ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Τα Χριστούγεννα δίδουν σε όλους μας τη μοναδική ευκαιρία να αναβαπτίσουμε την ύπαρξή μας στο μυστήριο της αγάπης του Θεού, χωρίς το οποίο δεν μπορει να φωτισθεί και προσεγγισθεί το μυστήριο του ανθρώπου…

…Αν παραμερίσουμε τον ορθολογισμό και σκεπτικισμό μας, την υπερηφάνεια και αυτάρκεια του ανθρώπου που νομίζει ότι όλα τα εξηγεί και κατορθώνει, την αγωνιώδη μέριμνα του βίου, τη ρουτίνα πολλών καθημερινών ματαίων πράξεων και επιδιώξεων που κατατρώγουν τη ζωή μας, τα πάθη και τις αδυναμες μας, και προσέλθουμε στο σπήλαιο της Βηθλεέμ με ταπείνωση και απλότητα, θα αποκαλυφθεί και σε μας το μεγάλο και μοναδικό μυστήριο που συντελείται εκεί.

Δεν μπορεί κανείς να προσεγγίσει το μυστήριο αυτό αν δεν μετανοήσει, δηλαδή αν δεν αλλάξει νούν, αν δεν παύσει να βλέπει τα πράγματα από τη στενή και φτωχή προοπτική του αρρωστημένου από τον εγωϊσμό ανθρώπου, για να τα δεί μέσα στήν αιώνια και άπειρη προοπτική του Θεού.

Οταν μιλάμε για την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, ως μυστήριο πρέπει να τον αντιλαμβανόμαστε και ως μυστήριο πρέπει να την προσεγγίζουμε, γιατί όλα τα γεγονότα της ενανθρωπήσεως, της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού έγιναν με θαυμαστό τρόπο που ξεπερνά το νου άνθρώπου. Οι Πατέρες της εκκλησίας λένε ότι, εαν η  θεία ενανθρώπηση ήταν καταληπτή, δεν θα ήταν θεία και παρομοιάζουν όσους αμφιβάλλουν ή δεν πιστεύουν, με εκείνον που καθόταν στο σκοτάδι και πληρώθηκε από φώς, επειδή όμως δεν γνώριζε το πως ήλθε το φώς, δεν δέχθηκε το φωτισμό. Αν πιστεύαμε μόνο σε όσα μπορούσαμε να αντιληφθούμε με τη γνώση, τότε δεν θα έπρεπε να υπάρχει τιποτε πέρα απ’ αυτο που ο νους μας συλλαμβάνει και προπαντός δεν θα έπρεπε να υπάρχει ο ακατάληπτος Θεός, εφ’ όσον ο ανθρώπινος νους αδυνατεί να τον αντιληφθεί. Είναι λοιπόν τολμηρό να ερωτάμε πως ο Θεός έγινε άνθρωπος και να προσπαθούμε με τη διάνοια μας να το εξιχνιάσουμε, όταν αγνοούμε ακόμη και για τον εαυτό μας πως γίναμε άνθρωποι, πως η νοερή ψυχή μας είναι συνδεδεμένη με το σώμα μας. Γι’ αυτο ο μόνος τρόπος προσεγγίσεως στο μυστήριο της ενανθρωπίσεως και σαρκώσεως του Θεού είναι η πίστη στην παντοδυναμία της θελήσεως και της αγάπης του Θεού.

Η εορτή των Χριστουγέννων που αποτελεί ως γεγονώς «σεισμόν γης», κατά την χαρακτηριστική έκφραση του Αγίου Γρηγορίου το Θεολύγου, είναι το κεντρικό μυστήριο όλης της Θείας Οικονομίας. η δημιουργία και η σωτηρία, όλη η ελεημοσύνη και η φιλανθρωπία της Αγίας Τριάδος, ανακεφαλαιώνονται στον Θεάνθρωπο Χριστό, που με την ενσάρκωση Του κι όλα τα μυστήρια της ένσαρκης παρουσίας Του, απεκάλυψε τη χριστολογική και χριστοκεντρική ρίζα και προοπτική κάθε πραγματικότητας καί ολόκληρης της πραγματικότητας. έτσι εξηγείται γιατί τα Χριστούγεννα γορτάζονται και πανηγυρίζονται σαν «τη σωτήρια του κόσμου, η γενέθλιος ημέρα τής ανθρωπότητος, η κοινή εορτή πάσης της κτίσεως» (Μ. Βασίλειος). Επειδή, ο «επιδημίσας Λόγος του Θεού εκένωσεν εαυτόν, ίνα τώ κενώματι αυτού πληρωθή ο κόσμος».

«Επειδή ο Θελος,» λέγει ο Αγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «μας έδωσε να κοινωνήσουμε το καλύτερο και δεν το φυλάξαμε, γι’ αυτό μεταλαβαίνει το χειρότερο, εννοώ τη φύση μας,
ώστε από τη μια μεριά να ανακαινίση τον εαυτό Του και με τον εαυτό Του το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, και από τήν άλλη να διδάξει και σε μας την ενάρετη πολιτεία, αφού με τον εαυτό Του την έκαμε σε μας δυνατή. Να μας ελευθερώσει από τη φθορά με την κοινωνία της ζωης γενόμενος απαρχή της αναστάσεώς μας. Να ανακαινίσει το σκεύος που αχρειώθηκε και κομματιάστηκε,να μας λυτρώσει από την τυραννία του διαβόλου, με το να μας καλέσει στη θεογνωσία και να τον νεκρώσει, να μας μάθει νά παλεύουμε αποτελεσματικα με τον τυραννο, οπλισμένοι με υπομονή και ταπείνωση».

Ο Θεός έγινε τέλειος και αληθινός άνθρωπος, «άνθρωπος εν πληγή», «εν δούλου μορφή», χωρίς να πάψει να είναι τέλειος και αληθινός Θεός, για να κάμει τον άνθρωπο πλήρη και τέλειο υιό του Θεού και Θεό κατά χάριν. «» Ο Θεός πτωχεύει την εμήν σάρκα, ίνα εγώ πλουτίσω την αυτού Θεότητα…. κενούται της εαυτού δόξης επί μικρόν, ίνα εγώ της εκείνου μεταλάβω πληρώσεως». Ο Θεός μας ‘ερχεται να κενωθεί, να πτωχεύσει, να κριθεί, να σταυρωθεί, να κατέλθει στον άδη, να αναστηθεί και να αναληφθεί, για να φανερώσει με όλο αυτό το μυστήριο τής κενώσεώς Του, ότι δεν είναι δύναμη, ισχύς, αυθεντία, κυριαρχία, νομοθεσία, καταδίκη, τιμωρια, εκδίκηση. Ερχεται, με ‘αλλα λόγια, να σώσει στην αγάπη και με την αγάπη Του τον άνθρωπο, να βαστάξει όλες τίς ασθένειές μας και νά σηκώσει ιόλα τα ανομίματά μας, να μεταμορφώσει όλες τλς απελπιστικά ανθρώπινες καταστάσεις σε γνώση της δυνάμεως της αναστάσεώς Του.

Ο Χριστός γεννιέται και ανακλώνεται πραγματικά στην εκκλησία, καί στό λίκνο της καρδιάς μας, που είναι λίκνο τών αλόγων παθών «θέλων ρύσασθαι ημάς εκ της αλογίας».
H φάτνη τής σαρκώσεως γίνεται το θυσιαστήριο τού κόσμου από το οποίο προσφέρεται ο άρτος τού Λόγου τού Θεού σαν τροφή των λαών της γης διότι στο μυστήριο των Χριστουγέννων θεάται, προσκυνείται και δοξάζεται ολόκληρη η σωτηρία. Αυτό είναι τό μυστήριο που μπορούν να θαυμάζουν όσοι μπορούν να αναγνωρίζουν τη μεγαλειώτητα στην ταπείνωση, τόν πλούτο στην πτώχεια, την ελευθερία στήν υπακοή.

Στην Καστοριά, μεταξύ των 72 βυζαντινών ναών, προεξέχουσα θέση κατέχει ο ναός της Παναγίας της Κουμπελίδικης, όπως λέγεται, εξαιτίας του χαρακτηριστικού και υπερβολικού σε ύψος τρούλου του (κουμπέ), του 11ου αιώνα και τοιχογραφίες του 14 ου αιώνα. Στο εξωτερικό τείχωμα της προσόψεως και προ της κεντρικής εισόδου υπάρχει σε φυσικό μέγεθος η εικόνα της Παναγίας με το θείο βρέφος στην αγκαλιά. Ενας βιαστικός επισκέπτης ίσως να εντυπωσιασθεί από τη τεχονοτροπία της εικόνας, αλλά δεν θα υποψιασθεί πως εδώ έχουμε μιά ολόκληρη θεολογία και μάλιστα υψηλής συλλήψεως από τον αγιογράφο. Και να γιατί:

Με την εικονογράφηση αυτή τονίζεται το πρωταρχικό δόγμα της ενσαρκώσεως του Λόγου. Ο αγιογράφος δεν την τοποθετεί στα μέσα του Ναού αλλά στο έξω μέρος και μάλιστα πρό της εισόδου. Τούτο σημαίνει, ότι για να εισέλθει ο άνθρωπος εντός στα εντός του ναού, να μετάσχει λειτουργικά και μυστηριακά στα τελούμενα, για να γίνει ένα πλήρες μέλος της κοινότητας και άξιος της κοινωνίας των πιστών, για να μεταμορφωθεί σε πολίτη της βασιλείας του Θεού, πρέπει να περάσει από το γεγονός τής Θείας ενσαρκώσεως. Στην εικονογραφημένη, όμως, παράσταση υπάρχει και μια λεπτομέτρεια, μοναδική ίσως σε εικόνα της Γεννήσεως. Η λεπτομέρεια αυτή είναι συγκλονιστική για το θεολογικό της βάθος.

Σας περιγράφω την εικόνα(είναι η εικόνα που βρίσκεται στην αρχή της ανάρτησης).Σε φυσικό μέγεθος και σε όρθια στάση η Παναγία, σαν μητέρα στοργική κρατάει σφιχτά στον κόρφο της το θείο βρέφος. Το πρόσωπο της Παναγίας είναι γλυκό , νεανικό, με μιάν ανείπωτη έκφραση πληρώτητας και ομορφιάς, και ατενίζει τόν κόσμο με τρυφερότητα . Το Βρέφος έχει έντονα στραμμένο το κεφάλι του προς τα επάνω δεξιό μέρος της εικόνας και ατενίζει με φρίκη τα σύμβολα του Σταυρού. Το πρόσωπό του είναι σκληρό, γηρασμένο, όλο πόνο και οδύνη, ωσάν να έχει τυπωθεί επάνω του όλος ο πόνος και η οδύνη του κόσμου. Αυτό το Παιδίον είσιν από τώρα, από τη στιγμή της Γεννησής Του ο αμνός της σφαγής, «ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου’. Αυτά θεολογικά σημαίνουν πως Σάρκωση δε νοείται χωρίς το Σταρό και το Θάνατο. Το μυστήριο της Σαρκώσεως κατανοείται στις αληθινές του διαστάσεις μόνο κάτω από το μυστήριο του Σταυρού. Η ορθόδοξη θεολογία της Σαρκώσεως δεν μπορεί να οικοδομηθεί χωρίς τη Θεολογία του Σταυρού. Αλλά και μια Θεολογία του Σταυρού χωρίς τη Θεολογία της αναστάσεως είναι τραγικά ελλιπής και εύκολα οδηγεί σε μια»θεολογία του θανάτου του Θεού». Σάρκωση, λοιπόν, Σταυράς και ανάσταση, το όλο μυστήριο του Χριστού στον κόσμο.

Οι άνθρωποι δεν είμεθα σήμερα αναπαυμένοι. Δεν μας ικανοποιούν τα υποκατάστατα. Δεν μας ικανοποιούν στην κοπιαστική αναζήτηση της λύτρωσης οι ψευδείς Μεσσίες, οι ανθρώπινοι και φανταστικοί θεοί. Απλά κάνουν πιό έντονο το κενό τη δυστυχία και την απογοήτευση. Κουραστήκαμε από την κυριαρχία του παλαιού ανθρώπου στην καρδιά μας και ζητάμε να ενδυθούμε τον καινό, τον νέο άνθρωπο. Να γεννήσουμε το Χριστό στις καρδιές μας, να υφάνουμε, παρά τις δυσκολίες, εσωτερικές και εξωτερικες, τι μεγάλο και παράδοξο μυστήριο, πού οι αιώνες και η αλήθεια του το έκαναν τόσο δικό μας.. Μάς λείπει, όμως, όπως λέγει το Ευαγγέλιο ένα ακόμη.

Αλλά αυτό το ένα αποκαλύπτει δύο μεγάλες μας αμαρτίες: την αδιαφορία μας για τον Θεό και τον άνθρωπο, τον αδελφό μας. Μας λείπει ο Πατέρας αλλά και η οικογενειά μας. Γιατί η κοινωνία με το Θεό δεν είναι έξω από την κοινωνία με τον άνθρωπο. Και γιατί η κοινωνία με τον άνθρωπο αποκαλύπτει την αγάπη μας στό Θεό. Ενας ίσον κανένας. Αυτό πρωτακούσθηκε μέσα στους κόλπους της αρχαίας εκκλησίας. «‘ένας χριστιανός, ίσον κανένας χριστιανός! Και η αγάπη που χαρακτηρίζει -πρέπει να χαρακτηρίζει- την κοινωνία μας με το συνάνθρωπό μας και το Θεό μας δεν εξαρτάται από την πορεία του χρόνου, αλλά έχει πάντα δύναμη.

Λέγει χαρακτηριστικά ο όσιος Σιλουανός ο αθωνίτης: «Μερικοί σκέφτονται πως ο Κύριος γεννήθηκε καί έπαθε από αγάπη για τον άνθρωπο επειδή όμως δεν βρίσκουν μέσα τους αυτή την αγάπη, διαλογίζονται πως αυτό έγινε κάποτε παλιά καί πέρασε. Οταν όμως η ψυχή μας γνωρίσει την αγάπη του Θεού, τότε αισθάνεται καθαρά πως ο Κύριος είναι ο Πατέρας μας, ο γνησιότατος, ο πλησιέστατος, ?
ο πιό αγαπημένος, ο αγαθότατος και δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία από το ν’ αγαπάς το Θεο με όλο το νού και την καρδιά και τον πλησίον σαν τον εαυτό σου. Κι όταν πιά εγκατασταθεί μέσα μας αυτή η αγάπη, τότε όλα χαροποιούν την ψυχη».

Η χάρη έρχεται με την αγάπη για τον αδελφό καα μ’ αυτό διατηρείται. Σκλήρυναν σήμερα οι καρδιές των ανθρώπων και πάγωσε η αγάπη και έτσι δεν αισθάνονται την αγάπη τού Θεού και χάνουν και την πίστη στο Θεό!

Πως γίναμε έτσι οι άνθρωποι! Χωρίς καρδιά για τον αληθινό και ζώντα Θεό, τι άλλο άραγε έχουμε να του προσφέρουμε- ό,τι έχουμε δικό Του. Η όποια αξιομισθία μας αδυνατεί να μας χαρίσει τη Βασιλεια Του, γιατί η αγιότητά Του δεν μετριέται. Πως γίναμε έτσι άσπλαγχνοι, σύνθετοι άνθρωποι, επιτηδευμένοι, μ’ ένα σωρό στολίδια καί φτιαξίματα στην ψυχή και τό πρόσωπο; πως γίναμε τόσο μίζεροι και δυστυχείς, μοιρολάτρες καί κακόμοιροι, στερημένοι της μακαριας ελπίδας;

Αν προσπαθούσαμε να ζήσουμε λίγο περισσότερο την αγάπη του Θεού. Πόσο θα μας πλουτίσει! Πως θα τό πετύχουμε αυτό;

Εάν ανακαλύψουμε ότι το σπίλαιο είναι εικόνα της εκκησίας. Γιατί έξω είναι σκοτάδι φωτισμένο με ψεύτικο φως.

Εάν ανακαλύψουμε ότι ο προορισμός τού ανθρώπου, ως αδελφού του Χριστού, είναι ό Θεός,

Εάν ζήσουμε τον εκκλησιαστικό βίο γνήσια καί αυθεντικά,

Εάν απελευθερώσουμε το μυαλό μας από τη δουλεία σε μιά διδασκαλία που αγνοεί τον Θεό ως τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο,

Εάν μάθουμε, ότι γνωρίζουμε το Θεό καλλιεργώντας μία σχέση, καί όχι κατανοώντας ένα νόημα,

Εάν ξαναζήσουμε την προτεραιότητα τής ζωής και όχι της επιβίωσης, και τις ώρες της αδυναμίας μας  ας μη ξεχνάμε να παίρνουμε μαζί μας τον Χριστό, την πηγή της ζωής, την ίδια τη ζωή, τη χαρά και την ελπίδα μας.

Posted on 16 Δεκεμβρίου 2009, in π Αλεξανδρος, Εκκλησία. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: