Daily Archives: 24 Μαρτίου 2010

ΕΞΑΝΤΛΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΣΗΜΑΙΕΣ


Την τιμητική τους έχουν από χτες οι ελληνικές σημαίες και οι μικροπωλητές κάνουν γερή μπάζα στα σημεία-διασταυρώσεις όπου και τις απλώνουν. Δεν είναι η τιμή της(δέκα ευρώ, με το μεγάλο ξύλινο κοντάρι) αλλά το πάθος του κόσμου για το σύμβολό μας. Σύμφωνα με δική μας έρευνα τόσο σε 75 πόστα μικροπωλητών όσο και στους χονδρέμπορους, υπολογίζεται ότι για φέτος θα πουληθούν περισσότερες από 150.000 σημαίες-λάβαρα, από ότι τις προηγούμενες χρονιές.


Και ακόμα δεν έχει έρθει η ώρα της παρέλασης όπου την τιμητική τους έχουν τα μικρά σημαιάκια για τους πιτσιρικάδες.  Μάλλον τα φορολογικά μέτρα και το μεταναστευτικό ωθεί όλο και πιο πολλούς έλληνες στην…. ύψωση της σημαίας μας!!!

ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ’21


ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ  1821
 

Το αφιέρωμα αυτό , είναι το ελάχιστο που μπορούμε να προσφέρουμε για να αποδώσουμε φόρο τιμής στους γνωστούς και αγνώστους Ήρωες της Επαναστάσεως του ’21.  Στους ανθρώπους που οφείλουμε την ελευθερία μας.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ
Ο Οδυσσέας γεννήθηκε το 1788 στις Λιβανάτες. ΄Ηταν γιος του αρματωλού διάσημου κλέφτη Ανδρέα Ανδρούτσου. Στα τέσσερά του χρόνια έμεινε ορφανός από πατέρα. Η μητέρα του αναγκάστηκε να παντρευτεί για δεύτερη φορά. Από το γάμο της αυτό, απόκτησε άλλους τέσσερις γιους και μία κόρη. Τη γυναίκα του την έλεγαν Ελένη.
Ο Οδυσσέας ήταν ένας από τους πιο ένδοξους αρχηγούς του ’21. Φυσιογνωμία πολυσύνθετη και ισχυρή. Γενναίος με ασυναγώνιστο στρατιωτικό πνεύμα και μοναδική διοικητική ικανότητα. Πολυμήχανος, σαν τον συνονόματό του ομηρικό βασιλιά, είχε μια ευφυία που τη θαύμαζαν όσοι ξένοι τον γνώριζαν. Παράλληλα όμως, ήταν αυταρχικός και φιλοχρήματος.
ΠΟΝΗΡΙΕΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ
Σε κάποια μάχη στο Δαδί, το Νοέμβρη του 1822, οι ΄Ελληνες αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν. Αρχηγός τους ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, που κινδύνεψε κι αυτός να τον αιχμαλωτίσουν. Κυκλωμένος καθώς ήταν από τους Αρβανίτες, δεν έχασε τη ψυχραιμία του, μα έκανε τον αδιάφορο:
– Ποιός είσαι ωρέ; τον ρώτησαν οι Αρβανίτες.
Εκείνος τους απάντησε που ήξερε τη γλώσσα τους:
– Σιόκ (δικός σας).
Τον πίστεψαν. Τούτο όμως δεν έφτανε στον πονηρό Οδυσσέα. Τώρα έπρεπε να βρει τρόπο για να τους ξεφύγει. Είπε λοιπόν στους Αρβανίτες να προχωρήσουν προς το λόγγο, που ήταν τάχα κρυμμέναγυναικόπαιδα. ΄Ετσι μπήκε μπροστά για να τους δείξει το δρόμο. Οι Αρβανίτες τον ακολούθησαν. Τους τράβηξε έτσι μέσα στις ανηφοριές του Παρνασσού. Φτεροπόδαρος όπως ήταν ο αρχηγός της Ρούμελης, πήγαινε πολύ πιο μπροστά από τους άλλους. Οι Αρβανίτες που τον βλέπανε να τρέχει έτσι άφοβα, του φώναζαν:
– Στάσου ορέ, μην τρέχεις μοναχός σου μπροστά να μην σε σκοτώσουν οι Ρωμιοί…
Μα που να σταθεί ο Οδυσσέας. Σε λίγο τον χάσανε απ’ τα μάτια τους. Κατάφερε να χαθεί μέσα στον πυκνό λόγγο κι έτσι να ξεφύγει από τους Αρβανίτες.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ
Ο Θρυλικός αυτός ήρωας του 1821, γεννήθηκε στη Μουσουνίτσα της Παρνασσίδος το 1788.
Παιδί ακόμα μπήκε στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου όπου έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Σε ηλικία 20 χρονών άφησε τη ζωή του μοναστηριού και πήρε τα όπλα εναντίον των Τούρκων.
Ο Διάκος ήταν άφταστος στα αγωνίσματα, στα όπλα και στην ανδρεία. Στα 1818 έγινε το πρώτο από τα επτά πρωτοπαλήκαρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Μαζί του μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και έβαλε σκοπό της ζωής του την απελευθέρωση της φυλής. ΄Ετσι δημιούργησε δικό του στρατό και ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης σε όλη την Ελλάδα.
Οι Τούρκοι αποφάσισαν να τον αντιμετωπίσουν και έστειλαν τον στρατηγό Ομέρ Βρυώνη με 9.000 στρατιώτες. Ο Διάκος είχε μόνο 1.500 παληκάρια. Η μάχη έγινε στην Αλαμάνα, εκεί όπου 23 αιώνες πριν, έπεσε ο Λεωνίδας με τους 300. Ο Διάκος πολέμησε ηρωϊκά, αλλά στο τέλος οι Τούρκοι τον συνέλαβαν και τον σούβλισαν.
Ο Διάκος αντιμετώπισε το μαρτυρικό του θάνατο με θάρρος. Μονο ένα παράπονο βγήκε απ’τα χείλη του, προβλέποντας την ανάσταση του Ελληνισμού:
«Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει,
τώρα που ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζει η γης χορτάρι».
΄Ηταν ο πιο αγνός ήρωας του ’21. 
Το τραγούδι του
Τρία πουλάκια κάθονταν στου Διάκου το ταμπούρι
το ‘να τηράει τη Λειβαδιά και τ’άλλο το Ζητούνι
το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει.
«Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα.
Μην ο Καλύβας έρχεται, μην ο Λεβεντογιάννης;
– Νουδ’ ο Καλύβας έρχεται, νουδ’ ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ Βρυόνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες».
Ο Διάκος σαν τ’αγροίκησε πολύ του κακοφάνει.
Ψιλή φωνήν εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει.
«Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παληκάρια,
δώσ’τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες
γλήγορα και να πιάσουμε κάτω την Αλαμάνα,
πούναι ταμπούρια δυνατά κι’όμορφα μετερίζια».
Παίρνουνε ταλαφρά σπαθιά και τα βαριά ντουφέκια,
στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
«Καρδιά παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθήτε…
(Απόσπασμα του τραγουδιού)
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ
Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1776 και είχε τον τίτλο του Κόμη. Υπήρξε πρώτος κυβερνήτης του νεοελληνικού κράτους. Σπούδασε ιατρική αλλά από τα τέλη του 1798 αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην πολιτική.
Το Μάρτιο του 1800 τα Ιόνια νησιά ανακηρύσσονται σε υποτελή πολιτεία στον Τούρκο Σουλτάνο, η οποία ώφειλε να κυβερνιέται από την αριστοκρατία του τόπου.
Ο Καποδίστριας καταρχάς, γίνεται ΄Εκτακτος επίτροπος της τοπικής κυβέρνησης, αργότερα γίνεται Υπαρχηγός και τέλος Γραμματέας της Επικράτειας για τις υποθέσεις εξωτερικών, εσωτερικών και εμπορίου.
Από τότε αποκτά στενούς δεσμούς με τη Ρωσική Αυλή. Τα Ιόνια νησιά ανακαταλαμβάνονται όμως, από τη Μεγάλη Βρετανία το 1809 και ο Καποδίστριας φεύγει για τη Ρωσία. Εκεί χάρη στις ικανοτητές του γίνεται Υπουργός των Εξωτερικών του Τσάρου. Γίνεται οπαδός της «Πεφωτισμένης Δεσποτείας» δηλαδή του εκσυγχρονισμού της κοινωνίας και των μεταρρυθμίσεων χωρίς όμως την επαναστατική παρεμβολή του λαού.
Το 1817 η Φιλική Εταιρία πρότεινε στον Καποδίστρια ν’αναλάβει την αρχηγία της επανάστασης στην Ελλάδα. Ο Καποδίστριας αρνήθηκε, όχι γιατί ήταν φίλος της Οθωμανικής κυριαρχίας στην Ελλάδα, αλλά γιατί από τη φύση του αντιπαθούσε τις επαναστατικές μεθόδους πάλης όπως επίσης και γιατί πίστευε ότι η επιλογή δεν ήταν κατάλληλη για την έκρηξη της Εθνικής Επανάστασης. Επιπλέον είχε τη γνώμη ότι μια επανάσταση που θα στηριζόταν σε νέες δυνάμεις δεν θα έφερνε κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα.
΄Οταν ξέσπασε η επανάσταση του 1821 ο Καποδίστριας προσπάθησε να πείσει το Ρώσο Αλέξανδρο Α΄ να επέμβει στρατιωτικά εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πράγμα που δεν κατάφερε και νικημένος αναγκάστηκε να φύγει από τη Ρωσία το καλοκαίρι του 1822 και να έρθει στην Ελλάδα για 5 χρόνια.
Πάντα όμως προσπαθούσε να εξασφαλίσει την συμπαράσταση των κυβερνήσεων και προσωπικοτήτων υπέρ του αγώνα των Ελλήνων.
Πράγματι τελικά δημιουργήθηκε ένας συνασπισμός ΄Αγγλων, Ρώσων και Γάλλων εναντίον του Σουλτάνου.
Στις 3 Απριλίου του 1827 η εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας ονόμασε τον Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδος.
Η διακυβέρνηση του Καποδίστρια ήταν σύντομη. Οι προσπαθειές του να εκσυγχρονίσει την Ελλάδα τον έφεραν σε σύγκρουση με τους Συντηρητικούς Προεστούς και τους Γαιοκτήμονες.
΄Ετσι χωρίς λαϊκή υποστήριξη έμεινε απροστάτευτος στις επιθέσεις των αντιπάλων του.
Στις 9 Οκτωβρίου του 1831 δολοφονήθηκε από τους αδελφούς Μαυρομιχάλη, στο Ναύπλιο, την πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος.
Το σχεδιό του για την «Πεφωτισμένη Δεσποτεία» στην Ελλάδα σύμφωνα με τα Ευρωπαϊκά πρότυπα, χρεωκοπούσε και ο ίδιος έβρισκε σκληρό και άδοξο τέλος.
Δωρεά του Κυβερνήτη
Ο Καποδίστριας αποφάσισε πια οριστικά να αφήσει τη Ρωσία και να κατέβει για πάντα στην Ελλάδα. Πρώτη του δουλειά ήταν να πουλήσει τα έπιπλά του. ΄Ηταν καλοκαμωμένα και ακριβά και αν τα έφερνε μαζί του στην Ελλάδα θα ήταν πρόκληση για τους φτωχούς ΄Ελληνες. Τα πούλησε όλα και κατάφερε να εισπράξει απ’αυτά πενήντα χιλιάδες ρούβλια.
Με μια, όλα αυτά τα ρούβλια τα έστειλε σε «΄Ελληνες» σιτέμπορους στην Οδησσό και τους παρακινούσε να προσθέσουν κι αυτοί ότι θέλανε. Με όλο το ποσόν θα αγοράζαν σιτάρι και θα το έστελναν στους «΄Ελληνες» που πεινασμένοι αγωνίζονταν για τη λευτεριά τους.
Οι ΄Ελληνες σιτέμποροι της Οδησσού σεβάστηκαν την επιθυμία του Καποδίστρια και διπλασίασαν τις πενήντα χιλιάδες ρούβλια που τους έστειλε. Φόρτωσαν πέντε καράβια σιτάρι και στείλανε από ένα στα Ψαρά, στην ΄Υδρα και στις Σπέτσες. Τα άλλα δύο τα στείλανε στ’Ανάπλι για να εφοδιάσουν το στρατό.
ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
Αρχιστράτηγος της Στερεάς Ελλάδας (1781-1827) και Αγωνιστής της Επανάστασης του 1821. Γεννήθηκε στο Μαυρομάτι της Καρδίτσας.
Στα δεκαπέντε του χρόνια ακολούθησε τους κλέφτες στα βουνά. Σε μία μάχη συνελήφθη από στρατιώτες του Αλή Πασά. Κατάφερε όμως να κερδίσει το θαυμασμό του και μπήκε στην υπηρεσία του. Με τη κήρυξη της Επανάστασης, ο Καραϊσκάκης και τα παλικάρια του πήραν μέρος σε πολλλές μάχες στη περιοχή των Αγράφων.
΄Ομως αργότερα ο Μαυροκορδάτος τον κατηγόρησε για προδοσία και του αφαίρεσε την αρχιστρατηγία. Το 1826 ξανάγινε αρχιστράτηγος και κατατρόπωσε τους Τούρκους στην Αράχωβα και στο Δίστομο. Σε μια μάχη στην Ακρόπολη πολέμησε τους Τούρκους αλλά πληγώθηκε θανάσιμα.
Πέθανε σε ηλικία 45 ετών.
«Βαράει Καραϊσκάκης»
Για τη φράση «Βαράει Καραϊσκάκης» ή «παίζει Καραϊσκάκης» έχουμε διάφορες ιστορικές εκδοχές και μία απ’αυτές είναι και τούτη:
Στην εκστρατεία που έκανε ο Καραϊσκάκης στη Ρούμελη το 1826, το πολεμικό του σώμα – σε μία χιονοθύελλα – βρέθηκε σε δύσκολη θέση από τρόφιμα. Τα παλικάρια άρχισαν να διαμαρτύρονται στον αρχηγό τους. Χορατατζής όπως ήταν ο Καραϊσκάκης και για να ξεγελάσει τα παλικάρια του, τους φωνάζει:
– Σφίχτε ορέ εσείς το ζωνάρι σας και βαρείτε τη κοιλιά σας.
Γέλασαν οι ΄Ελληνες πολεμιστές στο χορατό του αρχηγού τους και ξεχνώντας τη πείνα τους άρχισαν όλοι να φωνάζουν:
«Βαρούμε τη κοιλιά Καραϊσκάκη, βαρούμε τη κοιλιά Καραϊσκάκη».
Κι έτσι απόμεινε από τότε η ιστορική εκείνη φράση.
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ
Ηταν μια από τις λαμπρότερες φυσιογνωμίες της Ελληνικής Επανάστασης. Γεννήθηκε στις 3 Απριλίου του 1770, στη Μεσσηνία της Πελοποννήσου. ΄Εγινε μέλος της Φιλικής Εταιρίας το Δεκέμβρη του 1818.
Στις 22 Μαρτίου του 1821 ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και με άλλους 2.000 άνδρες, πήγαν προς την Καλαμάτα και την επομένη την απελευθέρωσαν. Το καλοκαίρι του 1822 πολέμησε εναντίον του Δράμαλη και αποδεκάτισε τον Τούρκικο στρατό στα Δερβενάκια. ΄Ελαβε μέρος σε πολλές πολεμικές επιχειρήσεις και επιβλήθηκε σαν στρατιωτική μορφή και σαν αρχηγός των αγωνιστών της Πελοποννήσου. Συνέχισε να αγωνίζεται μέχρι το 1827.
 Το 1834 καταδικάστηκε για συνωμοσία εναντίον του βασιλιά ΄Οθωνα. Η καταδίκη αυτή ακούστηκε με αγανάκτηση στον Ελληνικό λαό. Μετά την ενηληκίωση του ο ΄Οθωνας έδωσε χάρη στο γέρο του Μοριά. Τον ονόμασε Αντιστράτηγο και τον διόρισε σύμβουλο της Επικρατείας.
Τα υπόλοιπα χρόνια του έζησε στην Αθήνα. και πέθανε το 1843.
Κατά την περίοδο αυτή υπαγόρευσε στον Γεώργιο τα απομνημονεύματα του που εκδόθηκαν το 1846 με τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836», που αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τον αγώνα του 1821.
ΜΑΝΤΩ ΜΑΥΡΟΓΕΝΟΥΣ
Ηρωίδα της ελληνικής επανάστασης του 1821. Κόρη του Νικολάου Μαυρογένους, μεγαλέμπορου που ήταν εγκατεστημένος στην Τεργέστη. Πριν κηρυχθεί η επανάσταση, ήρθε με τον πατέρα της στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στη Τήνο. 
Μόλις άρχισε ο αγώνας πήγε στη Μύκονο όπου εξόπλισε με δικά της χρήματα δύο πλοία, με τα οποία καταδίωξε η ίδια τους πειρατές που σάρωναν εκείνη την εποχή τη θαλάσσια περιοχή της Μυκόνου. Αργότερα δημιούργησε στόλο από έξι πλοία και συγκρότησε σώμα πεζικού που αποτελούνταν από 16 λόχους των πενήντα ανδρών και πήρε μέρος στην επιχείρηση της Καρύστου καθώς και στις μάχες του Πηλίου, της Φθιώτιδας και της Λειβαδιάς. Επέστρεψε κατόπιν στη Μύκονο και ασχολήθηκε με τη τροφοδοσία του ναυτικού αγώνα και τη συγγραφή των απομνημονευμάτων της.
΄Οταν έληξε η επανάσταση εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Της απονεμήθηκε από τον Καποδίστρια ο βαθμός της αντιστρατήγου. Το 1840 εγκαταστάθηκε στην Πάρο.
Πέθανε το 1848. Το σπίτι που πέθανε στην Πάρο σώζεται μέχρι σήμερα.
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΩΡΑ
Η Μαντώ Μαυρογένους είχε στην κατοχή της από οικογενειακή κληρονομιά ένα πολύτιμο σπαθί. Λένε πως το σπαθί αυτό ήταν απ’τα χρόνια του Κωνσταντίνου του Μεγάλου. ΄Αλλοι λένε πάλι πως η Μεγάλη Αικατερίνη το είχε χαρίσει στον πατέρα της Μαντώς. ΄Ηταν «Χρυσοποίκιλτον και Αδαμαντοκόλλητον». Είχε χαραγμένη την επιγραφή «Δίκασον Κύριε τους αδικούντας με, τους πολεμούντας με, βασίλευε των Βασιλευόντων».
Σαν κατέβηκε στην Ελλάδα ο Καποδίστριας, η Μαντώ του χάρισε το «πατροπαράδοτον μου και πολυτιμότατον δια την αρχαιοτητά του σπαθίον», όπως γράφει και η ίδια. Ο Κυβερνήτης την ευχαρίστησε για το ιστορικό αυτό δώρο, «σπάθην οπλίσασαν την χεριά γενναίου τίνος προμάχου του Σταυρού».
Στον τιμητικό αποχαιρετιστήριο χορό, που δώσανε στο σπίτι του Αλεξάνδρου Κοντοσταύλου στην Αίγινα, για χάρη του στρατάρχη Μαιζών που θα έφευγε από την Ελλάδα, ο Καποδίστριας πρόσφερε το ιστορικό αυτό σπαθί στον Μαιζών, «ως τεκμήριον της προς αυτό ευγνωμοσύνης του ΄Εθνους».
 ΜΑΡΚΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ

Ο διασημότερος της οικογένειας και ένας από τους πιο διακεκριμένους ήρωες του Εικοσιένα. Ήταν γιος του Κίτσου και πολέμησε μαζί του σ` όλες τις μάχες. Τη στρατιωτική σταδιοδρομία του άρχισε στην Κέρκυρα, όπου υπηρέτησε στο γαλλικό στρατό ως υπαξιωματικός. Διακρίθηκε στη μάχη του Πέτα (4 Ιουλίου 1822) και μετά μαζί με το Μαυροκορδάτο και άλλους κλείστηκε στο Μεσολόγγι, όπου οργάνωσε την άμυνα της πόλης με 360 οπλοφόρους. Έτσι όταν στα τέλη του Οκτωβρίου 1822 οι Τούρκοι με αρχηγούς τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιουταχή άρχισαν την Α΄ πολιορκία του Μεσολογγίου, αλλά κατόρθωσε να λύσει την πολιορκία και να προξενήσει μεγάλη φθορά στον εχθρό, ιδίως κατά τη φυγή του προς τον Αχελώο, στο πλημμυρισμένο ρεύμα του οποίου πνίγηκαν 500 Τούρκοι. Μετά τη λύση της πολιορκίας του Μεσολογγίου η κυβέρνηση τον διόρισε αρχιστράτηγο της Δ Στερεάς. Όταν όμως οι άλλοι οπλαρχηγοί έδειξαν φανερά τη ζηλοτυπία τους και απαίτησαν από την κυβέρνηση ανάλογες προαγωγές, τότε ο Μ. έσκισε μπροστά τους το διοριστήριο λέγοντας: «Όποιος είναι άξιος, παίρνει το χαρτί του στρατηγού στον πόλεμο». Μετά το επεισόδιο αυτό με 350 Σουλιώτες χτύπησε στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου την εμπροσθοφυλακή των Τούρκων, που αποτελούνταν από 5.000 άνδρες με αρχηγό τον Τζαλαδήμπεη. Η επίθεση έγινε τη νύχτα της 9/8/1823, την ώρα που ο εχθρός κοιμόταν αμέριμνος στο στρατόπεδό του. Ο πανικός και η φθορά των Τούρκων ήταν φοβερή. Στην προσπάθεια του όμως ο Μ. να συλλάβει αιχμάλωτο τον ίδιο τον Τζαλαδήμπεη, χτυπήθηκε από μια αδέσποτη σφαίρα στο μέτωπο και σκοτώθηκε. Οι σύντροφοι του βαθιά λυπημένοι, πήραν το σώμα του αρχηγού τους και το έθαψαν με μεγάλες τιμές στο Μεσολόγγι.

ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ ΠΕΤΡΟΜΠΕΗΣ ή ΠΕΤΡΟΣ
Γεννήθηκε το 1770 και πέθανε το 1848. ΄Ηταν ο πιο γνωστός από την οικογένεια των Μαυρομιχάληδων και ο τελευταίος ηγεμόνας της Μάνης. ΄Ηταν γιος του Πιέρου Μαυρομιχάλη. ΄Ηταν επιβλητικός με μεγάλες ικανότητες. Κατόρθωσε να συμφιλιώσει την οικογένεια των Μαυρομιχάληδων που τσακωνόντουσαν συνέχεια.
΄Οταν ξεκίνησε η Επανάσταση το 1821, ο Πετρόμπεης παρέμεινε στη Μεσσηνία αλλά διέθεσε γιούς και αδελφούς στις μάχες που γινόντουσαν στην Μεσσηνία. Εκλέχτηκε πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας στη συνέλευση των Καλτετζών, προσπαθώντας να συμβιβάσει τους στρατιωτικούς και τους Κοτσαβάσηδες.
Ο γιός του δολοφόνησε τον Καποδίστρια και ο ίδιος φυλάχτηκε στο Ναύπλιο. Στα χρόνια του βασιλιά ΄Οθωνα έγινε σύμβουλος επικρατείας.
Στην αποτυχημένη επανάσταση του 1769, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ήρθε σε προστριβή με τον απεσταλμένο στην Ελλάδα της Μεγάλης Κατερίνης, Ναύαρχο Θεόδωρο Ορλώφ. Ο Μαυρομιχάλης κατηγόρησε το ναύαρχο και την Κατερίνη πως αφού ξεσήκωσαν τους ΄Ελληνες, τώρα τους αφήνανε στην τύχη τους. Ο Ορλώφ άρχισε να ειρωνεύεται το Μαυρομιχάλη. Τότε ο Μπέης της Μάνης δεν κρατήθηκε και του λέει:
– Κι αν έχεις στις διαταγές, όλες τις στρατιές της Τσαρίνας είσαι δούλος γυναίκας. Εγώ όμως είμαι αρχηγός λαού ελεύθερου, κι αν είμαι ακόμα ο τελευταίος του γένους, η ζωή μου αξίζει πιο πολύ από τη δική σου.
ΔΕΣΠΩ ΜΠΟΤΣΗ
Περίφημη Σουλιώτισσα, γυναίκα του Γεώργιου Μπότση. ΄Εμενε σ’ ένα πύργο, στου Δημούλα, στο χωριό Ρηνιάσα το 1803.
Μετά την εξόντωση των Σουλιωτών στο Ζάλογγο, πήγαν πεντακόσιοι Τουρκαρβανίτες στη Ρηνιάσα. Η Δέσπω βρισκόταν εκείνη τη μέρα στον πύργο με άλλα δέκα μέλη της οικογενείας της, αδύναμα. Οι γιοί της και ο άνδρας της έλειπαν. Για να μην σκλαβώσουν οι Αρβανίτες την ίδια και όσους ήταν μαζί της, αφού βέβαια πολέμησε πρώτα εναντίον τους, έβαλε μπαρούτι στον πύργο και κάηκαν αυτή, οι νύφες της και τα εγγόνια της. Η θυσία και η πράξη αυτή της Δέσπως, αποτέλεσε τον πυρήνα του περίφημου δημοτικού τραγουδιού:
ΤΗΣ ΔΕΣΠΩΣ
Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά ντουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μην σε χαροκόπι;
Ουδέ σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι.
Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’αγγόνια.
Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δήμουλα τον πύργο.
 

 ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΑΟΥΛΗΣ

 Ναύαρχος του ελληνικού στόλου κατά την Επανάσταση του 1821. Ο τόπος της γέννησής του δεν είναι επακριβώς γνωστός. Ορισμένοι βιογράφοι του υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε στις 20 Μαΐου 1769 στα Φύλλα της Εύβοιας, απ’ όπου η οικογένεια του μετοίκησε στην Ύδρα, ενώ άλλοι στο νησί του Αργοσαρωνικού. Το πραγματικό του επίθετο ήταν Βώκος ή Μπώκος. Για το παρωνύμιο Μιαούλης υπάρχουν δύο εκδοχές: Η μία ότι του τo κόλλησαν οι ναύτες του, όταν τους έδινε τη διαταγή «Μία ούλοι!» για να κωπηλατούν συγχρόνως. Η δεύτερη, από ένα τουρκικό μπρίκι που αγόρασε, με την ονομασία «Μιαούλ». Κατά την κήρυξη της Επανάστασης στην Ύδρα, στις 28 Απριλίου 1821, ο Μιαούλης υπέγραψε μαζί με άλλους πλοιοκτήτες έγγραφο, με το οποίο διέθεταν τα πλοία τους, αλλά και θα αναλάμβαναν τις δαπάνες για τις ναυτικές επιχειρήσεις του Αγώνα. Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου αναλαμβάνει ναύαρχος του υδραϊκού στόλου και στις 28 Σεπτεμβρίου έρχεται αντιμέτωπος για πρώτη φορά με τουρκική ναυτική μοίρα στην Πύλο. Το Φεβρουάριο του 1822 καταστρέφει μία τουρκική φρεγάτα και προξενεί ζημιές σε άλλα πλοία στο λιμάνι της Πάτρας. Τον Οκτώβριο του 1823 ο Μιαούλης, επικεφαλής του ελληνικού στόλου, νικά τους Τούρκους στο Αρτεμίσιο και του Ωρεούς.

Μετά την καταστροφή των Ψαρών (20 – 22 Ιουνίου 1824), σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην εξουδετέρωση της τουρκικής δύναμης, που είχε παραμείνει στο νησί και στην ανακατάληψή του, στις 3 Ιουλίου. Στις 29 Αυγούστου 1824, ο Μιαούλης, επικεφαλής του ενωμένου ελληνικού στόλου, καταναυμαχεί τον τουρκοαιγυπτιακό στον Γέροντα. Οι απώλειες του εχθρού ανέρχονται σε 27 πλοία, ανάμεσά τους και η επιβλητική φρεγάτα «Ασία».Ο Ανδρέας Μιαούλης πέθανε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 1835. Ετάφη στον Πειραιά, στη δεξιά ακτή του λιμανιού, που ονομάστηκε Ακτή Μιαούλη.

ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ (ΔΙΚΑΙΟΣ)

 

Γεννήθηκε το 1788 στη Μεσσηνία και σκοτώθηκε στο Μανιάκι το 1825 πολεμώντας εναντίον των Τούρκων.
Αγωνιστής της Επανάστασης του 1821 από τους πιο σπουδαίους. ΄Ηταν κληρικός, αλλά πριν ακόμη αρχίσει η Επανάσταση έπαιξε σημαντικό ρόλο στη Φιλική Εταιρεία. Οι ενέργειές του όμως θύμωσαν τους Τούρκους και διέταξαν τη σύλληψή του. Το 1820 κατέβηκε στην Πελοπόννησο για να κηρύξει την Επανάσταση. Οι πρόκριτοι της περιοχής αντέδρασαν και τον περιόρισαν σ’ένα μοναστήρι κοντά στο Αίγιο. Δραπετεύοντας με λίγους μοναχούς άρχισε να επιτίθεται στους Τούρκους και έτσι ανάγκασε τους προκρίτους να πάρουν μέρος στην Επανάσταση.
Πήρε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις και ήταν πληρεξούσιος στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου. ΄Εγινε Υπουργός Εξωτερικών και Αστυνομίας, πολέμησε το στρατό του Δράμαλη στα Δερβενάκια και τον Ιμπραήμ στο Μανιάκι όπου και σκοτώθηκε. Λέγεται ότι ο Ιμπραήμ ζήτησε το πτώμα του και φίλησε το νεκρό.
Τα άρματα του Παπαφλέσσα
Το γιαταγάνι του ήταν του βοεβόδα της Καλαμάτας, Αρναούτογλου κι έγραφε πάνω «Αρναούτογλου-Γρηγόριος Δίκαιος Παπαφλέσσας».
Το καριοφίλι του ήταν στολισμένο. Το κοντάκι είχε φίλντισι κι εκεί που αρχίζει η κάννη απ’τη μια έγραφε το όνομά του κι απ’την άλλη είχε σκαλισμένη τη μορφή του Παπαφλέσσα. Αυτό βαστούσε όταν έπεσε ηρωϊκά στο Μανιάκι. Εκεί βρέθηκε ύστερα από κάποιον ΄Ελληνα. Σχεδόν μόνο το κοντάκι σώθηκε κι αυτό κατατσακισμένο απ’τις σπαθιές που δέχτηκε σ’εκείνη τη γιγαντομαχία.
Στα 1900 το αγόρασαν από κάποιον οι απόγονοι του Παπαφλέσσα και βρίσκεται πια στα χέρια τους.

ΚΙΤΣΟΣ ΤΖΑΒΕΛΑΣ
Δευτερότοκος γιος του Φώτου κι εγγονός του Λάμπρου Τζαβέλα. Γεννήθηκε στο Σούλι το 1801. Μεγάλωσε στην Κέρκυρα όπου είχαν καταφύγει πολλοί Σουλιώτες, μετά το 1803.
Εικοσάχρονος γύρισε στο Σούλι και υπέγραψε και αυτός τη συμφωνία με τους Αρβανίτες Αγαδομπέηδες, φίλους του Αλή Πασά, στις 11 Γενάρη του 1821.
Επολέμησε κατά των σουλτανικών στρατευμάτων που είχαν πολιορκήσει τον Αλή. Μετά τον έστειλαν οι Σουλιώτες στην Ιταλία να συναντήσει τον Ιγνάντιο και να ζητήσει πολεμοφόδια, πληροφορίες και συμβουλές, γιατί πλησίαζε ο καιρός του γενικού ξεσηκωμού των Ελλήνων. Γυρίζοντας από την Ιταλία το Σούλι είχε παραδοθεί στους Σουλτανικούς. Γι’αυτό αναγκάστηκε να βγει στο Αιτωλικό, όπου είχαν πάει κι άλλοι Σουλιώτες. Κλείστηκε στο Μεσολόγγι μαζί με τους λίγους Σουλιώτες που είχε ο Μάρκος Μπότσαρης και πολέμησαν κατά την πρώτη πολιορκία.
Μετά την αποχώρηση τότε του Κιουταχή και του Ομέρ Βρυόνη, και με υποκίνηση του Μαυροκορδάτου, επήγε με τριακόσιους περίπου Σουλιώτες προς τ’ ‘Αγραφα όπου ήρθαν σε ρήξη με το Γ. Καραϊσκάκη. Εγύρισαν πίσω μαζί με το θείο του Ζυγούρη Λάμπρου Τζαβέλα και τον Μάρκο Μπότσαρη στο Καρπενήσι όπου σκοτώθηκε ο Μάρκος. ΄Υστερα ο Κίτσος με τον Ζυγούρη, τους Σουλιώτες και με άλλα ελληνικά σώματα έπιασαν την Καλιακούδα. Τότε σκοτώθηκε ο Ζυγούρης Τζαβέλας και έγινε αρχηγός ο Κίτσος Τζαβέλας.
Στην δίκη του Γ. Καραϊσκάκη το 1824, παρά την προσβολή που του είχε κάνει τον υπερασπίστηκε. Πήρε μέρος στη μάχη της Αμπλιανής όπου νίκησαν και στη μάχη στο Κρεμμύδι όπου απέτυχαν. Αν και ήταν αντίθετος με τον Κολοκοτρώνη, τελικά τον υποστήριξε γιατί η αδερφή του Κίτσου παντρεύτηκε τον γιο του Κολοκοτρώνη. Αφού ήταν συμπέθερος του Κολοκοτρώνη πιάστηκε και φυλακίστηκε. ΄Οταν όμως ο βασιλιάς ΄Οθωνας ενηλικιώθηκε, τους ελευθέρωσε και τους δύο.
Ο Κίτσος Τζαβέλας έγινε Υπασπιστής του βασιλιά, Υπουργός Στρατιωτικών και Πρωθυπουργός, παρότι ήταν αγράμματος και ήξερε μόνο να υπογράφει.
Το 1854 όταν ξεσηκώθηκε η Θεσσαλία και η ΄Ηπειρος, ο Κίτσος πήγε στο Μεσολόγγι με σκοπό να βοηθήσει το κίνημα. Εκεί αφού είδε τις ελπίδες του – για απελευθέρωση των περιοχών αυτών – να χάνονται, αρρώστησε και πέθανε στις 9 Μαρτίου του 1855.

ΛΑΣΚΑΡΙΝΑ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ (1771-1825)

Η Καπετάνισσα Μπουμπουλίνα ξέφευγε από τα γυναικεία πρότυπα της εποχής της. Μεγαλωμένη στη θάλασσα, από νωρίς εκδήλωσε την αγάπη της για τα πλοία και τα ταξίδια. Η μυθιστορηματική ζωή της, από τη γέννηση της ακόμη, ήταν γεμάτη περιπέτειες που σφυρηλάτησαν το χαρακτήρα της, ένα χαρακτήρα ανεξάρτητο, δυναμικό, αγωνιστικό. Καπετάνισσα, λοιπόν, όχι μόνο στα πλοία, αλλά και στην ίδια της τη ζωή. Γεννήθηκε ορφανή από πατέρα, έμεινε δύο φορές χήρα και με μεγάλη περιουσία την οποία διαχειρίστηκε με πολλή ευστροφία και κατάφερε να την αυξήσει. Γεύτηκε συχνά το φθόνο των συμπατριωτών της και γι’ αυτό αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες, τις οποίες πάντα ξεπερνούσε.
Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες προφορικές μαρτυρίες, το 1819 στην Κωνσταντινούπολη μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία. Μετά την έκρηξη της Επανάστασης από τους πρώτους συμμετείχε ενεργά, προσφέροντας χρήματα και πολεμοφόδια και διαθέτοντας τα πλοία της στην υπηρεσία του Αγώνα. Η μεγαλύτερη απώλεια ήταν ο θάνατος του πρωτότοκου γιου της (από τον πρώτο της γάμο) Γιάννου Γιάννουζα, στα τέλη Απριλίου του 1821,σε μια συμπλοκή με τους Τούρκους έξω από το Άργος. Η Μπουμπουλίνα έλαβε μέρος με το πλοίο της «Αγαμέμνων» στην πολιορκία του Ναυπλίου και μετά την απελευθέρωσή του εγκαταστάθηκε εκεί σε οίκημα που της παραχώρησε η επαναστατική κυβέρνηση.
«Από της εμφανίσεώς της εις τον Αργολικόν, επί ιδίου πλοίου δια την πολιορκίαν του Ναυπλίου, και έπειτα εις το Αργος» γράφει ο Διονύσιος Κόκκινος, «η φυσιογνωμία της Μπουμπουλίνας καθίσταται η αμαζόνιος διακόσμησις του πολεμικού πίνακος του 1821. Η δόξα της, που έφτασε μέχρι της εκπλήκτου δια την δράσιν της Ευρώπης, οφείλεται εις πραγματικάς πολεμικάς πράξεις.»
Το Σεπτέμβριο του 1821 βρέθηκε στο στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη και μπήκε από τους πρώτους στην πόλη. Η εκεί συμπεριφορά της προξένησε σχόλια για αρπαγή κοσμημάτων από τις γυναίκες του χαρεμιού με υπόσχεση την ασφάλεια της ζωής τους.
Ο πρωταγωνιστικός της ρόλος δεν την άφησε αμέτοχη στις εμφύλιες διαμάχες, κατά τις οποίες υποστήριξε τους στρατιωτικούς και το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε συγγενέψει, μετά το γάμο της κόρης της Ελένης Μπούμπουλη με τον Πάνο Κολοκοτρώνη.

Η φιλοπατρία υπερισχύει όλων των άλλων συναισθημάτων της, δηλαδή της πικρίας της από τις έριδες των πολιτικών και την έκβαση του αγώνα. Και ενώ κάνει πάλι προετοιμασίες, για να λάβει μέρος στο αγώνα εναντίον του Ιμπραήμ, έρχεται το αναπάντεχο τέλος της. Η ηλιοκαμένη κόρη της θάλασσας πέφτει νεκρή από σπετσιώτικο βόλι, στις 22 Μαΐου 1825,στο σπίτι του πρώτου της άνδρα, του Γιάννουζα. Αιτία; Μια λογομαχία της με άτομα από την οικογένεια της Κούτση Ευγενίας, αγαπημένης του γιου της Μπουμπουλίνας. Άδοξο και τραγικό λοιπόν το τέλος αυτής της γυναίκας που μέσα της ξεχείλιζε, πιο ισχυρή από όλα τα άλλα, η αγάπη της για την πατρίδα.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΤΣΑΚΑΛΩΦ
Ολοι μας βέβαια ξέρουμε πως η Φιλική Εταιρεία, που οργάνωσε και οδήγησε τους υπόδουλους ΄Ελληνες στην επανάσταση του ’21, ιδρύθηκεστην Οδησσό της Ρωσίας, το φθινόπωρο του 1814. Ιδρυτές της ήταν δύο άσημοι εμποροϋπάλληλοι κι ένας διανοούμενος, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο Νικόλαος Σκουφάς και ο Εμμανουήλ Ξάνθος.
Την πρωτοβουλία της ίδρυσης την είχε ο Τσακάλωφ, που σπούδασε στο Παρίσι και ήταν μέλος της «Ελληνικής Εταιρείας» και του «Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου». Για απόδειξη μάλιστα στον Κώδικα της Ανωτάτης Αρχής της Φιλικής Εταιρείας, πρώτο βρίσκεται το όνομα του Τσακάλωφ.
Ο Γιαννιώτης Τσακάλωφ, αντίθετα από τους δύο άλλους που είχανε ταπεινό σόι, ήταν παιδί άριστης οικογένειας, από τον περίφημο Τεκελή.
Η ζωή του μοιάζει με μυθιστόρημα. Ο πατέρας πλούσιος έμπορος γουναρικών, ξενιτεύτηκε και ζούσε στη Μόσχα. Η οικογένειά του όμως έμενε στα Γιάννενα. Ο Θανάσης σπούδαζε στο σχολείο του Ψαλίδα.
Μια μέρα ο Μουχτάρ Πασάς, γιος του Αλή Πασά, έβαλε να τον πιάσουν και να τον φέρουν στο σεράι του. Η μάνα του τρέχει και πέφτει στα γόνατα του γείτονά της Ταχήρ Αμπάζη. Αυτός τη λυπήθηκε και της τάζει πως θα την βοηθήσει. Την ορμηνεύει να παραστήσει την τρελή και να πάει έξω από το σεράι του Βεζύρη να στριγγλίζει. ΄Οταν ο Αλή Πασάς άκουσε τα ουρλιαχτά της, φωνάζει τον Ταχήρ Αμπάζη και τον ρωτά τι τρέχει.
– Είναι Πασά μου μια μισότρελη γυναίκα που ο γιος σου ο Μουχτάρ, της άρπαξε το παιδί της. Την έχω γειτόνισσα και με παλάβωσαν οι φωνές της. Πρόσταξε το γιο σου να της δώσει το παιδί της για να ησυχάσω και ‘γω.
΄Ετσι κι έγινε. Τότε ο πατέρας του Τσακάλωφ, τον πήρε στη Μόσχα για να σπουδάσει και μετά τον έστειλε για περισσότερες σπουδές στο Παρίσι.
΄Ετσι ο Τσακάλωφ έγινε ένας σπουδαίος διανοούμενος που μισούσε πολύ τους Τούρκους. Αφού ίδρυσε την Φιλική Εταιρεία έγινε και υπασπιστής στον Ιερό Λόχο του Αλέξανδρου Υψηλάντη.
Σε όλη τη διάρκεια του ξεσηκωμού των Ελλήνων τραγουδούσαν μετά τον όρκο που έδιναν στη Φιλική Εταιρεία:
Φίλοι μου συμπατριώται δούλοι νάμεθα ως πότε των αχρείων Μουσουλμάνων της Ελλάδος των τυρράνων
Ο Τσκάλωφ έλαβε μέρος στην δολοφονία του τυχοδιώχτη Γαλάτη. Το όνομά του γράφεται με χρυσά γράμματα στην Ελληνική Ιστορία διότι ήταν ο πρωτεργάτης της Ελληνικής Επανάστασης. ΄Ενα πατριωτικό εγερτήριο της εποχής εκείνης έλεγε:
Ω παιδιά μου
ορφανά μου
σκορπισμένα εδώ κι εκεί
διωγμένα
υβρισμένα
απ’τα έθνη πανοκεί!
Ξυπνήστε τέκνα
κι ήλθεν η ώρα.
Ξυπνήστε όλα
τρέξατε τώρα
κι ‘ήλθεν ο Δείπνος ο Μυστικός!

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ, (1792-1828)
Ο ενδοξότερος από τους Υψηλάντηδες. Ως αξιωματικός του ρωσικού στρατού διακρίθηκε στη μάχη της Δρέστης το 1823 εναντίον του Ναπολέοντα κι εκεί έχασε το δεξί του χέρι. Φλογιζόταν από το πόθο να δει την Ελλάδα ελεύθερη. Μυήθηκε στα μυστικά της Φιλικής και δέχτηκε την αρχηγία του αγώνα που του πρόσφερε η Εταιρεία το 1820. Πριν πεθάνει είχε πάει στη φυλακή, απ’οπου βγήκε το 1827. ΄Ομως οι κακουχίες και οι στεναχώριες της φυλακής, είχαν υποσκάψει την υγεία του και πέθανε μετά από ένα χρόνο στην Βιέννη.
Το τέλος του Αρχηγού
Το Γενάρη του 1828, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, άρρωστος από βαριά καρδιακή πάθηση, κληρονομιά της φυλάκισής του, κείται σε κάποιο κρεβάτι του ξενοδοχείου «Χρυσό Αχλάδι», στη Βιέννη. ΄Οσο πάει, μέρα με τη μέρα, όλο και βαραίνει η αρρώστεια του. Το καταλαβαίνει και τη στερνή του παραγγελία δίνει στον υπασπιστή του Λασάνη που τον παραστέκει.
– Να στείλετε, τουλάχιστον, την καρδιά μου στην Ελλάδα.
΄Ανηκε πάντοτε στην πατρίδα μου κι επιθυμώ ν’αποδοθεί στο ελεύθερο χώμα της.
Είναι ένα χειμωνιάτικο δειλινό, στις 19 του Γενάρη. Τώρα πια ο Υψηλάντης με κόπο μπορεί να μιλάει. Σε κάποια στιγμή ο Λασάνης μπαίνει στο δωμάτιο κρατώντας την εφημερίδα «Αυστριακός Παρατηρητής», κι ολόχαρος διαβάζει την είδηση πως ο Καποδίστριας έφτασε στη Μάλτα και μ’εγγλέζικη φρεγάτα έφυγε για την Ελλάδα.
– Δόξα σοι ο Θεός…! κατορθώνει να πει με σβυσμένη φωνή ο Αρχηγός. ΄Υστερα προσπάθησε ν’ανασηκωθεί λίγο. Δεν τα καταφέρνει. Νιώθει εξάντληση και γι’αυτό ζητάει απ’τον υπασπιστή του να του τρίψει λίγο το χέρι. Τότε αρχίζει να σιγοψιθυρίζει:
– Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς…
Δεν πρόκανε όμως ν’αποτελειώσει την προσευχή του. Θόλωσε ο νους του, η γλώσσα του μπλέχτηκε, κι ο άτυχος μονόχειρας αρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης γέρνει νεκρός το κεφάλι του

ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ 
 Εξαιρετικός αγωνιστής, στρατηγός και μεγάλη μορφή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και των πρώτων, μετά την απελευθέρωση, χρόνων. Ο Μακρυγιάννης γεννήθηκε το 1797 από φτωχή οικογένεια στο χωριό Αβορίτη του νομού Φωκίδας. Το κανονικό του επίθετο ήταν Τριανταφύλλου, αλλά ονομάστηκε Μακρυγιάννης (μακρύς Ιωάννης), γιατί είχε ψηλό ανάστημα. Όταν ήταν ενός χρόνου οι Τούρκοι σκότωσαν τον πατέρα του κι η οικογένειά του, μετά από πολλές ταλαιπωρίες στα βουνά, κατάφυγε στη Λιβαδειά. Σε ηλικία 14 χρόνων πήγε κι εργάστηκε στην Άρτα στα κτήματα του συμπατριώτη του Αθαν. Λιδωρίκη. Ασχολήθηκε και με το εμπόριο και στην αρχή της Επανάστασης είχε μια σεβαστή περιουσία για την εποχή εκείνη. Στην Άρτα μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και προσχώρησε στην Επανάσταση λίγο πριν την έκρηξή της Οι Φιλικοί τον έστειλαν στην Πάτρα να συγκεντρώσει πληροφορίες για την εξέγερση. Εκεί τον υποπτεύτηκαν οι Τούρκοι κι όταν γύρισε στην Άρτα τον έριξαν στη φυλακή απ’ όπου δραπέτευσε μετά από δύο μήνες. Στην αρχή της Επανάστασης υπηρέτησε κάτω απ’ τις διαταγές του οπλαρχηγού Μπακόλα, που θαύμαζε πολύ Πήρε μέρος στις μάχες του Σταυρού και του Πέτα κι επικεφαλής 700 αντρών μπήκε θριαμβευτής στην πόλη της Άρτας που την κυρίεψαν απ’ τους Τούρκους.
Τον Απρίλη του 1822, παρόλο που είχε αρρωστήσει λίγο καιρό πριν, ως οπλαρχηγός 4 χωριών των Σαλώνων, επιτέθηκε εναντίον της Υπάτης, που όμως δεν μπόρεσε να πάρει απ’ τους Τούρκους.
Τον Αύγουστο, που ο Ανδρούτσος ανάλαβε την αρχιστρατηγία της Αν. Στερεάς, ο Μακρυγιάννης ορίστηκε αντιφρούραρχος κι ο Γκούρας φρούραρχος της Ακρόπολης. Κατόπιν ορίστηκε και πολιτάρχης της Αθήνας, δηλ. είχε καθήκον να επιβλέπει τη δημόσια τάξη.
Μαζί με το Νικηταρά εκστράτευσε στη Ρούμελη και πήρε μέρος σε πολλές μάχες.
Στην περίοδο των εμφύλιων πολέμων ο Μακρυγιάννης τάχτηκε με το μέρος της κυβέρνησης και κυνήγησε τους αντάρτές, γιατί πίστευε ότι έτσι θα ερχόταν γρηγορότερα η τάξη στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.
Το 1825 διορίστηκε απ’ την κυβέρνηση πολιτάρχης της Αρκαδίας. Εκεί τον προσκάλεσαν οι πολιορκούμενοι απ’ τους Τούρκους στο φρούριο του Νεόκαστρου. Έτρεξε για βοήθειά τους μαζί με 100 άνδρες και πολέμησε γενναία μέχρι την παράδοση του κάστρου Μετά την άλωση της Τρίπολης πολέμησε τον Ιμπραήμ στη μάχη των Μύλων, τραυματίστηκε βαριά και μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Εκεί παντρεύτηκε την κόρη του Γεωργαντά Σκουζέ.
Το 1825 πήγε στην Ύδρα για να την προστατέψει από ύποπτες τούρκικες κινήσεις και κατόρθωσε να καθησυχάσει τα επαναστατημένα ελληνικά πληρώματα, που ζητούσαν τους μισθούς τους, πληρώνοντας με δικά του χρήματα.
Αλλά η γενναιότητα του στρατηγού Μακρυγιάννη φάνηκε στις μάχες της Ακρόπολης, που την πολιορκούσε ο Ρεσίτ πασάς Κιουταχής. Εκεί τραυματίστηκε στο λαιμό και στο κεφάλι.
Το τραύμα αυτό τον βασάνιζε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Το 1830 έγινε χιλίαρχος. Ο Μακρυγιάννης, φύση φιλελεύθερη, ήρθε πολλές φορές σε σύγκρουση με τον Καποδίστρια για την αυταρχική πολιτική που ακολουθούσε. Επειδή αρνήθηκε να υπογράψει τον όρκο που έβαζε ο Καποδίστριας στους δημόσιους υπαλλήλους (τον θεωρούσε προσβλητικό), έχασε το αξίωμα του αρχηγού της εκτελεστικής δύναμης της Πελοποννήσου και το βαθμό του. Στ’ απομνημονεύματά του κατηγορεί τον Καποδίστρια για τη δικτατορική του πολιτική και την ανάπτυξη του χαφιεδισμού στη χώρα.
Όταν ήρθε ο Όθωνας στην Ελλάδα, τον χαιρέτησε με αισιοδοξία. Απογοητεύτηκε όμως απ’ τη βίαιη διάλυση των αντάρτικων ομάδων των αγωνιστών, την περιφρόνηση των Βαυαρών προς τους αγωνιστές και τις αδικίες που έγιναν σε βάρος τους. Ο Μακρυγιάννης, ως δημοτικός σύμβουλος της Αθήνας, πέτυχε να εκδώσει το δημοτικό συμβούλιο ψήφισμα για την παραχώρηση απ’ τον Όθωνα συντάγματος στον ελληνικό λαό Μετά από μια περίοδο πολιτικής απραξίας (1836-1840), στην οποία αφοσιώθηκε στη ζωγραφική εικόνων απ’ τον ιερό αγώνα του ’21, ο Μακρυγιάννης εμφανίστηκε και πάλι στο πολιτικό προσκήνιο. Άρχισε την πολιτική κίνηση, που συσπείρωσε γύρω της τους δημοκρατικούς και φιλελεύθερους άντρες και ζητούσε σύνταγμα απ’ τον Όθωνα. Έτσι, με την αναίμακτη εξέγερση της 3ης Σεπτέμβρη 1843 και με τη βοήθεια του στρατού με αρχηγό τον Καλλέργη, ο Όθωνας αναγκάστηκε να παραχωρήσει σύνταγμα. Έτσι ο Μακρυγιάννης αναδείχτηκε πρωτεργάτης του αγώνα, που χάρισε το πρώτο σύνταγμα στον ελληνικό λαό. Ο Μακρυγιάννης πήρε μέρος στη διαμόρφωση του συντάγματος. Τότε πήρε και το βαθμό του υποστράτηγου. Ο αγώνας του Μακρυγιάννη για την τήρηση του συντάγματος θεωρήθηκε ύποπτος και το 1852 τον κατηγόρησαν για συνωμοσία εναντίον του Όθωνα. Στις 16 Μάρτη του 1853, το στρατοδικείο τον καταδίκασε σε θάνατο. Η καταδίκη του Μακρυγιάννη, του αγωνιστή που τόσα πρόσφερε στην ελευθερία της πατρίδας, προκάλεσε την αγανάκτηση του ελληνικού λαού. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να μετατρέψει την ποινή σε ισόβια, μετά σε 10 χρόνια και τέλος τον άφησε ελεύθερο.
Αλλά η υγεία του είχε κλονιστεί σε ανεπανόρθωτο βαθμό.
Στο κίνημα εναντίον της βασιλείας του Όθωνα της 10ης Οκτώβρη 1862, ο λαός της Αθήνας θυμήθηκε τον αρχηγό του στο προηγούμενο κίνημα, (1843), πήγε στο σπίτι του Μακρυγιάννη και τον περιέφερε θριαμβευτικά στην πόλη.
Στις 20 Απρίλη του 1869 έγινε αντιστράτηγος και στις 27 Απρίλη του 1864, ο Μακρυγιάννης άφησε την τελευταία του πνοή.
Ο Μακρυγιάννης, εκτός απ’ την ανεκτίμητη προσφορά του στην επανάσταση του εικοσιένα μας άφησε κι ένα θαυμάσιο ιστορικό και λογοτεχνικό μνημείο. Είναι τα «Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη».
Ο στρατηγός, αν και αγράμματος, μας άφησε ένα απέριττο ιστορικό κείμενο, που περιλαμβάνει τα γεγονότα μέχρι το 1850. Ο Μακρυγιάννης κάνει περιγραφές γεμάτες ζωντανή αφέλεια, φυσικότητα, λυρισμό και παραστατικότητα. Εκθέτει τα γεγονότα και κάνει χαρακτηρισμούς με το δικό του τρόπο και τα αναλύει όλα με το αγνό, πατριωτικό, φιλελεύθερο και δημοκρατικό πνεύμα του.
Τα «Απομνημονεύματα» εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1907 απ’ το Γιάννη Βλαχογιάννη.

Ανακοίνωση του Περιβαλλοντικού Συλλόγου Αλιάρτου


  Ο περιβαλλοντικός σύλλογος Αλιάρτου δείτε εδώ  ευχαριστεί θερμά τον Διευθυντή του Οργανισμού Κωπαΐδας κ. Σεραφείμ Λαμπριτζή για την παραχώρηση κτιρίου, απέναντι από τα γραφεία του Οργανισμού Κωπαΐδας ,για την προσωρινή στέγαση του συλλόγου, αλλά και την ευαισθησία που έδειξε για τα περιβαλλοντικά θέματα. Το προσωρινό Δ.Σ. υπενθυμίζει στα μέλη και φίλους του συλλόγου αλλά και σε κάθε ενδιαφερόμενο, πως οι εγγραφές μελών συνεχίζονται έως και την γενική συνέλευση που θα πραγματοποιηθεί στις 28-04-2010 (ο χώρος και η ώρα θα γνωστοποιηθούν με νεώτερη ανακοίνωση)


Το προσωρινό Δ.Σ

ΟΡΓΙΟ ΣΠΑΤΑΛΗΣ ΣΤΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ


ΑΚΥΡΩΣΕ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ Ο Μ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ


Ακύρωσε την προγραμματισμένη επίσκεψη του στην Τουρκία ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, ενοχλημένος από τις κλιμακούμενες προκλήσεις των Τούρκων στο Αιγαίο. Ο υπουργός εκτιμά ότι οι συνθήκες για την επίσκεψη του στην Τουρκία δεν είναι ώριμες.

Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη επρόκειτο να μεταβεί την Παρασκευή στη γειτονική χώρα, όπου θα συναντούσε τον ομόλογο του προκειμένου να συζητήσουν για θέματα παράνομης μετανάστευσης.

Ο κ. Χρυσοχοΐδης προχώρησε σε αυτή την κίνηση μετά το μπαράζ τουρκικών παρενοχλήσεων σε ελληνικά εναέρια μέσα του λιμενικού σώματος που έχουν ενταχθεί στη δύναμη της FRONTEX…


Παράλληλα, σε παραβίαση των όρων της αβλαβούς διέλευσης ενώ βρισκόταν εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων προχώρησε νωρίς τα ξημερώματα η τουρκική κορβέτα Μπάφρα και την ίδια στιγμή ενώ βρισκόταν εντός ελληνικών χωρικών υδάτων ζήτησε και στοιχεία από παραπλέον εμπορικό πλοίο.

Όπως έγινε γνωστό από το ΓΕΕΘΑ η τουρκική κορβέτα Μπάφρα εισήλθε στο στενό μεταξύ Κέας και Κύθνου στις 23.50 της 23ης Μαρτίου συνοδευόμενη από την πυραυλάκατο Κρυσταλλίδης. Στις 2.10 της 24ης Μαρτίου η ελληνική πυραυλάκατος εξέπεμψε σήμα προς την τουρκική κορβέτα για παραβίαση της αβλαβούς διελεύσεως ενώ βρισκόταν στο Στενό Καφηρέα εντός ελληνικών χωρικών υδάτων. Στις 2.15 η τουρκική κορβέτα εξέπεμψε σήμα προς το παραπλέον εμπορικό πλοίο Αρχάγγελος ζητώντας στοιχεία του δρομολογίου του (λιμένα, κατάπλου, απόπλου, όνομα). Στις 2.30 η τουρκική κορβέτα εξήλθε των ελληνικών χωρικών υδάτων και πλέον πλέει νοτίως της Χίου σε διεθνή ύδατα παρακολουθούμενη από την ελληνική πυραυλάκατο.

ΓΕΕΘΑ για συνομιλία τουρκικής κορβέτας «Μπάφρα» με πλοίο «Αρχάγγελος»

Όπως έγινε γνωστό από το ΓΕΕΘΑ, μετά από την ανάλυση των δεδομένων των συνομιλιών που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 2.00 και 2.30 τα ξημερώματα, για τις κινήσεις των πλοίων που εκινούντο στο στενό του Καφηρέα, διαπιστώθηκε ότι η συνομιλία της 2.15 π.μ δεν αφορούσε στην τουρκική κορβέτα «Μπάφρα» και το εμπορικό πλοίο «Αρχάγγελος», όπως έλεγε η αρχική αναφορά, αλλά ήταν μεταξύ του λιμεναρχείου Ραφήνας και άλλου εμπορικού πλοίου που διέρχονταν της περιοχής.

nooz.gr

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΟΣ ΠΥΡΕΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ


Διπλωματικός πυρετός με αντικείμενο την οικονομική ενίσχυση προς την Ελλάδα, μία ημέρα πριν τη σύνοδο Κορυφής. Νέα δεδομένα στους κόλπους της Ένωσης, φέρνει η σημερινή υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Πορτογαλίας από τον οίκο Fitch, που από τη μία στρέφει τους κερδοσκόπους σε νέο «θύμα» και από την άλλη δημιουργεί το φαινόμενο «ντόμινο» των επιπτώσεων στον ευρωπαϊκό νότο…


 

Θα δούμε υπαναχώρηση της Α.Μέρκελ ή θα μπορέσει τελικά να περάσει τους αυστηρούς όρους βοήθειας προς την Ελλάδα;

Θα ληφθεί αύριο απόφαση ή στην επόμενη Σύνοδο Μάιο, αφού έχουμε δανειστεί υψηλότοκα;

Tην ώρα που το πρακτορείο Bloomberg μετέδωσε, ότι οι χώρες της ευρωζώνης βρίσκονται κοντά σε «συμφωνία» για την εφαρμογή ενός μηχανισμού βοηθείας με τη συνεισφορά και του Διεθνούς νομισματικού Ταμείου, ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας σε δηλώσεις του σε γερμανικά ΜΜΕ, τάχθηκε κατά της οικονομικής στήριξης, αλλά υπέρ της λύσης εντός των ευρωπαϊκών τειχών.

Τόνισε ότι άτι τέτοιο θα έστελνε το λάθος μήνυμα και θα δημιουργούσε προηγούμενο για τις χώρες της ευρωζώνης.
Μάλιστα πρότεινε να αφαιρεθεί το δικαίωμα ψήφου από τις χώρες που παραβιάζουν το Σύμφωνο Σταθερότητας.

Να σημειωθεί, ότι όλες οι πλευρές και οι θέσεις της ΕΕ, έθεσαν ως προτεραιότητα μα γίνει έκτακτη συνεδρίαση των 16 της ευρωζώνης, πριν τη Συνοδο Κορυφής.

Ο κομισάριος Ρεν

Πιέσεις να υπάρξει πολιτική απόφαση από τον επίτροπο Όλι Ρεν, τόνισε ότι εντός της ημέρας πρέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση να αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο θα βοηθήσει την Ελλάδα, διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθούν σοβαρά προβλήματα στο ευρώ, το οποίο σήμερα κινείται σε χαμηλά δέκα μηνών.

Σε υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Πορτογαλίας προχώρησε ο οίκος αξιολόγησης Fitch , εξέλιξη που δημιουργεί νέο θέμα στους κόλπους της Ένωσης, καθώς και ένα άπειρο μυαλό, μπορεί να σκεφθεί ότι τα κερδοσκοπικά κεφάλαια θα στραφούν κατά των ομολόγων της Πορτογαλίας, την ώρα που το πρόγραμμα δανεισμού της χώρας είναι σε πλήρη εξέλιξη και τα spread σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα σε σχέση με τα ελληνικά, γεγονός που σημαίνει ότι επιδέχονται περιθώρια… κερδοσκοπίας.

Η οικονομία της Πορτογαλίας αντιμετωπίζει πολλαπλά και κρίσιμα ζητήματα ανάλογα με τα ελληνικά, συρρικνώνεται, αυξάνει τα ποσοστά ανεργίας της, ενώ ταυτόχρονα εμπλέκεται σε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της δεκαετίας, αφού πούλησε παράγωγο προϊόν –CDS- στηριζόμενη στα μελλοντικά έσοδα που θα συγκέντρωνε το κράτος, σε επόμενες χρονιές. 

nooz.gr

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ "ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ"


Ὁ Διονύσιος Σολωμὸς ἄρχισε νὰ γράφει τὸ ποίημα «Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερία» τὸ 1822, μετὰ τὴ συνάντησή του μὲ τὸν Τρικούπη (ποὺ τὸν ἐπηρέασε πολύ) καὶ τὸν ὁλοκλήρωσε τὸν Μάιο τοῦ 1823. 

Πρωτοδημοσιεύθηκε τὸ 1824 στὸ Μεσολόγγι καὶ ἐκυκλοφόρησε τὸ 1825. Ἔπειτα, ἐπανεκτυπώθηκε πολλὲς φορές καὶ μεταφράσθηκε σὲ πολλὲς γλῶσσες. Τὸ 1865, μὲ τὴ δεύτερη μουσικὴ σύνθεση του, ἀπὸ τὸν Νικόλαο Μάντζαρο, ἔγινε ἐπισήμως ὁ Ἐθνικὸς Ὕμνος τῆς Ἑλλάδος.

Στη συνέχεια ολόκληρο το ποίημα…

1

Σε γνωρίζω από την κόψη

του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη

που με βία μετράει τη γη.

2
 

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

3
 

Εκεί μέσα εκατοικούσες

πικραμένη, εντροπαλή,

κι ένα στόμα ακαρτερούσες,

“έλα πάλι”, να σου πεί.

4
 

'Αργειε νάλθει εκείνη η μέρα,

κι ήταν όλα σιωπηλά,

γιατί τά 'σκιαζε η φοβέρα

και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

5
 

Δυστυχής! Παρηγορία

μόνη σού έμενε να λές

περασμένα μεγαλεία

και διηγώντας τα να κλαις.

6
 

Και ακαρτέρει και ακαρτέρει

φιλελεύθερη λαλιά,

ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι

από την απελπισιά,

7
 

Κι έλεες: “Πότε, α, πότε βγάνω

το κεφάλι από τσ' ερμιές;”.

Και αποκρίνοντο από πάνω

κλάψες, άλυσες, φωνές.

8
 

Τότε εσήκωνες το βλέμμα

μες  στα κλάιματα θολό,

και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα,

πλήθος αίμα ελληνικό.

9
 

Με τα ρούχα αιματωμένα

ξέρω ότι έβγαινες κρυφά

να γυρεύεις εις τα ξένα

άλλα χέρια δυνατά.

10
 

Μοναχή το δρόμο επήρες,

εξανάλθες μοναχή·

δεν είν' εύκολες οι θύρες

εάν η χρεία τες κουρταλεί.

11
 

'Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,

αλλ' ανάσαση καμμιά·

άλλος σου έταξε βοήθεια

και σε γέλασε φρικτά.

12
 

΄Αλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου

οπού εχαίροντο πολύ,

“σύρε νά 'βρεις τα παιδιά σου,

σύρε”, έλεγαν οι σκληροί.

13
 

Φεύγει οπίσω το ποδάρι

και ολογλήγορο πατεί

ή την πέτρα ή το χορτάρι

που τη δόξα σού ενθυμεί.

14
 

Ταπεινότατη σου γέρνει

η τρισάθλια κεφαλή,

σαν πτωχού που θυροδέρνει

κι είναι βάρος του η ζωή.

15
 

Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει

κάθε τέκνο σου με ορμή,

πού ακατάπαυστα γυρεύει

ή τη νίκη ή τη θανή.

16
 

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

17
 

Μόλις είδε την ορμή σου

ο ουρανός που για τσ' εχθρούς

εις τη γη τη μητρική σου

έτρεφ' άνθια και καρπούς,

18
 

εγαλήνεψε· και εχύθει

καταχθόνια μια βοή,

και του Ρήγα σού απεκρίθη

πολεμόκραχτη η φωνή.

19
 

΄Ολοι οι τόποι σου σ' εκράξαν

χαιρετώντας σε θερμά,

και τα στόματα εφωνάξαν

όσα αισθάνετο η καρδιά.

20
 

Εφωνάξανε ως τ' αστέρια

του Ιονίου και τα νησιά,

κι εσηκώσανε τα χέρια

για να δείξουνε χαρά,

21
 

μ' όλον πού 'ναι αλυσωμένο

το καθένα τεχνικά,

και εις το μέτωπο γραμμένο

έχει: “Ψεύτρα Ελευθεριά”.

22
 

Γκαρδιακά χαροποιήθει

και του Βάσιγκτον η γη,

και τα σίδερα ενθυμήθει

που την έδεναν κι αυτή.

23
 

Απ' τον πύργο του φωνάζει,

σα να λέει σε χαιρετώ,

και τη χήτη του τινάζει

το λιοντάρι το Ισπανό.

24
 

Ελαφιάσθη της Αγγλίας

το θηρίο, και σέρνει ευθύς

κατά τ' άκρα της Ρουσίας

τα μουγκρίσματα τσ' οργής.

25
 

Εις το κίνημα του δείχνει,

πως τα μέλη ειν' δυνατά·

και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει

μια σπιθόβολη ματιά.

26
 

Σε ξανοίγει από τα νέφη

και το μάτι του Αετού,

που φτερά και νύχια θρέφει

με τα σπλάχνα του Ιταλού·

27
 

και σ' εσέ καταγυρμένος,

γιατί πάντα σε μισεί,

έκρωζ' έκρωζ' ο σκασμένος,

να σε βλάψει, αν ημπορεί.

28
 

΄Αλλο εσύ δεν συλλογιέσαι

πάρεξ που θα πρωτοπάς·

δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι

στες βρισιές οπού αγρικάς·

29
 

σαν το βράχο οπού αφήνει

κάθε ακάθαρτο νερό

εις τα πόδια του να χύνει

ευκολόσβηστον αφρό·

30
 

οπού αφήνει ανεμοζάλη

και χαλάζι και βροχή

να του δέρνουν τη μεγάλη,

την αιώνιαν κορυφή.

31
 

Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του,

οποιανού θέλει βρεθεί

στο μαχαίρι σου αποκάτου

και σ' εκείνο αντισταθεί.

32
 

Το θηρίο π' ανανογιέται

πως του λείπουν τα μικρά,

περιορίζεται, πετιέται,

αίμα ανθρώπινο διψά·

33
 

τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,

τα λαγκάδια, τα βουνά,

κι όπου φθάσει, όπου περάσει,

φρίκη, θάνατος, ερμιά·

34
 

Ερμιά, θάνατος και φρίκη

όπου επέρασες κι εσύ·

ξίφος έξω από τη θήκη

πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

35
 

Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει

της αθλίας Τριπολιτσάς·

τώρα τρόμου αστροπελέκι

να της ρίψεις πιθυμάς.

36
 

Μεγαλόψυχο το μάτι

δείχνει πάντα οπώς νικεί,

κι ας ειν' άρματα γεμάτη

και πολέμιαν χλαλοή.

37
 

Σου προβαίνουνε και τρίζουν

για να ιδείς πως ειν' πολλά·

δεν ακούς που φοβερίζουν

άνδρες μύριοι και παιδιά;

38
 

Λίγα μάτια, λίγα στόματα

θα σας μείνουνε ανοιχτά.

για να κλαύσετε τα σώματα

που θε νά 'βρει η συμφορά!

39
 

Κατεβαίνουνε, και ανάφτει

του πολέμου αναλαμπή·

το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,

λάμπει, κόφτει το σπαθί.

40
 

Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη;

Λίγα τα αίματα γιατί;

Τον εχθρό θωρώ να φύγει

και στο κάστρο ν' ανεβεί.

41
 

Μέτρα! Ειν' άπειροι οι φευγάτοι,

οπού φεύγοντας δειλιούν·

τα λαβώματα στην πλάτη

δέχοντ', ώστε ν' ανεβούν.

42
 

Εκεί μέσα ακαρτερείτε

την αφεύγατη φθορά·

να, σας φθάνει· αποκριθείτε

στης νυκτός τη σκοτεινιά!

43
 

Αποκρίνονται και η μάχη

έτσι αρχίζει, οπού μακριά

από ράχη εκεί σε ράχη

αντιβούιζε φοβερά.

44
 

Ακούω κούφια τα τουφέκια,

ακούω σμίξιμο σπαθιών,

ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,

ακούω τρίξιμο δοντιών.

45
 

Α, τι νύκτα ήταν εκείνη

που την τρέμει ο λογισμός!

΄Αλλος ύπνος δεν εγίνει

πάρεξ θάνατου πικρός.

46
 

Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,

οι κραυγές, η ταραχή,

ο σκληρόψυχος ο τρόπος

του πολέμου, και οι καπνοί,

47
 

και οι βροντές και το σκοτάδι

οπού αντίσκοφτε η φωτιά,

επαράσταιναν τον ΄Αδη

που ακαρτέρειε τα σκυλιά·

48
 

Τ' ακαρτέρειε. Εφαίνον' ίσκιοι

αναρίθμητοι, γυμνοί,

κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,

βρέφη ακόμη εις το βυζί.

49
 

'Ολη μαύρη μυρμηγκιάζει,

μαύρη η εντάφια συντροφιά,

σαν το ρούχο οπού σκεπάζει

τα κρεβάτια τα στερνά.

50
 

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι

επετιούντο από τη γη,

όσοι ειν' άδικα σφαγμένοι

από τούρκικην οργή.

51
 

Τόσα πέφτουνε τα θερι-

σμένα αστάχια εις τους αγρούς·

σχεδόν όλα εκειά τα μέρη

εσκεπάζοντο απ' αυτούς.

52
 

Θαμποφέγγει κανέν' άστρο,

και αναδεύοντο μαζί,

ανεβαίνοντας το κάστρο

με νεκρώσιμη σιωπή.

53
 

'Ετσι χάμου εις την πεδιάδα,

μες στο δάσος το πυκνό,

όταν στέλνει μίαν αχνάδα

μισοφέγγαρο χλωμό,

54
 

εάν οι άνεμοι μες στ' άδεια

τα κλαδιά μουγκοφυσούν,

σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,

οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

55
 

Με τα μάτια τους γυρεύουν

όπου είν' αίματα πηχτά,

και μες στα αίματα χορεύουν

με βρυχίσματα βραχνά·

56
 

και χορεύοντας μανίζουν

εις τους ΄Ελληνες κοντά,

και τα στήθια τους εγγίζουν

με τα χέρια τα ψυχρά.

57
 

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει

βαθειά μες στα σωθικά,

όθεν όλη η λύπη βγαίνει,

και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

58
 

Τότε αυξαίνει του πολέμου

ο χορός τρομακτικά,

σαν το σκόρπισμα του ανέμου

στου πελάου τη μοναξιά.

59
 

Κτυπούν  όλοι απάνου κάτου·

κάθε κτύπημα που εβγεί

είναι κτύπημα θανάτου

χώρις να δευτερωθεί.

60
 

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει·

λες κι εκείθενε η ψυχή

απ' το μίσος που την καίει

πολεμάει να πεταχθεί.

61
 

Της καρδίας κτυπίες βροντάνε

μες στα στήθια τους αργά,

και τα χέρια όπου χουμάνε

περισσότερο ειν' γοργά.

62
 

Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι,

ουδέ πέλαγο, ουδέ γη·

γι' αυτούς όλους το παν είναι

μαζωμένο αντάμα εκεί.

63
 

Τόση η μάνητα κι η ζάλη,

που στοχάζεσαι μη πως

από μία μεριά και απ' άλλη

δεν είνει ένας ζωντανός.

64
 

Κοίτα χέρια απελπισμένα

πώς θερίζουνε ζωές!

Χάμου πέφτουνε κομμένα

χέρια, πόδια, κεφαλές,

65
 

και παλάσκες και σπαθία

με ολοσκόρπιστα μυαλά,

και με ολόσχιστα κρανία,

σωθικά λαχταριστά.

66
 

Προσοχή καμία δεν κάνει

κανείς, όχι, εις τη σφαγή·

πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει,

φθάνει· έως πότε οι σκοτωμοί;

67
 

Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο,

πάρεξ όταν ξαπλωθεί;

Δεν αισθάνονται τον κόπο

και λες κι είναι εις την αρχή.

68
 

Ολιγόστευαν οι σκύλοι,

και “Αλλά”, εφώναζαν, “Αλλά”,

και των Χριστιανών τα χείλη

“φωτιά”, εφώναζαν, “φωτιά”.

69
 

Λιονταρόψυχα, εκτυπιούντο,

πάντα εφώναζαν “φωτιά”,

και οι μιαροί κατασκορπιούντο,

πάντα σκούζοντας “Αλλά”.

70
 

Παντού φόβος και τρομάρα

και φωνές και στεναγμοί·

παντού κλάψα, παντού αντάρα,

και παντού ξεψυχισμοί.

71
 

Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι

εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί.

'Ολοι χάμου εκείτοντ' όλοι

εις την τέταρτην αυγή.

72
 

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη

και κυλάει στη λαγκαδιά,

και το αθώο χόρτο πίνει

αίμα αντίς για τη δροσιά.

73
 

Της αυγής δροσάτο αέρι,

δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο

στων ψευδόπιστων το αστέρι·

φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!

74
 

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

75
 

Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι·

δεν λάμπ' ήλιος μοναχά

εις τους πλάτανους, δεν λάμπει

εις τ' αμπέλια, εις τα νερά.

76
 

Εις τον ήσυχον αιθέρα

τώρα αθώα δεν αντηχεί

τα λαλήματα η φλογέρα,

τα βελάσματα το αρνί.

77
 

Τρέχουν άρματα χιλιάδες

σαν το κύμα εις το γιαλό,

αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες

δεν ψηφούν τον αριθμό.

78
 

Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε

και ξανάλθετε σε μας·

τα παιδιά σας θελ' ιδείτε

πόσο μοιάζουνε με σας.

79
 

'Ολοι εκείνοι τα φοβούνται

και με πάτημα τυφλό

εις την Κόρινθο αποκλειούνται

κι όλοι χάνουνται απ' εδώ.

80
 

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου

πείνα και θανατικό,

που με σχήμα ενός σκελέθρου

περπατούν αντάμα οι δυο·

81
 

και πεσμένα εις τα χορτάρια

απεθαίνανε παντού

τα θλιμμένα απομεινάρια

της φυγής και του χαμού.

82
 

Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,

που ότι θέλεις ημπορείς.

εις τον κάμπο, Ελευθερία,

ματωμένη περπατείς.

83
 

Στη σκια χεροπιασμένες,

στη σκια βλέπω κι εγώ

κρινοδάχτυλες παρθένες

οπού κάνουνε χορό.

84
 

Στο χορό γλυκογυρίζουν

ωραία μάτια ερωτικά,

και εις την αύρα κυματίζουν

μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

85
 

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει

πως ο κόρφος καθεμιάς

γλυκοβύζαστο ετοιμάζει

γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.

86
 

Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,

το ποτήρι δεν βαστώ·

φιλελεύθερα τραγούδια

σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

87
 

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

88
 

Πήγες εις το Μεσολόγγι

την ημέρα του Χριστού,

μέρα που άνθισαν οι λόγγοι

για το τέκνο του Θεού.

89
 

Σου 'λθε εμπρός λαμποκοπώντας

η Θρησκεία μ' ένα σταυρό,

και το δάκτυλο κινώντας

οπού ανεί τον ουρανό,

90
 

“σ' αυτό”, εφώναξε, “το χώμα

στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!”.

Και φιλώντας σου το στόμα

μπαίνει μες στην εκκλησιά.

91
 

Εις την τράπεζα σιμώνει,

και το σύγνεφο το αχνό

γύρω γύρω της πυκνώνει

που σκορπάει το θυμιατό.

92
 

Αγρικάει την ψαλμωδία

οπού εδίδαξεν αυτή·

βλέπει τη φωταγωγία

στους Αγίους εμπρός χυτή.

93
 

Ποιοι είν' αυτοί που πλησιάζουν

με πολλή ποδοβολή,

κι άρματ', άρματα ταράζουν;

Επετάχτηκες εσύ!

94
 

Α, το φως που σε στολίζει,

σαν ηλίου φεγγοβολή,

και μακρίθεν σπινθηρίζει,

δεν είναι, όχι, από τη γη.

95
 

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη

χείλος, μέτωπο, οφθαλμός·

φως το χέρι, φως το πόδι,

κι όλα γύρω σου είναι φως.

96
 

Το σπαθί σου αντισηκώνεις,

τρία πατήματα πατάς,

σαν τον πύργο μεγαλώνεις,

κι εις το τέταρτο κτυπάς.

97
 

Με φωνή που καταπείθει

προχωρώντας ομιλείς:

“Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη,

ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

98
 

Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε:

"Εγώ ειμ' 'Αλφα, Ωμέγα εγώ·

πέστε, που θ' αποκρυφθείτε

εσείς όλοι, αν οργισθώ;

99
 

Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,

που, μ' αυτήν αν συγκριθεί

κείνη η κάτω οπού σας έχω,

σαν δροσιά θέλει βρεθεί.

100
 

Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,

τόπους άμετρα υψηλούς,

χώρες, όρη από τη ρίζα,

ζώα και δέντρα και θνητούς.

101
 

Και το παν το κατακαίει,

και δεν σώζεται πνοή,

πάρεξ του άνεμου που πνέει

μες στη στάχτη τη λεπτή"”.

102
 

Κάποιος ήθελε ερωτήσει:

Του θυμού Του εισ' αδελφή;

Ποιος είν' άξιος να νικήσει

ή με σε να μετρηθεί;

103
 

Η γη αισθάνεται την τόση

του χεριού σου ανδραγαθιά,

που όλην θέλει θανατώσει

τη μισόχριστη σπορά.

104
 

Την αισθάνονται και αφρίζουν

τα νερά, και τ' αγρικώ

δυνατά να μουρμουρίζουν

σαν ρυάζετο θηριό.

105
 

Κακορίζικοι, πού πάτε

του Αχελώου μες στη ροή

και πιδέξια πολεμάτε

από την καταδρομή

106
 

να αποφύγετε; Το κύμα

έγινε όλο φουσκωτό·

εκεί ευρήκατε το μνήμα

πριν να ευρείτε αφανισμό.

107
 

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει

κάθε λάρυγγας εχθρού,

και το ρεύμα γαργαρίζει

τες βλασφήμιες του θυμού.

108
 

Σφαλερά τετραποδίζουν

πλήθος άλογα, και ορθά

τρομασμένα χλιμιντρίζουν

και πατούν εις τα κορμιά.

109
 

Ποίος στο σύντροφον απλώνει

χέρι, ωσάν να βοηθηθεί·

ποίος τη σάρκα του δαγκώνει

όσο που να νεκρωθεί.

110
 

Κεφαλές απελπισμένες,

με τα μάτια πεταχτά,

κατά τ' άστρα σηκωμένες

για την ύστερη φορά.

111
 

Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη

του Αχελώου νεροσυρμή-

το χλιμίντρισμα και οι κρότοι

και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

112
 

Έτσι ν' άκουα να βουίξει

τον βαθύν Ωκεανό,

και στο κύμα του να πνίξει

κάθε σπέρμα αγαρηνό!

113
 

Και εκεί πού 'ναι η Αγία Σοφία

μες στους λόφους τους επτά,

όλα τ' άψυχα κορμία,

βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114
 

σωριασμένα να τα σπρώξει

η κατάρα του Θεού,

κι απ' εκεί να τα μαζώξει

ο αδελφός του Φεγγαριού.

115
 

Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει,

κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά

μ' αργό πάτημα ας πηγαίνει

μεταξύ τους και ας μετρά.

116
 

Ένα λείψανο ανεβαίνει

τεντωτό, πιστομητό,

κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει

και δεν φαίνεται, και πλιο

117
 

και χειρότερα αγριεύει

και φουσκώνει ο ποταμός·

πάντα, πάντα περισσεύει·

πολύ φλοίσβισμα και αφρός.

118
 

Α, γιατί δεν έχω τώρα

τη φωνή του Μωυσή;

Μεγαλόφωνα την ώρα

οπού εσβιούντο οι μισητοί,

119
 

το Θεόν ευχαριστούσε

στου πελάου τη λύσσα εμπρός,

και τα λόγια ηχολογούσε

αναρίθμητος λαός.

120
 

Ακλουθάει την αρμονία

η αδελφή του Ααρών,

η προφήτισσα Μαρία,

μ' ένα τύμπανο τερπνόν

121
 

και πηδούν όλες οι κόρες

με τσ' αγκάλες ανοικτές,

τραγουδώντας, ανθοφόρες,

με τα τύμπανα κι εκειές.

122
 

Σε γνωρίζω από την κόψη

του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη

που με βία μετράει τη γη.

123
 

Εις αυτήν, είν' ξακουσμένο,

δεν νικιέσαι εσύ ποτέ·

όμως, όχι, δεν είν' ξένο

και το πέλαγο για σε.

124
 

Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει

κύματ' άπειρα εις τη γη,

με τα οποία την περιζώνει,

κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

125
 

Με βρυχίσματα σαλεύει

που τρομάζει η ακοή·

κάθε ξύλο κινδυνεύει

και λιμνιώνα αναζητεί.

126
 

Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη

και το λάμψιμο του ηλιού,

και τα χρώματα αναδίνει

του γλαυκότατου ουρανού.

127
 

Δεν νικιέσαι, είν' ξακουσμένο,

στην ξηράν εσύ ποτέ·

όμως όχι δεν είν' ξένο

και το πέλαγο για σέ.

128
 

Περνούν άπειρα τα ξάρτια,

και σαν λόγγος στριμωχτά

τα τρεχούμενα κατάρτια,

τα ολοφούσκωτα πανιά.

129
 

Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,

και αγκαλά δεν είν' πολλές,

πολεμώντας, άλλα διώχνεις,

άλλα παίρνεις, άλλα καις.

130
 

Μ' επιθυμία να τηράζεις

δύο μεγάλα σε θωρώ,

και θανάσιμον τινάζεις

εναντίον τους κεραυνό.

131
 

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει,

και σηκώνει μια βροντή,

και το πέλαο χρωματίζει

με αιματόχροη βαφή.

132
 

Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι

και δεν μνέσκει ένα κορμί·

χαίρου, σκιά του Πατριάρχη,

που σε πέταξαν εκεί.

133
 

Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι

με τσ' εχθρούς τους τη Λαμπρή,

και τους έτρεμαν τα χείλη

δίνοντάς τα εις το φιλί.

134
 

Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε

τώρα πλέον δεν τες πατεί,

και το χέρι οπού εφιλήστε

πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.

135
 

'Ολοι κλαψτε· αποθαμένος

ο αρχηγός της Εκκλησιάς·

κλάψτε, κλάψτε· κρεμασμένος

ωσάν να 'τανε φονιάς!

136
 

'Εχει ολάνοικτο το στόμα

π' ώρες πρώτα είχε γευθεί

τ' Άγιον Αίμα, τ' Άγιον Σώμα·

λες πως θε να ξαναβγεί

137
 

η κατάρα που είχε αφήσει,

λίγο πριν να αδικηθεί,

εις οποίον δεν πολεμήσει

και ημπορεί να πολεμεί.

138
 

Την ακούω, βροντάει, δεν παύει

εις το πέλαγο, εις τη γη,

και μουγκρίζοντας ανάβει

την αιώνιαν αστραπή.

139
 

Η καρδιά συχνοσπαράζει.

Πλην τι βλέπω; Σοβαρά

να σωπάσω με προστάζει

με το δάκτυλο η θεά.

140
 

Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη

τρεις φορές μ' ανησυχιά·

προσηλώνεται κατόπι

στην Ελλάδα, και αρχινά:

141
 

“Παλληκάρια μου, οι πολέμοι

για σας όλοι είναι χαρά,

και το γόνα σας δεν τρέμει

στους κινδύνους εμπροστά.

142
 

Απ' εσάς απομακραίνει

κάθε δύναμη εχθρική,

αλλά ανίκητη μια μένει

που τες δάφνες σας μαδεί.

143
 

Μία, που όταν ωσάν λύκοι

ξαναρχόστενε ζεστοί,

κουρασμένοι από τη νίκη,

αχ, το νου σάς τυραννεί.

144
 

Η Διχόνοια που βαστάει

ένα σκήπτρο η δολερή

καθενός χαμογελάει,

"πάρ' το", λέγοντας, "και συ".

145
 

Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει

έχει αλήθεια ωραία θωριά·

μην το πιάστε, γιατί ρίχνει

εισέ δάκρυα θλιβερά.

146
 

Από στόμα οπού φθονάει,

παλληκάρια, ας μην πωθεί,

πως το χέρι σας κτυπάει

του αδελφού την κεφαλή.

147
 

Μην ειπούν στο στοχασμό τους

τα ξένη έθνη αληθινά:

"Εάν μισούνται ανάμεσό τους

δεν τους πρέπει ελευθεριά".

148
 

Τέτοια αφήστενε φροντίδα·

όλο το αίμα οπού χυθεί

για θρησκεία και για πατρίδα

όμοιαν έχει την τιμή.

149
 

Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε

για πατρίδα, για θρησκειά,

σας ορκίζω, αγκαλισθείτε

σαν αδέλφια γκαρδιακά.

150
 

Πόσο λείπει, στοχασθείτε,

πόσο ακόμη να παρθεί·

πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,

πάντα εσάς θ' ακολουθεί.

151
 

Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία,

καταστήστε ένα Σταυρό

και φωνάξετε με μία:

"Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ!

152
 

Το σημείον που προσκυνάτε

είναι τούτο, και γι' αυτό

ματωμένους μας κοιτάτε

στον αγώνα το σκληρό.

153
 

Ακατάπαυστα το βρίζουν

τα σκυλιά και το πατούν

και τα τέκνα του αφανίζουν,

και την πίστη αναγελούν.

154
 

Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη

αίμα αθώο χριστιανικό,

που φωνάζει από τα βάθη

της νυκτός: Να εκδικηθώ.

155
 

Δεν ακούτε, εσείς εικόνες

του Θεού, τέτοια φωνή;

Τώρα επέρασαν αιώνες

και δεν έπαυσε στιγμή.

156
 

Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος

σαν του Άβελ καταβοά·

δεν ειν' φύσημα του αέρος

που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

157
 

Τι θα κάμετε; Θ' αφήστε

να αποκτήσομεν εμείς

λευθεριάν, ή θα την λύστε

εξ αιτίας πολιτικής;

158

Τούτο ανίσως μελετάτε

ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:

Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,

και κτυπήσετε κι εδώ!"”.

Αρέσει σε %d bloggers: