ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΥΣΙΩΤΗ

Στο δρόμο για τον Προυσό

Οι γιορτές πλησιάζουν και το Καρπενήσι μας υποδέχεται στολισμένο και με αρκετή, παρά την προχωρημένη βραδινή ώρα, κίνηση στην πλατεία και τα πέριξ στενά. Κατηφορίζουμε στο δρόμο για τα χωριά της Ποταμιάς. Στο Γάβρο παρκαρισμένα αυτοκίνητα και κόσμος στις ολοφώτιστες ταβέρνες του Σαββατόβραδου, αλλά και μυρωδιά νοτισμένου καμένου ξύλου, μυρωδιά του σήμερα αλλά και του χθες, όταν ο μικρός αυτός οικισμός δεν ήταν το στέκι των σημερινών καλοφαγάδων αλλά χάνια και καπηλειά στο πέρασμα για τα πολλά χωριά της νότιας Ευρυτανίας και το Μοναστήρι του Προυσού ή Μπρουσού, όπως το λέγανε τότε. Αλλά για το τότε, πλέον κατάλληλος για την περιγραφή του τόπου είναι ο συγγραφέας – ταξιδευτής Κώστας Στούρνας, όταν εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’30 περπατούσε στα ίδια αυτά μέρη στη διαδρομή Καρπενήσι-Προυσός…


«Σούρουπο Σαββατόβραδου… Βρισκόμαστε από λίγη ώρα τώρα στο Γάβρο. Μικρό χωριουδάκι, χαμένο μεσ΄ τη ρεματιά που χωρίζει την Καλιακούδα απ΄ τη Χελιδόνα. Δεν είναι καν χωριουδάκι ο Γάβρος. Ένα σταυροδρόμι μέσα στο δάσος το πυκνό κι ατελείωτο, που σκεπάζει τα πλάγια των δυο βουνών. Τα χάνια, τα μαγαζιά, δυο τρία όλα κι όλα, σκόρπια μεσ’ τη σκοτεινή ρεματιά, που την κάνει πιο άγρια η ασέληνη νύχτα, φεγγοβολούν παράδοξα. Μέσα σ’ αυτό το πηχτό σκοτάδι, σ’ αυτή την άγρια σκηνογραφία, στην είσοδο της μεγάλης χαράδρας που αρχίζει από δω κάτω και τελειώνει πέρα απ’ τον Προυσό, αγριεύει με μιας η ψυχή του ανθρώπου όταν βρεθεί άξαφνα τέτοια ώρα.

Δεν ακούμε παρά το βούισμα του ποταμού που γοργοκυλάει στην κατηφοριά τα νερά του. Το μελαγχολικό τραγούδι των γρύλων. Τ’ αλαργινά κουδουνίσματα μουλαριών, που έρχονται ή φεύγουν μεσ’ τη ρεματιά …»

Εμείς συνεχίζουμε μέσα στη νύχτα, στον ασφαλτόδρομο πέρα απ΄ το Γάβρο, κατεβαίνοντας τη χαράδρα προς το Κλειδί, όμως τα μάτια της ψυχής μας βλέπουν με το φως της μέρας, σε χρόνους περασμένους, παρέα με σημαντικούς λογοτέχνες – ερευνητές τόπων και θρύλων που έζησαν εδώ και αρκετά χρόνια, αλλά και με τα μάτια της μνήμης αυτών που ρωτήσαμε και μάθαμε για τους παλιούς δρόμους και τα μονοπάτια στα χρόνια των νιάτων τους. Διηγήσεις που γέμισαν θύμησες και συγκινήσεις και χάραξαν μέσα μας μια νέα διαδρομή Γάβρου – Προυσού πέρα από τα πολύβουα καραβάνια του θρησκευτικού τουρισμού ή τiς extreme προσεγγίσεις των φαραγγιών της αδρεναλίνης. Όμως την πολύ ενδιαφέρουσα πεζοπορική διαδρομή Κεφαλόβρυσου – Προυσού θα την περιγράψουμε σ’ ένα μελλοντικό τεύχος μας. Για την ώρα εμείς, έχοντας παρέα τον βουερό Καρπενησιώτη, φθάνουμε στο Κλειδί, ένα πολύ στενό, λαξεμένο στο βράχο άνοιγμα. Μια στάση έστω και λίγων λεπτών είναι απαραίτητη για να πάρουμε την αίσθηση που αναδύει ο εντυπωσιακός αυτός χώρος με τους τεράστιους βράχους που ορθώνονται κάθετα κι απ’ τις δύο πλευρές του περάσματος, μεταξύ της Καλιακούδας (υψ. 2101 μ.) από τα ανατολικά και της Χελιδόνας (υψ. 1975 μ.) από τα δυτικά. Περνάμε τα Πατήματα της Παναγίας απ’ όπου, σύμφωνα με την παράδοση, πέρασε η εικόνα της Παναγίας για τον Προυσό και τα Διπόταμα όπου ο Καρπενησιώτης κι ο Κρικελοπόταμος ενώνονται με τον Τρικεριώτη και σε λίγη ώρα φθάνουμε στη μικρή πλατεία του Προυσού, όπου μας υποδέχεται ο Γεράσιμος Παλαιός, ο αντιδήμαρχος του τοπικού Δήμου.

Προυσός

Το πρωινό της Κυριακής με βρίσκει να τριγυρνώ στην πλατεία και στις γύρω γειτονιές. Ένας λαμπερός ήλιος δίνει γρήγορα ζωή και κίνηση στο χωριό. Στην όμορφη πλακόστρωτη πλατεία με το μεγάλο πλάτανο, ένα μπαλκόνι με θέα στον Προυσιώτη, οι μαγαζάτορες σκουπίζουν τις καρέκλες απ’ την πρωινή δροσιά και βγάζουν την πραμάτεια τους, είδη λαϊκής τέχνης, γλυκά του κουταλιού, ντόπια ζυμαρικά, τσίπουρο, μέλι και καρύδια. Η πλατεία και ο κεντρικός δρόμος είναι το μοναδικό πυκνοδομημένο μέρος του χωριού. Εδώ στου Κουτσογιώργ’, που λέγανε παλιότερα,  ήταν η αγορά όχι μόνο του Προυσού αλλά και της ευρύτερης περιοχής. Τρία κρεοπωλεία, τέσσερα μπακάλικα, υποδηματοποιείο και τσαγγάρικο που έφτιαχνε ονομαστά τσαρούχια, δυο ραφτάδικα με σπουδαίους ράφτες και πολλές μοδίστρες για καθημερινές και κυριακάτικες φορεσιές, δυο κουρεία, τέσσερα καφενεία, δασικός συνεταιρισμός με χαλκό, θειάφι, λίπασμα, καλαμπόκι και κριθάρι για ζωοτροφές, κρατικό μονοπώλιο με αλάτι, φωτιστικό πετρέλαιο, σπίρτα και τράπουλες. Όλο αυτό το εμπορικό κέντρο έδινε ζωή στο χωριό, που ήταν άλλωστε από το 1836 έδρα του Δήμου Αρακυνθίων με 2200 κατοίκους. Πρώτος οικισμός στην περιοχή ήταν η Πατρικάδα, χωριό κτηνοτρόφων, που στα 1400 με 1450 μ.Χ. ήρθαν εδώ και σε κοντινή απόσταση από το μοναστήρι του Προυσού έχτισαν τα πρώτα σπίτια. Κτισμένος αμφιθεατρικά στις βόρειες υπώρειες του Παναιτωλικού, με μέσο υψόμετρο τα 920 μ., με σπίτια διάσπαρτα στην καταπράσινη πλαγιά, με στενές κλιμακωτές πεζούλες που καλλιεργούσαν αμπέλια, κηπευτικά και οπωροφόρα, ο Προυσός είναι ένα από τα ομορφότερα χωριά της Ευρυτανίας. Έδρα για αρκετό καιρό του αρχιστράτηγου Γεώργιου Καραϊσκάκη, έργο του οποίου είναι και οι δύο πύργοι που έχτισε για την προφύλαξη του μοναστηριού όταν αποτραβήχτηκε εδώ για ανάρρωση τον Αύγουστο του 1823.  Εδώ γεννήθηκε το 1794 ο διδάσκαλος των ελληνικών γραμμάτων Αναστάσιος Αγαθίδης ή Καπέρδας, καθώς και ο βιομήχανος Χρήστος Κατσάμπας, ιδρυτής του μαθητικού οικοτροφείου. Στα χρόνια της Κατοχής το χωριό σχεδόν ερημώνεται. Μεταπολεμικά με τον επαναπατρισμό αποκτά για λίγο ζωή, όμως με το μεγάλο κύμα της μετανάστευσης παίρνει φθίνουσα πορεία, με αποτέλεσμα σήμερα να μην ξεπερνά τους 60 μόνιμους κατοίκους.

Πολιούχος του χωριού ο Άγιος Νικόλαος κι η εκκλησία του μεγάλη, τρίκλιτη βασιλική, με όμορφο δάπεδο, αξιόλογο τέμπλο τοπικής τεχνοτροπίας, έργο του 1877 και ψηλό πέτρινο καμπαναριό.

Με τον ήλιο να πέφτει πίσω από το Παναιτωλικό, η κίνηση στο χωριό σταματάει απότομα. Όλοι φεύγουν, τα περισσότερα μαγαζιά κλείνουν, ακόμα και οι μαγαζάτορες μπαίνουν στ’ αυτοκίνητά τους και το σούρουπο της Κυριακής βρίσκει το χωριό σχεδόν έρημο με πεντέξι καμινάδες να καπνίζουν μεσ’ τη χειμωνιάτικη παγωνιά.

Προυσιώτης

Μικρό σε μήκος ποτάμι ο Προυσιώτης, αφού δεν ξεπερνάει τα 10 χλμ. Γεννιέται λίγο πιο κάτω από την κορυφή Αραποκέφαλα (υψ. 1602 μ.) του μεγάλου ορεινού όγκου του Παναιτωλικού, στα όρια των νομών Ευρυτανίας και Αιτωλοακαρνανίας, από πολλές μικρές πηγές με κυριότερη την Παχόβρυση. Δημιουργεί μικρούς χείμαρρους και καταρράκτες στο χώρο της Μαύρης Σπηλιάς και τροφοδοτείται στην πορεία του από δεκάδες μικρά ρυάκια. Στην περιοχή του μοναστηριού δημιουργεί μαιάνδρους ανάμεσα σε θεόρατους βράχους και κάτω απ’ το εκκλησάκι του Άη Γιώργη ενώνεται με τον Τορνιώτικο και λίγο πιο κάτω πέφτει με ορμή στον Κρικελοπόταμο ή Κρικελιώτη. Στη συνέχεια τα νερά του Κρικελιώτη ενώνονται με αυτά του Καρπενησιώτη και δημιουργούν τον Τρικεριώτη που χύνεται στην τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών.

Οι προτεινόμενες οδοιπορικές διαδρομές δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερες δυσκολίες. Για πιο ασφαλές και άνετο περπάτημα, όπως για κάθε πεζοπορία, η χρήση των κατάλληλων παπουτσιών είναι απαραίτητη.

Στο μονοπάτι της Μαύρης Σπηλιάς

Μια θαυμάσια εικοσάλεπτη (χωρίς τις στάσεις) πεζοπορική διαδρομή μέσα σε εκπληκτικό βουνίσιο τοπίο, αλλά και σ’ ένα από τα πολλά αθέατα και άγνωστα σε πολλούς μνημεία της νεώτερης ιστορίας μας.

Ακολουθούμε τον ασφαλτόδρομο προς Τόρνο. Στα 1500 μ. από την πλατεία του Προυσού, φθάνουμε στη σιδερένια στρατιωτική γέφυρα (Flambo, δεκαετίας του ’60) λίγα μόλις μέτρα μετά τη διασταύρωση για το αλλαντοποιείο Στρεμμένου (υπάρχει χώρος αναστροφής για πούλμαν 36 θέσεων).

Ακριβώς πριν περάσουμε τη γέφυρα, στην πηγή με τους ξύλινους πάγκους, το φαρδύ γύρω στο μέτρο μονοπάτι αρχίζει να ανηφορίζει, έχοντας αριστερά και σε ύψος 20 έως 30 μ. τα νερά του Προυσιώτη.

Λίγα μέτρα από το παγκάκι, διακρίνουμε στην απέναντι πλευρά της καταπράσινης ρεματιάς δύο στενόμακρες νεροσυρμές, που όταν τα χιόνια λιώνουν, δημιουργούν όμορφους καταρράκτες.

Προχωρούμε αργά για να απολαύσουμε την όμορφη θέα της χαράδρας που σιγά-σιγά αρχίζει να στενεύει. Κατηφορίζουμε για μερικά μέτρα, φτάνοντας στο ύψος του νερού στο πρώτο ξύλινο γεφύρι της διαδρομής που τώρα αρχίζει να μας συναρπάζει. Τριάντα μέτρα από το γεφυράκι, στο μικρό πλάτωμα, λοξοδρομούμε λίγα μόλις μέτρα για να θαυμάσουμε και να δροσιστούμε στον καταρράκτη που πέφτει με ορμή από ύψος 10 περίπου μέτρων, σχηματίζοντας μια πρασινογάλανη βάθρα ή πούντο όπως λέγεται στον Προυσό. Βρισκόμαστε σχεδόν στο μέσον της διαδρομής και σ’ ένα απ’ τα ομορφότερα τοπία του Προυσιώτη. Συνεχίζουμε ανηφορίζοντας με καγκέλια στο φαρδύ χωμάτινο μονοπάτι, μέσα σε δάσος από έλατα και πλατάνια. Που και που, μέσα από τα ανοίγματα, που δημιουργούν οι πυκνές φυλλωσιές των δένδρων, βλέπουμε τους εντυπωσιακούς γεωλογικούς σχηματισμούς και μια μικρή σπηλιά με γκρέμια στην απέναντι πλευρά. Το θαυμάσιο μονοπάτι μετά από δυο μικρές, ελαφρά ανηφορικές, τραβέρσες, αρχίζει να κατηφορίζει, φθάνοντας και πάλι στο επίπεδο του νερού που τρέχει δεξιά μας. Στην πηγή με τα βραχοκαθίσματα είναι απαραίτητη μια στάση, όχι για να ξεκουραστούμε, μιας και οι αποστάσεις είναι πολύ μικρές, αλλά για να χαρούμε τον κελαρυστό ήχο του νερού και την ομορφιά του γνήσιου ευρυτανικού ποταμίσιου τοπίου. Συνεχίζουμε ανηφορίζοντας ελαφρά κι αφού περάσουμε ξύλινο γεφύρι στο πλάι του μεγάλου βράχου, βλέπουμε μπροστά μας το τεράστιο άνοιγμα της Μαύρης Σπηλιάς.

Περνάμε και το τελευταίο ξύλινο μικρό γεφύρι βλέποντας στ’ αριστερά μας δυο μικρούς καταρράκτες κι ένα  τεράστιο βράχο, που είναι σφηνωμένος ανάμεσα στα τοιχώματα του στενού φαραγγιού και ανεβαίνουμε προσεκτικά τα πάντοτε βρεμμένα λαξευμένα σκαλιά στο ομαλό σε κλίση βραχώδες έδαφος.

Η σπηλιά είναι μια τεράστια, σχεδόν στρόγγυλη τρύπα, ύψους 30 περίπου μέτρων και πλάτους γύρω στα 40. Διακρίνουμε τα ερείπια μίας θεμελίωσης δύο παράλληλων τοιχίων και στο βάθος έναν ψηλό, λιτό, πέτρινο τοίχο με πολεμίστρες και άνοιγμα πόρτας, που τον αγκαλιάζει με στοργή ένας μεγάλος σχιστολιθικός βράχος. Ψηλά στα τοιχώματα της σπηλιάς διακρίνουμε λίγα ερείπια, πράγμα που μας κάνει να υποθέσουμε πως στην αρχική της μορφή η οχύρωση είχε δυο ή τρία επάλληλα τείχη, εκ των οποίων σήμερα διασώζεται σε κάπως καλύτερη κατάσταση μόνο το εσωτερικό. Στη θέα του περήφανου αυτού ερείπιου, ο νους ταξιδεύει στους χρόνους της Κλεφτουριάς, της παληκαριάς και της ελεύθερης Ρούμελης. Στο χώρο αυτό κατέφυγαν οικογένειες διωκόμενων από τον Τούρκο κατακτητή και υπήρξε λημέρι πολλών αγωνιστών, μεταξύ των οποίων του Δημήτριου Γουβέλη και πιθανώς του Καραϊσκάκη. Υπάρχουν, βέβαια, και απόψεις που λένε πως εδώ υπήρξε το Μαντείο του ομηρικού Οδυσσέα, οι περισσότεροι όμως υποστηρίζουν πως αυτό πιθανώς να βρίσκεται στην περιοχή της Αποκλείστρας, στις Γούρνες, μεταξύ Καστανιάς και Πρόδρομου. Αυτό που εντυπωσιάζει τον επισκέπτη είναι η εικόνα που αντικρύζει σε ηλιόλουστη μέρα που λιώνουν τα χιόνια και δημουργείται ένα τεράστιο πέπλο από εκατομμύρια σταγόνες που πέφτουν σαν διαμαντόπετρες από το βράχο της οροφής.
Κατεβαίνοντας αξίζει ένα βλέμμα κάτω από το μικρό γεφυράκι με το πολύ στενό υπόγειο υδάτινο πέρασμα και τα νερά που τρέχουν από παντού, λούζοντας την πρασινάδα και δημιουργώντας αίσθηση «Πάντα – βρέχει» σε μικρογραφία.
Η επιστροφή γίνεται ακριβώς από την ίδια διαδρομή.

Γράφοντας τις τελευταίες γραμμές της περιγραφής της Μαύρης Σπηλιάς, καθισμένος στον ξύλινο πάγκο δίπλα από την πηγή, στο τέλος της μικρής αυτής πορείας, βλέπω μια παρέα πολύχρωμων περιηγητών που μόλις επιστρέφουν. Μπορεί να ’ναι η ιδέα μου, πάντως όλες και όλοι έχουν όμορφα μάτια και καλή διάθεση. Βλέπεις, η φύση ξέρει να ανταμείβει με τον καλύτερο τρόπο αυτούς που τη σέβονται, τη χαίρονται και την τιμούν.

Στο μονοπάτι για το Μοναστήρι

Μια διαδρομή με διαφορετικά χαρακτηριστικά απ’ αυτήν της Μαύρης Σπηλιάς, αφού γίνεται σε ανοιχτή ρεματιά, αλλά εξίσου όμορφη και ξεκούραστη, αφού χωρίς τις στάσεις δεν ξεπερνά τη μία ώρα με συνολικό μήκος 2,5 χλμ. Το μονοπάτι παίζει συνέχεια με τον Προυσιώτη, αφού με τα πολλά ξύλινα γεφύρια του περνά πεντέξι φορές στις όχθες του, διασχίζοντας υπέροχα δάση πλάτανου και ελάτης, σ’ ένα μεγάλο βοτανικό κήπο απίστευτης ομορφιάς. Όμως γι’ αυτή την ομορφιά πλέον κατάλληλος είναι ο ευαίσθητος φακός του φίλου Γιάννη, που με συντρόφεψε σ’ αυτό το ταξίδι.  Αντί για την περιγραφή της διαδρομής, πρακτικότερα είναι τα κόκκινα σημάδια που τοποθετήσαμε για να διευκολύνουμε την πορεία σας προς το μοναστήρι. Πορεία που αρχίζει είτε αμέσως μετά τη σιδερένια γέφυρα, είτε από το αλλαντοποιείο Στρεμμένου (200 μ. ασφαλτόδρομος).

Χρήστος Στρεμμένος, ένας άνθρωπος που ξέρει να κερδίζει τα στοιχήματα που βάζει με τον εαυτό του. Μια επιτυχημένη πορεία στον επιστημονικό και κοινωνικό στίβο και μια πολύ δυναμική παρουσία στην ανάπτυξη της ιδιαίτερης πατρίδας του, αφού με τη δημιουργία του πρότυπου σε ολόκληρη τη χώρα αλλαντοποιείου, που παράγει εξαιρετικής ποιότητας προσούτο, έδωσε ζωή στην περιοχή και μέσω της πίεσης προς τους κρατικούς φορείς, ήταν αυτός που πρωτοστάτησε στην αναβίωση των παλιών μονοπατιών του Προυσιώτη.

Η διαδρομή από το αλλαντοποιείο και κάτω, έχει κάτι από ποταμίσιο παραμύθι. Το μονοπάτι, ένας υπέροχος διάδρομος στρωμένος με κατακόκκινο φθινοπωρινό χαλί, κινείται ανάμεσα σε πλατάνια, έλατα, γάβρους, σφεντάμια, ιτιές, κουτσουπιές, σπάρτα, αγριοτριανταφυλλιές, πουρνάρια, βελανιδιές, φιλίκια, αγριόσπαρτα, ρείκια ανοιξιάτικα, μέλαγους ή μελέα όπως τα λένε εδώ, κουφοξυλιές και κρανιές. Ένας απίθανος συνδυασμός σχημάτων, χρωμάτων κι αρωμάτων. Το μονοπάτι περνάει από πολλά ξύλινα αλλά και τσιμεντένια γεφύρια, που αν προσέξουμε τις βάσεις τους πολλά απ» αυτά ήταν πετρόχτιστα στα παλαιότερα χρόνια. Τα Πασσέικα, τα Βασταρχέικα, τα Στρεμμενέικα, τα Μερμεγκέικα, μικρές γειτονιές που συναντάμε στο διάβα μας κι ανάμεσά τους πεζούλες με μηλιές, αχλαδιές, ροδακινιές και φυσικά πολλές καστανιές και καρυδιές.

Τα νερά του Προυσιώτη, πότε ήρεμα και πότε βιαστικά, δροσίζουν τις φυλλωσιές της αγράμπελης και των βάτων ενώ τα σπόρια του κισσού καλούν τα κοτσύφια σ» ένα τρελό τσιμπούσι.

Αφού περάσουμε τα ερείπια του τελευταίου νερόμυλου, φθάνουμε σε μία πλατιά ποταμιά με τα κουφάρια δύο ξύλινων γεφυριών. Η θεομηνία του 2004 έκανε το θαύμα της. Τα κόκκινα σημάδια στα βράχια θα σας βοηθήσουν να περάσετε απέναντι στο μονοπάτι και σε 8λ. να βρίσκεστε στο πάρκινγκ του μοναστηριού.  Αν, παρ» όλ» αυτά, το ποταμάκι είναι φουσκωμένο επιστρέψτε 450μ. πίσω, στη διασταύρωση των μονοπατιών, κι ανηφορήστε το μονοπάτι για την πλατεία του Προυσού, όπου θα βρίσκεστε σε λιγότερο από 10λ.

Γλυκιά βραδιά η αποψινή. Κάθομαι στην αυλή του σπιτιού που με φιλοξενεί και το βλέμμα μου χαϊδεύει τις τραχιές κι απότομες κορυφογραμμές των γύρω βουνών που μόλις διακρίνονται.

Ένα απαλό ασημί φωτοστέφανο τυλίγει την κορυφή Κεραμίδι της Καλιακούδας. Δεν περνά ούτε ένα λεπτό και εν μέσω των οκτώ δυνατών κτύπων του μεγάλου ρολογιού του μοναστηριού, ένα αυτοκρατορικό ολοστρόγγυλο φεγγάρι ξεπροβάλλει θριαμβευτικά πίσω από το μεγάλο ορεινό όγκο. Στη στιγμή ένας σκουρόχρωμος ασημί κυματισμός απλώνεται στις πλαγιές και τις ρεματιές της τεράστιας χαράδρας του Προυσιώτη και οι περήφανες κορμοστασιές των γειτονικών βουνοκορφών διαγράφονται έντονα στον ορίζοντα.

Τα βλέμματά μας συναντιούνται στο φεγγάρι κι η γνωριμία με τη συμπαθέστατη γειτόνισσα, τη θειά Σπυριδούλα, εξελίσσεται σε μία σιγανή κουβεντούλα για τη ζωή και τις παλιές στράτες των χωριών του Προυσού, στα όχι και τόσο μακρινά χρόνια.

Μιλάει με αγάπη για τον τόπο της και στη θύμηση των πέτρινων αλλά και γλυκοχαραγμένων στη μνήμη της περασμένων χρόνων, ξετυλίγεται «ένας εξαίσιος και πολύχρωμος πίνακας ενός τίμιου και πονεμένου κόσμου, που κατεβαίνει από την πιο μακρινή αρχαιότητα, αμόλευτος, μονολιθικός, λιτός και ασυμβίβαστος προς ό,τι μπορεί να σπιλώσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια», όπως λέει για τη γενιά των Ευρυτάνων ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος.

Τρίτη πρωί. Μια παρατεταμένη, παράταιρη θα ’λεγα για τη γαλήνη του τοπίου, κόρνα, κάτι σαν ερχομός νύφης … και σε χρόνο μηδέν ένα κάτασπρο φορτηγάκι καταφθάνει στην πλατεία. Η πίσω πόρτα ανοίγει κι ο τόπος γεμίζει από μυρωδιά φρέσκου ψωμιού και τυρόπιτας. Στριμώχνομαι με καμιά δεκαριά άλλους που ψωνίζουν ψωμί, γάλα, γιαούρτια, αυγά και κουλούρια. Θα τον ξαναδούν πάλι την Παρασκευή το πρωί… είναι ο τροφοδότης των λιγοστών κατοίκων της περιοχής του Προυσού, κάτι σαν ο «ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω»… των χωριών Τόρνου, Καστανιάς, Πρόδρομου, Ασπρόπυργου, Βελωτών, Σαρκίνης, Καταβόθρας, Εσωχωρίων, Αλέστιας, που αποτελούν μαζί με το Σταυροχώρι το Δήμο Προυσού.

Τον ακολουθώ με το αυτοκίνητο πράγμα που μου επιτρέπει να γνωρίσω όλα αυτά τα χωριά με όλα τους τα καλούδια. Δεν ήταν όμως μόνο τα χωριά, ήταν και τα ξεμόνια, κάτι μοναχικά σπιτάκια στο παντού και πουθενά. Τόποι με ιδιαίτερη ιστορία, όχι πάντα αυτή που γράφεται, αλλά αυτή που ψιθυρίζεται ή αποκαλύπτεται μέσα από τις ζωντανές, γεμάτες ήχους και φως, αφηγήσεις, όπως αυτές της κυρά-Λαμπρινής και του κυρ-Γιάννη του Μπαλτά, που έχει χάσει την ευλογία της όρασης. Μέσα από τα νεκρά μάτια του βλέπει πλάτανους να κονταροχτυπιούνται με το αφρισμένο ποτάμι, βλέπει τη δροσοσταλίδα πάνω στο πλατανόφυλλο, βλέπει τον ερωτευμένο κοκκινολαίμη, βλέπει τα καραβάνια των προσκυνητών, να ’ρχονται με τα πόδια από το Βραχώρι, από την Πάτρα, από τα Γκράβαρα κι από την Άμφισσα, … βλέπει ό,τι εμείς, τυφλωμένοι από την αλλοτρίωση της καθημερινότητας και τα στενά της πόλης, έχουμε πάψει να αφουγκραζόμαστε. 

Νύχτα στο κελί του μοναστηριού. Όρθρος στο μικρό χώρο της κρύπτης με τη θαυματουργή εικόνα. Μια εικόνα που η παράδοση λέει ότι ήρθε εδώ από την Προύσσα της Μικράς Ασίας την περίοδο της Εικονομαχίας το 829 μ.Χ. Όμως, για το ιστορικό μοναστήρι του Προυσού, που είναι ένα από τα σημαντικότερα προσκυνήματα της Ορθοδοξίας, θα ακολουθήσει ειδικό αφιέρωμα.

Περπάτημα μέχρι το μεγάλο φυσικό αλώνι, το πετρωτό, στον Άη Γιώργη (2 χλμ. από το χωριό) με θέα προς το Βελούχι, την Τριανταφυλλιά του Παναιτωλικού και βέβαια την πολύ εντυπωσιακή από το σημείο αυτό χαράδρα του ποταμού, που πήρε την ονομασία Κλήμη Τσατσαράγκου, στη μνήμη του Προυσιώτη ορειβάτη που χάθηκε σε ηλικία 28 χρονών στη Νότια Αναπούρνα των Ιμαλαΐων. Η μουρμούρα του Προυσιώτη, που φθάνει καθαρά μέχρι εδώ, μου είναι πιο οικεία και κατανοητή. Οι ακτίνες του ήλιου πέφτουν πλαγιαστά στο σύννεφο που ροδίζει. Ανηφορίζουμε με το αυτοκίνητο προς τα Μπαλτέϊκα (6,9 χλμ. από τον Προυσό στο δρόμο για τον Ασπρόπυργο), όπου παλιά βρισκότανε το περίφημο χάνι του Μπαλτά. Τους συναντούμε στο «καθημερινό» δίπλα στο τζάκι. Μιλάμε, πίνουμε καφέ και τρώμε καρύδια.  Στο βάθος του δωματίου η χιονισμένη οθόνη της τηλεόρασης κραυγάζει με κομπορρημοσύνη «Μικρούτσικες» ανοησίες. Όμως εγώ ακούω την κυρά-Λαμπρινή και ταξιδεύω στον ίδιο τόπο του Προυσιώτη, σε άλλες εποχές με άλλα ήθη κι αλλιώτικη ηθική.

«Να η άλλη Ελλάδα … να που ζει ακόμα», μου ψιθυρίζει σιγά ο Γιάννης ο φωτογράφος.

Ευχαριστούμε τον καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Προυσού Αρχιμ. Χρυσόστομο Δρόσο, το Δήμαρχο Προυσού κ. Αθανάσιο Φέγγο και το Δημοτικό Συμβούλιο για τη φιλοξενία.
Θερμές ευχαριστίες στέλνουμε και στο φίλο – φυσιολάτρη Πάνο Παλαιό, τον άνθρωπο που παλεύει με όλους τους καιρούς για το καλό του τόπου του.

Βιβλιογραφία

–    Κώστα Στούρνα – ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΒΟΥΝΑ, 1959
–    Πάνου Βασιλείου – ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ έκδ. Νομαρχίας Ευρυτανίας 1971.

Χρήσιμα τηλέφωνα:

ΔΗΜΟΣ ΠΡΟΥΣΟΥ                    22370-80717
ΚΤΕΛ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙΟΥ                22370-80013   
ΑΣΤ. ΤΜ. ΠΡΟΥΣΟΥ                    22370-80722
ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙΟΥ            22370-28100
ΤΑΧΙ ΠΡΟΥΣΟΥ – Τσατσαράγκος Δημήτρης     6944-205359
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΡΟΥΣΟΥ                22370-80726

Ενοικιαζόμενα δωμάτια : Κων/νος Ελεφαντής     6978-495050  22370-80757

Café Small : 6936-908396

ΕΛΛΗΝΩΝ ΓΕΥΣΕΙΣ: 22370-80198 και 6947-766650
Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ: 22370-25363

Αποστάσεις:

Αθήνα – Προυσός     : 328 χλμ.
Θεσ/νίκη – Προυσός :       
Καρπενήσι – Προυσός : 29 χλμ.
Αγρίνιο – Προυσός : 55 χλμ.

Ελληνικό Πανόραμα
Τεύχος 61

Posted on 24 Ιουνίου 2010, in dk, Ελλαδικά, Περιβάλλον. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: