Β΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ – αγ Γρηγορίου Παλαμά αρχπ, Θεσσαλονίκής

Την κυριακή αυτή ως συνέχεια της εορτής της ορθοδοξίας, εορτάζεται άλλη μια νίκη της οθρής πίστης, που αυτή τη φορά άπτεται του θέματος της επαφής – επικοινωνίας του ανθρώπου και του θεού το πως γίνεται και εάν γινεται. Η θέση του αγ, Γρηγορίου ότι γίνεται δια της καθαρότητας της ψυχής
αποκρούοντας την θεωρία περί υψηλής γνώσεως, έδωσε την σωστή τοποθέτηση ,μια και δίνεται η δυνατότητα σε όλους τους ανθρώπους να το καταφέρουν ανεξαρτήτως διανοητικής δύναμης και κατάστασης. Σέ αντίθετη περίπτωση θα είχαμε περιορισμό της δυνατότητας λύτρωσης στους μορφωμένους μόνο πράγμα που θα περιόριζε και θα μείωνε την αξία της θυσίας του Χριστού μόνο σε μια μερίδα ανθρώπων και μάλιστα προνομοιούχων,και καθόλου αδυνάτων , τους οποίους πάντα ευσπλαχνίζονταν.
Αν και το παρακάτω άρθρο είναι λίγο βαρύ θεολογικά , δείχνει την αγωνία της εκκλησίας για την αλήθεια αλλά και το σημαντικό του θέματος.

Ο αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς το 1335 εμφανίστηκε για πρώτη φορά με τους δύο αποδεικτικούς λόγους του «Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος», με τους οποίους ήλθε σε σύγκρουση με τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό, ο οποίος δίδασκε πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει το Θεό, κι ακόμα περισσότερο δεν μπορεί να ενωθεί μαζί Του. Κατά τα λεγόμενα του Βαρλαάμ, ο Θεός είναι «κλειστός στον εαυτό του» και δεν μπορεί να ενωθεί με τους ανθρώπους. Επομένως, οι «ησυχαστές», οι μοναχοί δηλαδή εκείνοι που έλεγαν ότι μπορεί ο άνθρωπος, αν έχει καθαρή καρδιά και αν συγκεντρωθεί στην «καρδιακή προσευχή» (το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με»), να ενωθεί με το Θεό και να φωτισθεί και να δει το Άκτιστο φως, ασχέτως της μόρφωσής του, δεν ήταν Ορθόδοξοι αλλά «μεσσαλιανιστές» και «ομφαλόψυχοι». Μετά από αυτές τις τοποθετήσεις του Βαρλαάμ, ο Παλαμάς εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη από όπου και άρχισε τον αγώνα «υπέρ των Ιερώς ησυχαζόντων», δηλ. αυτών που ασκούσαν τον ησυχασμό, συγγράφοντας μάλιστα και τους ομώνυμους λόγους του. Η θέση του, που αποτελεί την επιτομή της Ορθόδοξης ησυχαστικής παράδοσης, ήταν ότι «ο Θεός υπάρχει κατά δύο τρόπους. Κατά την ουσία Του και κατά τις Θείες και άκτιστες Ενέργειές Του. 0 άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό κατά την ουσία Του. Μπορεί όμως να γνωρίσει και να ενωθεί μαζί Του, μέσα από τις Θείες και άκτιστες Ενέργειές Του»[1]. Παλαμάς και Βαρλαάμ ήρθαν σε αντιπαράθεση και διάφορες μορφές του πνεύματος, αλλά και της εξουσίας της εποχής συντάχθηκαν με τον καθένα. Η κατάσταση αυτή ονομάστηκε ησυχαστική έριδα.

Περιεχόμενο της σύγκρουσης

Το πρόβλημα, πού τέθηκε με την παρέμβαση του Βαρλαάμ, ήταν, αν η θεραπεία του νου (κάθαρση) γίνεται μέσω της ασκήσεως και της νοεράς ευχής (φωτισμού) ή μέσω της φιλοσοφίας (διανοητικού στοχασμού). Έτσι όμως ετέθη στην πράξη το πρόβλημα της σχέσεως της «θείας» προς την «έξω» ή «θύραθεν» σοφία. Ο Παλαμάς διέκρινε -πατερικά- δύο σοφίες: τη θεία και την έξω, σαφώς διακρινόμενες μεταξύ τους, διότι χρησιμοποιούν διαφορετικό καθεμιά χώρο (καρδία-εγκέφαλος). Την «σοφία του αιώνος τούτου» (Α’ Κορ.2,6) ο ησυχαστής αντικαθιστά στη θεολόγηση με τη σοφία του Θεού, πού προϋποθέτει την ενεργό παρουσία της ακτίστου ενεργείας του Θεού στην καρδιά του πιστού. «Τη γαρ φυσική ταύτη η έξω παιδεία βοηθεί, πνευματική δε ουδέποτε γένοιτ’αν, ει μη μετά της πίστεως και τη του Θεού συγγένοιτο αγάπη, μάλλον δε, ει μη προς της αγάπης και της εξ αυτής εγγινομένης χάριτος αναγεννηθείη και άλλη παρά την προτέραν γένοιτο, κοινή τε και θεοειδής, αγνή, ειρηνική, επιεικής, ήτις δη και άνωθεν σοφία (Ιακ. 3, 17) και Θεού σοφία (Α’ Κορ. 1, 21.24. 2, 7) κατονομάζεται, και ως πνευματική πως, άτε τη του Πνεύματος υποτεταγμένη σοφία, τα του Πνεύματος χαρίσματα και γινώσκει και αποδέχεται. Η δε μη τοιαύτη κάτωθεν, ψυχική, δαιμονιώδης (Ιακ. 3, 15), καθάπερ ο των αποστόλων αδελφόθεος λέγει, διό και τα του Πνεύματος ου προσίεται, κατά το γεγραμμένον» (Υπέρ των ι. Ησυχ. τριάς Α’, 9, 1). Η Αποκάλυψη του Θεού δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο της διανοίας του ανθρώπου, διότι υπερβαίνει κάθε κατάληψη. Γι’αυτό η παιδεία και η φιλοσοφία δεν συνιστούν προϋπόθεση της θεογνωσίας. Στη δυτική θεολογική παράδοση ισχύει το credo, ut intelligam (Αυγουστίνος). Κατά την άποψη αυτή προχωρεί κανείς με την πίστη, μέσω της φιλοσοφίας και της Γραφής, στη λογική σύλληψη της αποκαλύψεως. H προτεραιότητα δίνεται στη διάνοια, όχι μόνο στη φυσική, αλλά και στην υπερφυσική γνώση. Για τον ορθόδοξο-ησυχαστή η «έξω» σοφία ως προς την Θεογνωσία είναι μέγεθος αδιάφορο. Γι’ αυτό η θέωση είναι υπόθεση κοινή εγγραμμάτων και αγραμμάτων (π.χ. Μ. Βασίλειος-Μ. Αντώνιος).
[Επεξεργασία] Εξέλιξη της υπόθεσης

Τρεις μεγάλες τοπικές σύνοδοι που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη τα έτη 1341, 1347 και 1351 επεκύρωσαν τις Θέσεις του Παλαμά ως ορθόδοξες, δικαιώνοντας τους ησυχαστές. Παράλληλα καταδίκασαν τον Βαρλαάμ και τους οπαδούς του, το μοναχό Γρηγόριο Ακίνδυνο και τον φιλόσοφο Νικηφόρο Γρηγορά. Όμως, λόγω της ταραγμένης πολιτικής κατάστασης, ο πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας δίωξε τον Γρηγόριο ο οποίος συνελήφθη, κλείστηκε διαδοχικά σε μοναστήρια και τέλος φυλακίστηκε στις φυλακές των ανακτόρων (1343), όπου παρέμεινε έγκλειστος για 4 χρόνια[1]. Το 1347 δικαιώθηκε οριστικά και εξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.

Posted on 28 Φεβρουαρίου 2010, in π Αλεξανδρος, Άρθρα-Σκέψεις, Εκκλησία. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: