλες. Ως τα τέλη του 19ου αι., μοναδική ύλη βαφής ήταν τα φυτικά χρώματα, που έμεναν αναλλοίωτα στο ηλιακό φως και στο πλύσιμο και έδιναν λαμπερούς χρωματισμούς. Από το ριζάρι (=φυτό) έβγαζαν οι Αμπελακιώτες το ονομαστό κόκκινο χρώμα. Οι φλούδες των φρέσκων καρυδιών δίνουν το μαύρο, το λουλάκι το γαλάζιο και τα φύλλα της άσπρης μουριάς, σε συνδυασμό με λίγα φύλλα μηλιάς, το κίτρινο καναρινί.
                Το νήμα πλέον είναι έτοιμο να μπει στον αργαλειό να αρχίσει η ύφανση. Ο  αργαλειός κυριάρχησε στο ελληνικό νοικοκυριό πάνω από 3 χιλιετίες.

 Σχήμα ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ


      Βιβλιογραφία: 
           ΛΑΪΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ (Σταύρος Αβδούλος) – Εκδ. Φιλίστωρ
           ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ – Εκδ. Γνώση
           ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ – Μπαλαφούτης Κ.Γ.
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

%d bloggers like this: