Daily Archives: 20 Ιανουαρίου 2011

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΔΕΛΤΙΩΝ ΕΙΔΗΣΕΩΝ 20ης ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2011


Advertisements

Κρίση και αυτο-οργάνωση


του Τάκη Φωτόπουλου
Η κοινοβουλευτική χούντα, με τον ηγετίσκο της να αγκαλιάζει τώρα και τους χειρότερους ρατσιστές και σιωνιστές εγκληματίες, όπως ο Λίμπερμαν, καθημερινά αποθρασύνεται όλο και περισσότερο, γκρεμίζοντας και τις τελευταίες κοινωνικές κατακτήσεις και συνακόλουθα συγκεντρώνοντας τα ενθουσιώδη συγχαρητήρια των ντόπιων και ξένων ελίτ.
Ετσι, μετά την κατεδάφιση των συλλογικών συμβάσεων, ήρθε η σειρά της κατάργησης των φθηνών αστικών μεταφορών ως δημόσιας υπηρεσίας, η οποία, με το πετσόκομμα της… 
…δημόσιας επιχορήγησης, μετατρέπεται από τους χουντικούς «σοσια-ληστές» σε ανταγωνιστική υπηρεσία στο δρόμο της ιδιωτικοποίησης! Και αύριο ετοιμάζεται το ξεπούλημα κάθε κοινωνικού πλούτου που, σε συνδυασμό με το «άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων» κ.λπ., θα οδηγήσει στην πλήρη ένταξή μας στο νέο πανευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας που υλοποιεί η Ε.Ε., με μοχλό την οικονομική κρίση, που προϋποθέτει την «κινεζοποίηση» των εργασιακών συνθηκών, την καταβαράθρωση της δημόσιας υγείας, της παιδείας και των κοινωνικών υπηρεσιών και τη μαζική ανεργία και φτώχεια για τους πολλούς και τη χλιδάτη άνεση για τους λίγους! 
Το ερώτημα όμως που γεννιέται είναι πού οφείλεται η περίεργη απάθεια των λαϊκών στρωμάτων που δέχονται να εμπαίζονται κατ’ αυτόν το χυδαίο τρόπο με μυθολογίες για «μονοδρόμους» και καταστροφολογίες από μια χούντα μερικών δεκάδων επαγγελματιών πολιτικάντηδων (και τα ελεγχόμενα από τις ελίτ ΜΜΕ) που θρασύτατα επιβάλλουν τα πιο κτηνώδη μέτρα σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων, χωρίς την παραμικρή νομιμοποίηση γι’ αυτά; Κατά τη γνώμη μου, η φαινομενική αυτή απάθεια, η οποία συγκαλύπτει μια συσσωρευμένη οργή, οφείλεται στο συνδυασμό δύο βασικών παραγόντων. Πρώτον, στην ιστορική απουσία ενός ακομμάτιστου κινήματος αυτο-οργάνωσης και, δεύτερον, στην ουσιαστική χρεοκοπία της Αριστεράς μας, την οποία θα εξετάσω στο επόμενο άρθρο. 
Οσον αφορά το κίνημα αυτο-οργάνωσης δεν εννοώ τις κινήσεις που δεν θεμελιώνονται σε συνολικό πολιτικό πρόταγμα (π.χ. τοπικά δίκτυα άμεσης ανταλλαγής, συνεταιρισμοί παραγωγών/καταναλωτών χωρίς μεσάζοντες, τοπικά νομίσματα κ.λπ.) ή τα αντίστοιχα πειράματα «απο-ανάπτυξης». Ούτε, βέβαια, τις διάφορες «συνελεύσεις» που βλέπουν τη δημοκρατία σαν διαδικασία και όχι σαν μορφή πολιτεύματος και είναι κατά κανόνα βραχύβιες, είτε διότι αναλώνονται στην υπεράσπιση συγκεκριμένων αιτημάτων είτε διότι η απουσία δύναμης επιβολής των αποφάσεών τους δεν προσελκύει το σημαντικό ενδιαφέρον των πολιτών. Οι μορφές αυτές αυτο-οργάνωσης συνήθως είναι ακίνδυνες για το σύστημα – γι’ αυτό τώρα ακόμη και η χούντα ενισχύει διάφορες μορφές κοινωνικής οικονομίας και εθελοντικής εργασίας, με στόχο την παραπέρα μείωση των κοινωνικών δαπανών. 
Αντίθετα, εννοώ, πρώτον, τις μορφές αυτο-οργάνωσης που πηγάζουν μέσα από το συνδικαλιστικό κίνημα (εργαζομένων, φοιτητών, αγροτών κ.λπ.) οι οποίες, αφού ξεπεράσουν τις κομματικές ηγεσίες που ευνουχίζουν κάθε πραγματικό αγώνα τους, δημιουργούν μόνιμους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς για την έκφραση της βούλησής τους. Εάν υπήρχε παρόμοια παράδοση αυτόνομης συνδικαλιστικής αυτο-οργάνωσης (που στην Ελλάδα, για ιστορικούς λόγους, ήταν σποραδική) σήμερα θα μπορούσαν να είχαν συνενωθεί οι εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα με αυτούς στον ιδιωτικό, οι φοιτητές με τους συνταξιούχους, αλλά και τους ανέργους, και ν’ απέτρεπαν τη «σαλαμοποίηση» των αγώνων που με επιτυχία εφαρμόζει η χούντα, οδηγώντας σε ένα μαζικό κίνημα που θα είχε ήδη οδηγήσει στην ανατροπή της. 
Δεύτερον, εννοώ την περίπτωση ανάπτυξης ενός μαζικού κινήματος αυτο-οργάνωσης που θα πήγαζε από ένα πολιτικό πρόταγμα και στρατηγική με στόχο τη δημιουργία θεσμών αυτοδιεύθυνσης των πολιτών, μέσα από τις «δημοτικές» συνελεύσεις τους, και αυτοδιαχείρισης των εργαζομένων, μέσα από τις εργασιακές συνελεύσεις τους, στο πλαίσιο ενός νέου τύπου οικονομίας και πολιτείας που, αντί για την εξωστρέφεια και την ανταγωνιστικότητα, θα θεμελιωνόταν στην αυτοδυναμία και την αλληλεγγύη. Στην Ελλάδα, όμως, τέτοιου είδους προτάγματα μποϊκοτάρονται συστηματικά από τους μεταμοντέρνους που κυριαρχούν στον «ελευθεριακό» χώρο και θεωρούν «αυταρχικό» κάθε πολιτικό πρόταγμα, παίζοντας έτσι το παιχνίδι του συστήματος που φυσικά στηρίζεται σε πρόταγμα… 
ΥΓ.:Οι Οικολόγοι Πράσινοι, δηλαδή οι μεταλλαγμένοι Πράσινοι με επικεφαλής τους στην Ευρωβουλή τον πολιτικό τυχοδιώκτη Κον-Μπεντίτ -παρακλάδι των οποίων είναι οι υπό τον Μ. Τρεμόπουλο δικοί μας- δεν φτάνει που προσποιούνται ότι έχουν κάποια σχέση με τους ριζοσπάστες Πράσινους της δεκαετίας του 1980, πριν επικρατήσουν οι «ρεαλιστές» επαγγελματίες πολιτικάντηδες τύπου Κον-Μπεντίτ, αλλά τώρα προχωρούν και σε ανοιχτή εξαπάτηση. Ετσι, σε εκδήλωσή τους στον Πειραιά πριν από λίγες μέρες, το στέλεχός τους Κ. Διάκος κάνει εισήγηση για μια εναλλακτική οικονομία με βάση την «τοπικότητα» και τον κοινοτισμό, όπου χρησιμοποιεί -κατά λέξη- το 70% άρθρου μου στην «Ε» 9/1/1993, χωρίς βέβαια να αναφέρει την πηγή του, προφανώς διότι μόνο η χρονολογία του άρθρου μου θα έκανε φανερό το γεγονός ότι δεν αναφερόμουν στους σημερινούς Πράσινους – τα «καλά παιδιά» της Ε.Ε. που άμεσα ή έμμεσα στηρίζουν και όλους τους πολέμους της! http:// egpeiraia.blogspot.com/2011/01/blog-post_08.html 
Βλ. το νέο τεύχος του περιοδικού «Περιεκτική Δημοκρατία» (αρ.22) και Τ. Φωτόπουλος, Η Ελλάδα ως προτεκτοράτο της υπερεθνικής ελίτ (Γόρδιος, 2010), κεφ. 14-15. 
enet.gr

Το ελληνικό πρόβλημα: το κράτος κατοχής και η έξοδος από την κρίση


του Γιώργου Κοντογιώργη
Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης
στο Πάντειον Πανεπιστήμιο

1. Το δραματικό περιεχόμενο με το οποίο σημάνθηκε η ελληνική κρίση ανάγεται ευθέως στον χαρακτήρα της. Ενώ στις άλλες χώρες (Ιρλανδία, ΗΠΑ κλπ) η οικονομική κρίση συνδέεται με την ανατροπή της ισορροπίας που επήλθε μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς στο παγκόσμιο σύστημα[1], στην ελληνική περίπτωση το κράτος είναι πρωτογενής αιτία της κρίσης. Η ελληνική οικονομία, συμπεριλαμβανομένων και των τραπεζών, δεν … 

…ενεπλάκησαν ούτε άμεσα ούτε σχεδόν έμμεσα στη διεθνή κρίση. Το κράτος μετακύλυσε την κρίση στη χώρα, την εξέθεσε στο διεθνές (και ευρωπαϊκό) πεδίο και τη μετέβαλε σε «παίγνιο» και, ενπολλοίς, σε «πειραματόζωο» των εξελίξεων που συντελούνται σ’ αυτό.

Όντως, στις άλλες χώρες το πολιτικό σύστημα ενέχεται για την ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ κοινωνίας και αγοράς, με την ολοκληρωτική καθυπόταξη του κράτους στο διατακτικό της τελευταίας. Το κράτος όμως θα εξακολουθήσει να παρέχει υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος, καθώς η κοινωνία παραμένει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στον σκοπό της πολιτικής. Εξού και, στις άλλες χώρες, το κράτος είχε τη δυνατότητα και τη βούληση να αναλάβει τον ρόλο του διασώστη του οικονομικού συστήματος, λαμβάνοντας τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα. Αντιθέτως, στην ελληνική περίπτωση, η άρση των αιτίων της κρίσης ανεδείχθη σε διακύβευμα που συνέχεται ευθέως με τον χαρακτήρα του κράτους. Όντως, η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει την εξυπαρχής ανασυγκρότηση του κράτους και τον αναπροσανατολισμό του σκοπού της πολιτικής, ώστε να αναφέρεται στοιχειωδώς στο κοινό συμφέρον.
Για να κατανοήσουμε το «ελληνικό πρόβλημα» πρέπει να έχουμε επίγνωση του χαρακτήρα του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εγκαλείται για τη βαθιά ριζωμένη ιδιοποίησή του και, συνάμα, για τον εκφαυλισμό του κρατικού μηχανισμού από το πολιτικό προσωπικό και τις δυνάμεις της διαμεσολάβησης και της διαπλοκής. Εγκαλείται επίσης για την εγκατάσταση μιας σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής που διέρχεται από την «απο-συλλογικοποίηση» του κοινωνικού ιστού και, συγκεκριμένα, από την προσωπική εξάρτηση του πολίτη από τον πολιτικό. Έχω αναλύσει αλλού την αιτιολογία της δυσπλασίας αυτής του νεοελληνικού κράτους και των στρεβλώσεων που συνεπάγονται στη λειτουργία του[2]. Περιορίζομαι να υπογραμμίσω απλώς ότι η παθογένεια αυτή δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Συνθέτει τη σταθερά του από τη δεκαετία του 1830. Η μεταπολίτευση, μπορεί να ορισθεί απλώς ως η ολοκληρωτική επιστροφή του πολιτικού συστήματος στο καθεστώς της φαυλοκρατίας /κομματοκρατίας του β’ ημίσεως του 19ου αιώνα. Το κράτος αυτό είναι ευθέως υπόλογο για την αποδόμηση του ιστορικού ελληνισμού και την παραρτηματική πρόσδεση της ελληνικής κοινωνίας στο ηγεμονικό σύμπλεγμα της Εσπερίας.
Η εγγενής αυτή παθογένεια του ελληνικού κράτους αποδίδεται, από την κρατική διανόηση, στην κοινωνία και στις κληρονομίες της. Η ελληνική κοινωνία, θα ισχυρισθεί, προσομοιάζει σε μια λατινοαμερικανικού τύπου περιφερειακή κοινωνία, που παρασύρει το κράτος σε μη «ευρωπαϊκές» συμπεριφορές. Περιττεύει να πω ότι η διάγνωση αυτή είναι στοχευμένη ιδεολογικά και, σε κάθε περίπτωση, ολοκληρωτικά εσφαλμένη. Το ελληνικό πρόβλημα είναι υπόλογο της αναντιστοιχίας του νεοτερικού κράτους προς το πολιτικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας. Το κράτος αυτό ενσαρκώνει ολοκληρωτικά το πολιτικό σύστημα, περιάγοντας την κοινωνία στο καθεστώς του ιδιώτη. Κατά τούτο, προσιδιάζει σε προ-πολιτικές κοινωνίες, όπως οι δυτικοευρωπαϊκές που μόλις εξέρχονταν από τη δεσποτική φεουδαρχία, όχι όμως στην ελληνική, που στη μικρή κλίμακα των κοινών συγκροτούσε ως επί το πλείστον δήμο[3].
Θεμελιώδες γνώρισμα του νεοελληνικού κράτους, είναι ότι έχει αγκιστρωθεί επί της ελληνικής κοινωνίας ενείδει παρασίτου που κατέχει και απομυζά το παραγωγικό, πολιτισμικό και ιστορικό της υπόβαθρο. Συμβαίνει, μάλιστα, να χρεώνει την ιδιότητα αυτή στην ελληνική κοινωνία και οικονομία, προκειμένου να την αποσείσει. Η παρασιτική ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού από το κράτος εξηγεί τη χαοτική απόσταση που υπάρχει μεταξύ πολιτικού λόγου και πολιτικής πράξης, το γεγονός ότι ο δημόσιος ρόλος του κράτους σταματάει εκεί που έπρεπε να αρχίζει, ότι απουσιάζει από αυτό η έννοια της «δημόσιας» αποτελεσματικότητας, του ελέγχου και της κύρωσης του προσωπικού του, καθώς και της εφαρμογής της νομιμότητας. Έτσι, για παράδειγμα, από τη στιγμή που ψηφίζεται ο νόμος για την οδική κυκλοφορία, το κράτος εγκαταλείπει την εφαρμογή του στην «καλή θέληση» των Ελλήνων. Το ίδιο ισχύει ανεξαιρέτως σε όλους τους τομείς. Συγχρόνως, ο πολίτης για να απολαύσει τις υπηρεσίες που δικαιούται, όπως σε κάθε πολιτισμένη κοινωνία, πρέπει να έχει «μέσον». Σε γενικές γραμμές, το κομματικό σύστημα, από διαμεσολαβητής της κοινωνίας και διαχειριστής του κράτους, λειτουργεί ως επικαρπωτής του. Η κομμματοκρατία, ως πολιτικό σύστημα, αποδίδει τη σταθερά του ελληνικού πολιτικού συστήματος και ορίζει το σκοπό των πολιτικών του κράτους[4].
Η κοινωνία, στην κομματοκρατία, δεν αντιμετωπίζεται ως η αιτία της ύπαρξης του κράτους, αλλά ως ο μείζων εχθρός που απειλεί το κεκτημένο της πολιτικής τάξης. Η κομματική αντιπαλότητα αποτελεί επιμέρους ζήτημα, που αφορά στη νομή του κράτους. Κατά τούτο, η έννοια του πολιτικού κόστους περιλαμβάνει αποκλειστικά την αντίδραση των ομάδων συμφερόντων που έχουν διαπλακεί με την πολιτική τάξη στη διαχείριση της εξουσίας και έχουν συνάψει ειδικά προνόμια μαζί της, με λάφυρο τη (δημόσια) περιουσία της κοινωνίας. Όταν αντιθέτως εγείρεται θέμα συμμόρφωσης της πολιτικής τάξης με την βούληση της κοινωνίας, οι φορείς της δηλώνουν με έπαρση, ότι δεν παρασύρονται από την δημοσκοπούμενη «κοινή γνώμη». Και αυτό είναι αληθές.
2. Στο πλαίσιο αυτό, σπεύδω να επισημάνω ότι η βαρύτητα της ελληνικής κρίσης και το κλίμα του αδιεξόδου που πλανάται πάνω από τη χώρα, συνέχεται με το γεγονός ότι από πουθενά δεν προκύπτει η πρόθεση της πολιτικής τάξης να την απαλλάξει από το καθεστώς της. Ο χαρακτήρας της ελληνικής κρίσης, το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα, ο υπαίτιος της κρίσης, καλείται να βγάλει την χώρα από αυτήν, στοιχειοθετεί το αδιέξοδο της. Διότι η πολιτική τάξη ούτε νομιμοποιείται γι’αυτό ούτε έχει συμφέρον ούτε και τη σχετική πρόθεση, αφού θα σηματοδοτήσει το τέλος του ιστορικού καθεστώτος πάνω στο οποίο θεμελίωσε την ηγεμονία της επί της ελληνικής κοινωνίας. Εξού και δεν επέδειξε την παραμικρή μεταμέλεια έναντι της κοινωνίας.
Αξίζει να προσεχθεί ότι η διαπίστωση της κρίσης δεν οδήγησε στην κινητοποίηση του πολιτικού συστήματος για τη διάσωση της χώρας. Όλες οι δράσεις του πολιτικού προσωπικού προετοίμασαν το έδαφος για την υπαγωγή της σε διεθνή επιτροπεία. Με αποτέλεσμα, οι συνέπειες για την χώρα να γίνουν πολλαπλασίως επαχθέστερες. Στο νέο αυτό περιβάλλον, οι πολιτικές δυνάμεις εξακολουθούν να προσποιούνται ότι δεν αντιλαμβάνονται το πρόβλημα: ταξινομούνται στους υπέρ ή κατά του μνημονίου, ενώ διέρχονται εν σιωπή το ζήτημα της άρσης των αιτίων που οδήγησαν σ΄αυτό. Η κατάρρευση του κράτους επιχειρείται να εμφανισθεί ως υπόθεση ολίγων μηνών πριν ή μετά τις εκλογές, δηλαδή ως ευθύνη του ενός ή του άλλου κομματικού μονομάχου. Χωρίς να αμφισβητούνται οι ευθύνες του τέλους, είναι δεδομένο ότι τα θεμέλια της τωρινής κρίσης ανάγονται στις αρχές της δεκαετίας του 1980, με ξεχωριστή την εμπλοκή των Α. Παπανδρέου, Κ. Σημίτη και Κ. Καραμανλή. Και οπωσδήποτε, ενέχεται σ’αυτήν το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων.
3. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί η έξοδος από την κρίση έχει μεταβληθεί σε διακύβευμα εναλλαγής στην εξουσία και όχι σε πρόταγμα για τη σωτηρία της χώρας. Ο πολιτικός διάλογος οριοθετεί, όπως είδαμε, τους υπέρ ή τους κατά του μνημονίου και όχι την άρση των αιτίων του. Αν επιχειρήσουμε μια αποτίμηση των μέτρων που ελήφθησαν μετά το μνημόνιο -ή που προτάθηκαν από την αντιπολίτευση-, διαπιστώνουμε ότι έχουν όλα είτε μονοσήμαντο εισπρακτικό περιεχόμενο, με αποδέκτες τα συνήθη υποζύγια -τους εμφανείς φορολογούμενους- είτε ως μέτρο τη μετάλλαξη της εργασίας των πολιτών σε εμπόρευμα. Η ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος και του κράτους δεν εμπεριέχονται στις προγραμματικές πολιτικές των κομμάτων.
Η επίκληση ορισμένων όλως ενδεικτικών παραδειγμάτων διευκρινίζουν νομίζω επαρκώς το κλίμα αυτό. Παρατηρούμε ότι ο περιορισμός των δαπανών δεν περιλαμβάνει τους τομείς που θα έθιγαν το πολιτικό σύστημα. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι η πάταξη της φοροδιαφυγής, η ανασυγκρότηση της δημόσιας διοίκησης ώστε να καταστεί αποτελεσματική, να εναρμονισθεί με το δημόσιο σκοπό της, να γίνει φιλική προς το πολίτη ή να συνδράμει την παραγωγική ανάταξη της χώρας, παρόλα όσο λέγονται, δεν περιλαμβάνεται στο πολιτικό πρόγραμμα της κομματοκρατίας.
Θα ανέμενε κανείς, ο περιορισμός των ελλειμμάτων να συνοδεύεται από μέτρα ανασύνταξης του θεσμού στον οποίο αναφέρονται, ώστε το όφελος που θα προκύψει από τον περιορισμό της σπατάλης και την πάταξη της διαφθοράς να αντισταθμίσει τις απώλειες, με την ποιοτική αναβάθμιση και την αποτελεσματικότητα του προσφερομένου έργου. Αυτό δεν συνέβη πουθενά. Ούτε στο στενό ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα . Και μάλιστα, παρά την ισχυρή πίεση της τρόικας, η οποία διαβλέπει στην εμμονή της πολιτικής τάξης να διατηρήσει ακέραιο το κεκτημένο της έναν μείζονα κίνδυνο για τα ζωτικά της συμφέροντα.
Παραμένει σημειολογικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι το πολιτικό προσωπικό δεν συναίνεσε, ούτε προσχηματικά, στη μείωση των απολαβών του, ενώ ο πολιτικός λόγος όλων των κομμάτων είναι πανομοιότυπος. Συμπεριφέρονται δηλαδή ως εάν η χώρα δεν βιώνει τη χειρότερη δοκιμασία από το 1922. Διαγκωνίζονται για την ενοχή των αντιπάλων, επιρρίπτοντας ο ένας την ευθύνη στον άλλον. Η συμφωνία όλων των κομμάτων στη διαφύλαξη, εν σιωπή, της ακεραιότητας του πολιτικού συστήματος, που συντηρεί την απόκοσμη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής και την αποπνικτική ατμόσφαιρα που σκεπάζει τη χώρα, είναι εντυπωσιακή.
Το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης και, συγκεκριμένα, της σύνδεσής της με τη δικαιοσύνη αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα. Και τούτο διότι η εμμονή στην ολοκληρωτική ασυλία του πολιτικού προσωπικού υποδεικνύει τον αντίπαλο. Έναντι τίνος επιδιώκει να προστατευθεί η πολιτική τάξη; Προφανώς, έναντι της κοινωνίας. Η αλληλουχία αναχωμάτων προστασίας που έχουν υφανθεί με το Σύνταγμα, τους νόμους και την «πολιτεία» της Βουλής, ώστε να αποτραπεί ένας πιθανός έλεγχος της έκνομης συμπεριφοράς των μελών της, δεν έχει προηγούμενο στον σύγχρονο κόσμο. Ο πιο ευφάνταστος κακοποιός δεν θα είχε εφεύρει τόσους και τόσο περίτεχνους τρόπους προστασίας του. Προκαλεί ενδιαφέρον, εντούτοις, ότι ο τρόπος που η πολιτική τάξη διαχειρίζεται την εκτροπή από τη δημόσια λειτουργία της στο μέσον της κρίσης και της δημόσιας κατακραυγής που τη στοχοποιεί συλλήβδην ως λεηλατική και καταστροφέα της χώρας, δεν άλλαξε στο παραμικρό. Εν είδει παραδείγματος, αναφέρω ότι όχι μόνο δεν κατηγορήθηκε κανείς για την καταστροφή της χώρας, αλλά και οι ομολογημένες υποθέσεις σκανδάλων λαμβάνεται μέριμνα να κλείσουν με εύσχημο τρόπο και ανωδύνως. Ούτε λόγος να γίνεται για τον εγκλεισμό έστω και ενός πολιτικού προσώπου στη φυλακή, παρά την πίεση που ασκείται στο σύστημα από την κοινωνία και την τρόικα. Αν όλα τα δεινά που συσσώρευσε η πολιτική τάξη στην ελληνική κοινωνία, είχαν συμβεί στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου τουλάχιστον ο ηγετικός πυρήνας του κομματικού κατεστημένου, θα είχε αυτοκτονήσει από εντροπή ή έστω για να αποφύγει την ταπείνωση της φυλακής. Αντί άλλης αντίδρασης προσθέτω απλώς ότι τα κόμματα εισέπραξαν προκαταβολικά, στο μέσον της κρίσης, ατόφιες τις αποφασισθείσες από αυτά επιχορηγήσεις του κράτους, οι οποίες εκτιμάται ότι υπερβαίνουν, αναλογικά, κατά πολύ εκείνες των γαλλικών κομμάτων.
Στο γεγονός αυτό, πρέπει να συνεκτιμηθεί επίσης ότι η ασυλία αφορά μόνο στις αδικοπραγίες του ιδιωτικού βίου και στην κατάχρηση ιδίως δημοσίου χρήματος. Δεν καλύπτει την ευθύνη που προκύπτει από τις πολιτικές τους, οι οποίες τίθενται στο απυρόβλητο, υπεράνω του νόμου[5]. Ο πολιτικός δύναται να καταστρέψει τη χώρα και να το ομολογήσει, «αναλαμβάνοντας» την πολιτική ευθύνη. Δεν υπόκειται όμως στην δικαιοσύνη, ούτε αναγνωρίζεται στον πολίτη έννομο συμφέρον για τη βλάβη που υπέστη. Κατά τα λοιπά, το σύστημα ορίζεται ως αντιπροσωπευτικό και δημοκρατικό[6].
Ενώ όμως ο πολιτικός αυτο-τοποθετείται ολοκληρωτικά στο απυρόβλητο της δικαιοσύνης και, κατ’επέκταση, της κοινωνίας, στη συνέχεια την εγκαλεί ως διεπομένη από την «ψυχολογία του όχλου και της μάζας» και ως απειλή για τη «δημοκρατία «, όταν στην απελπισία της επικαλεσθεί το μόνο όπλο που της απομένει, την αυτοδικία. Το ερώτημα, στο πλαίσιο αυτό, παραμένει αναπάντητο: πώς δικαιολογείται, ο υπαίτιος της κρίσης να επιμένει ότι είναι ο μόνος αρμόδιος να θεραπεύσει το πρόβλημα, όταν μάλιστα δεν επιδεικνύει την παραμικρή μεταμέλεια, εξακολουθεί να διαφεύγει τον έλεγχο και, μάλιστα, συμπεριφέρονται με τον τρόπο που οδήγησε στην κρίση;
4. Η θεσμική αυτή θωράκιση της πολιτικής τάξης έναντι της κοινωνίας, συμβαδίζει με ανάλογες πολιτικές που δείχνουν ότι εννοεί να πορεύεται ως εάν δεν αποτελεί η ίδια το πρόβλημα ή με μοναδικό στόχο τη διατήρηση των προνομιών της. Έτσι, για παράδειγμα, ο πρόεδρος της Βουλής καλεί τους Έλληνες να εισφέρουν τον οβολό τους για την σωτηρία της χώρας, ενώ ο ίδιος συνεχίζει την φαύλη πολιτεία των προκατόχων του, αυξάνοντας αντί να μειώσει τον προϋπολογισμό της. Η υπουργός Παιδείας υπόσχεται μεταρρυθμίσεις στα ΑΕΙ σε επίπεδο «κορυφής», ομολογώντας ότι δεν προτίθεται να αγγίξει τον πυλώνα της κομματικής ιδιοποίησης των πανεπιστημίων, τις παρατάξεις, ενώ δεν κρύβει τη βαθιά δυσπιστία που τρέφει προς τις ανεξάρτητες εκείνες ακαδημαϊκές προσωπικότητες που ομολογουμένως θα τα οδηγούσαν στην έξοδο από την απαξία. Ο αρμόδιος υπουργός «προστασίας του πολίτη» δηλώνει με «καμάρι» ότι δεν θα παίξει το ρόλο του «σερίφη», εννοώντας προφανώς, ότι θα επαναφέρει την αστυνομία στο καθεστώς του ιδιότυπου «παρατηρητή» της δράσης των ιδεολόγων της καταστροφής και των παρασιτικών στοιχείων που ιδιοποιούνται τους δημόσιους χώρους, μεταβάλλοντας έτσι την πρωτεύουσα σε τριτοκοσμική πόλη. Ούτε το διάλειμμα «Χρυσοχοϊδη» φαίνεται ότι εμπνέει.
5. Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι πολιτικές της κομματοκρατίας, οι οποίες όλες κατατείνουν στο να εγκιβωτίσουν την κοινωνία σε ένα καθεστώς ασφυκτικού ελέγχου και στη διέλευση του (οικονομικού κλπ) βίου της από τη διαπλοκή και τη διαφθορά. Επειδή βιώνουμε την οικονομική κρίση, αξίζει να σταθούμε σε ορισμένα παραδείγματα που αποκαλύπτουν την αγωνία της πολιτικής τάξης να αποκλείσει κάθε προοπτική απελευθέρωσης της κοινωνίας και, ιδίως να διατηρήσει τους μηχανισμούς της ιδιοποίησης ως σημαίνον γνώρισμα της σχέσης του πολίτη με το κράτος:
(α) το επιχειρηματικό κλίμα. Είναι πασιφανές ότι οι δουλείες στις οποίες υποβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα οφείλονται εξ ολοκλήρου στη διάθεση των νομέων του κράτους να ελεγχθεί με όρους ιδιοποίησης ο τομέας αυτός της οικονομίας. Να «μοιρασθεί» δηλαδή μαζί του το «επιχειρείν». Εάν υπήρχε η πολιτική βούληση, το ζήτημα θα είχε «αυθωρί» επιλυθεί. Όπως έχει επιλυθεί στις χώρες όπου το κράτος διατηρεί ακόμη μια ελάχιστη αίσθηση δημοσίου συμφέροντος.
Η άρνηση της πολιτικής τάξης να άρει το καθεστώς της κομματοκρατίας, που μεταβάλλει το κράτος σε δυνάστη της κοινωνίας, υποστηρίζεται ιδεολογικά με διατυπώσεις ενοχοποίησης της κοινωνίας («όλοι μαζί τα φάγαμε») ή με το επιχείρημα ότι η κοινωνία ζούσε υπεράνω των δυνατοτήτων της χώρας κ.α. Εντούτοις, μελέτες που εκπονήθηκαν σε ανύποπτη στιγμή, δηλώνουν ότι όχι μόνο δεν ζούσαμε υπεράνω των δυνατοτήτων μας, αλλ’ότι, εάν το κράτος επιδείκνυε στοιχειώδη προσήλωση στη δημόσια αποτελεσματικότητα και επολιτεύετο με πρόσημο το κοινό συμφέρον, το κεφαλήν εισόδημα των Ελλήνων θα ήταν ανάλογο εκείνου των Σκανδιναβών.
(β) Ένα άλλο, συναφές με το επενδυτικό κλίμα, παράδειγμα, αφορά στην αντιμετώπιση όχι απλώς της ιδιοκτησίας, άλλα της Ελλάδας ως κατοικημένης χώρας. Θα επικαλεσθώ τρία εξόχως χαρακτηριστικά μέτρα που δείχνουν ότι οι φορείς της πολιτικής τάξης αντιμετωπίζουν τη χώρα ως κατακτητές και όχι ως εντολοδόχοι της κοινωνίας. Ακραία περίπτωση αποτελεί η υπουργός ΠΕκΚΑ, για την οποία η κοινωνία αποτελεί την μείζονα απειλή για το περιβάλλον. Εξού και, κλεισμένη στο γραφείο της ομού με διάφορα οικολογικά παράσιτα που σιτίζονται από το κοινωνικό ταμείο, βυσσοδομούν σε βάρος της κοινωνίας.
Το πρόβλημα των «δασωθέντων» αγρών, που δημιούργησε η πολιτική τάξη, μετά τον πόλεμο, είναι γνωστό. Πρόκειται για τις αγροτικές ιδιοκτησίες, οι οποίες λόγω των ανατροπών που συνέβησαν στον ελληνικό χώρο παρέμειναν ακαλλιέργητες, για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, από τον πόλεμο και εντεθέν. Τις περισσότερες φορές εξαιτίας των εμποδίων που όρθωνε η πολιτεία.
Το μείζον αυτό ζήτημα είναι πολυσήμαντο ως προς τις διαστάσεις του. Η πολιτική του διάσταση συναρτάται με αυτούς που έπαψαν να καλλιεργούν τους αγρούς τους. Ποιοί ήσαν αυτοί; Όσοι ενεπλάκησαν στην αντίσταση κατά του κατακτητή, οι ηττημένοι του εμφυλίου και πολιτικά διωκόμενοι στη συνέχεια, καθώς και τα θύματα της ανασύνταξης της οικονομίας. Έχει σημασία να επισημανθεί ότι το εφεύρημα της «δασικής έκτασης», συμβαδίζει με πλήθος άλλων πολιτικών μέτρων που κατέτειναν στην ανατροπή των κοινωνικών ισορροπιών στην ύπαιθρο και αποτέλεσε το μεγάλο κόλπο που οδήγησε στη διαρπαγή ή στην αιχμαλωσία της αγροτικής ιδιοκτησίας και, εναλλακτικά, στην καταστροφή των καλλιεργειών και των ομόλογων δασών (των ελαιώνων κλπ) που απέμειναν. Λειτούργησε δε ως καταλύτης για τη διαιώνιση της ερήμωσης της υπαίθρου και του αποκλεισμού της από τον οικιστικό και παραγωγικό ιστό της χώρας. Είναι όμως εξίσου γνωστό ότι η έννοια της «δασικής έκτασης», που αντιμετωπίζει τα θαμνώδη «αείφυλλα πλατύφυλλα» ως ιερά φυτά όπως οι Ινδοί τις αγελάδες, συνέβαλε καθοριστικά στη γενίκευση της συναλλαγής και της διαφθοράς στην ύπαιθρο.
Στη ρύθμιση αυτή, που επιβαρύνθηκε έτι περαιτέρω από την τωρινή υπουργό ΠΕκΚΑ, με αποτέλεσμα να έχει σταματήσει κάθε επενδυτική πράξη στην ύπαιθρο ή, αναλόγως, να έχει ανέβει το «λαδόσημο» στα ύψη, προστέθηκε από προηγούμενη υπουργό, η πρόνοια της αρτιότητας ενός κτήματος υπό τον όρο να έχει πρόσοψη 25 μέτρων σε δρόμο, υφιστάμενο προ του 1923. Συνάγω ότι η ρύθμιση αυτή θεωρεί ότι η Ελλάδα οφείλει να παραμείνει, εξεπόψεως υποδομών, στο καθεστώς του ΄23, διότι έτσι θα προστατευθεί το περιβάλλον! Η αλήθεια όμως είναι ότι το μόνο που επετεύχθη είναι να μπει και η πολεοδομία στο παιχνίδι της συναλλαγής, που είχε ανατεθεί έως τότε στο Δασαρχείο. Οι ανωτέρω εστίες διαφθοράς και στασιμότητας δεν είναι οι μοναδικές.
Το πλέον ενδιαφέρον, εντούτοις, επίτευγμα των νομέων του κράτους αφορά σε παράπλευρες ρυθμίσεις που συνέχονται με τις προστατευόμενες περιοχές («νατούρα»). Με πρόσφατη υπουργική απόφαση (sic) ορίζεται ότι σε απόσταση τελικά 350μ από τις ακτές -φυσικά και αλλού, πέραν των ακτών- η περιοχή μετατάσσεται στη ζώνη «υψηλής παραγωγικότητας» και διέπεται από τις σχετικές απαγορευτικές διατάξεις. Η πονηρά φύση των εχθρών της κοινωνίας βάφτισε τις κατά τεκμήριο άγονες και βραχώδεις περιοχές σε γαίες «υψηλής παραγωγικότητας» για να τις δημεύσει δωρεάν! Όλη σχεδόν η ενδιαφέρουσα οικονομικά Ελλάδα οφείλει να νεκρωθεί και οι κάτοικοί της να μετοικήσουν στα ορεινά ή να ξενιτευτούν για να επιβιώσουν. Η καταφανώς λεηλατική αυτή επιδρομή της υπουργού ΠΕκΚΑ προκύπτει, από τις μόλις πρόσφατες νομοθετικές της πρωτοβουλίες, ότι εγγράφεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο, το οποίο εάν δεν εμποδισθεί θα ερημώσει τη χώρα. Τη στιγμή που η χώρα χάνεται το πολιτικό προσωπικό αναλώνεται στο προσφιλές του άθλημα: του εγκιβωτισμού της κοινωνίας στις δουλείες του κράτους με πρόσημο την ολοσχερή της βύθιση στην ανέχεια και στην αδυναμία.
Από τα ανωτέρω ολίγα, συνάγεται ότι η Ελλάδα ενδιαφέρει την πολιτική τάξη ως χώρος, όχι ως κοινωνία. Μια χώρα που άδειασε και ξαναγέμισε άπειρες φορές, δεν πρέπει να ξανακατοικηθεί. Παραγνωρίζει προφανώς ότι το περιβάλλον υπάρχει ως έννοια υπό τον όρο της παρουσίας της κοινωνίας εντός αυτού. Το περιβάλλον στον Άρη ουδένα ενδιαφέρει. Η απλή λογική διδάσκει ότι το περιβάλλον υπάρχει για την κοινωνία και δεν δύναται να διατηρηθεί χωρίς να γίνει φιλικό προς αυτήν. Η προστασία του δεν είναι συμβατή με την αποξένωση της κοινωνίας από αυτό ή από την ιδιοκτησία της, ούτε με την εξώθησή της να οδηγείται στην καταστροφή των ολίγων καλλιεργειών που απέμειναν, ούτε με την απαγόρευση της ανάπτυξης. Από τους «ταλιμπανιστές» του περιβάλλοντος η ιδέα της ένταξης του οικιστικού ιστού σ’αυτό ή η αρμονική ανάπτυξη των θεμελίων του σε συνάφεια με τις κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές λειτουργίες του παρόντος και του μέλλοντος είναι αποκρουστική και, σε κάθε περίπτωση, αδιάφορη. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι όλα τα μέτρα της υπουργού ΠΕκΚΑ αποβλέπουν στη διαρπαγή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, κανένα όμως στην προστασία των δασών, στην ανάπτυξη του δημόσιου δασικού πλούτου και, μάλιστα, στην αναδάσωση των ορεινών όγκων που καλύπτουν σαφώς το κύριο μέρος της χώρας.
(γ) Σταθερή επωδός που δικαιολογεί τη μονοσήμαντα αντικοινωνική πολιτική για την έξοδο από την κρίση είναι ότι το κράτος είναι διεφθαρμένο και, οπωσδήποτε, δεν προσφέρεται για την πάταξη της φοροδιαφυγής. Αυτή καθεαυτή η επισήμανση ότι το ελληνικό κράτος είναι «μοναδικό σε δυσλειτουργικότητα» και το «πλέον σπάταλο και διεφθαρμένο δυτικό κράτος» συνέχεται με την «πολιτεία» της πολιτικής τάξης. Η εμμονή στη διατήρησή του όμως, σοβούσης της κρίσης, επιβεβαιώνει επίσης ότι η αιτία του κράτους αυτού δεν εξέλειπε. Διότι, όχι μόνο δεν ελήφθη ουσιαστικά κανένα μέτρο για την εξυγίανσή του, αλλά και μας διαβεβαιώνουν, με ποικίλους όσους τρόπους, ότι δεν προτίθενται να λάβουν. Όντως, η μόνιμη επωδός της πολιτικής τάξης εστιάζεται στην επισήμανση του προβλήματος, στην «απειλή» ότι θα ληφθούν τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι έναντι της τρόικας ή της υπηκόου κοινωνίας. Κορυφαίος υπουργός διετείνετο πρόσφατα ότι για τα κακώς κείμενα του κράτους φταίει ο μεγάλος αριθμός των βουλευτών και ο εκλογικός νόμος!!!..Τίποτε άλλο…
(δ) Η απουσία κάθε πολιτικής βούλησης για την ανάταξη του κράτους και τη διάσωση της κοινωνίας, διαπιστώνεται με κάθε σαφήνεια στην περίπτωση της φοροδιαφυγής. Αρκεί, νομίζω, ένα μόνο αλλά κραυγαλέο παράδειγμα, από τα πολλά που μπορεί να επικαλεσθεί κανείς. Υπό το προηγούμενο καθεστώς του ΦΜΑΠ αυτοί που υπέβαλαν δήλωση ήσαν ελάχιστοι σε σχέση με τους υπόχρεους. Η καθόλα ψευδής επίσημη εκδοχή ήταν ότι δεν υπήρχε τρόπος να ελεγχθούν. Έδωσαν, ωστόσο, εξαρχής στους φοροφυγάδες τη δυνατότητα να διαφύγουν τη δήλωση με την επίκληση της «υπεύθυνης δήλωσής» τους ότι το μέγεθος της περιουσίας που κατείχαν δεν υπερέβαινε το αφορολόγητο μέτρο. Σήμερα, εντούτοις, το πρόσχημα της αδυναμίας εξέλειπε αφού έχει διαμορφωθεί με το Ε9 περιουσιολόγιο και ανά πάσα στιγμή (δηλαδή αυτόματα, με βάση το ηλεκτρονικό σύστημα) μπορούν να ελεγχθούν όσοι είχαν υποχρέωση από το 1997 να υποβάλουν δήλωση ΦΜΑΠ και δεν το έπραξαν. Γιατί δεν το πράττουν; Η λύση είναι απλή: όσοι καλύπτουν τις προϋποθέσεις του ΦΜΑΠ σύμφωνα με το τωρινό Ε9 -με γνώμονα όμως τις πρόνοιες του τότε νόμου- να κληθούν να εξηγήσουν ποιά ήταν η κατάσταση της ακίνητης περιουσίας τους, από το 1997 έως την μεταβολή του νόμου. Γίνεται αντιληπτό ότι έτσι θα αποκατασταθεί η δικαιοσύνη -η ισότητα που προβλέπει το Σύνταγμα- και στα δημόσια ταμεία θα εισρεύσει χρήμα πολύ, αφού αυτοί που διέφυγαν την καταβολή του φόρου, αντιπροσωπεύουν ποσοστό πολλαπλάσιο εκείνων που υπέβαλαν δήλωση.
5. Ποια μπορεί να είναι η διέξοδος; Πρέπει να διευκρινίσω ότι η λύση δεν θα προέλθει από μια επανάσταση της κοινωνίας. Η κοινωνία επέδειξε την απέχθειά της προς το σύστημα και, στο πλαίσιο αυτό, το δρόμο της εξόδου από την κρίση με ποικίλους τρόπους: Με τη στοχοποίηση της κομματοκρατίας και της πολιτικής τάξης ως υπεύθυνων για την καταστροφή της. Με τη δήλωσή της σε ποσοστό 75% ότι θα εγκατέλειπε τη χώρα εάν είχε τη σχετική δυνατότητα. Με την αυξημένη εκλογική αποχή και τη διάθεση αυτοδικίας των πολιτών έναντι της πολιτικής τάξης.
Από την άλλη, είναι μάλλον «ουτοπικό» να αναμένει κανείς την υπέρβαση της δυναστικής κομματοκρατίας, με πρωτοβουλία της ίδιας της πολιτικής τάξης. Απομένει, επομένως, είτε η απόφαση ενός ηγέτη να υπερβεί εαυτόν και να πολιτευθεί ως εάν δεν αποτελεί μέρος της είτε η ολοκληρωτική κατάρρευση των επιλογών της, οπότε από τα συντρίμμια της χώρας θα μπορούσε να αναδειχθεί η διάδοχη κατάσταση. Η πρώτη εκδοχή μοιάζει μάλλον απίθανη αφού η πολιτική τάξη είναι δομικά ταυτισμένη με τη λογική της κομματοκρατίας, οι δε μηχανισμοί των διαπλεκομένων αναδεικνύουν πολιτικούς ηγέτες των οποίων το διαμέτρημα είναι απαγορευτικό για το εγχείρημα. Η δεύτερη λύση, πέραν του ότι δεν υποδεικνύει το αποτέλεσμα, εφόσον συνδυασθεί με ένα απονενοημένο διάβημα της κοινωνίας, ελέγχεται ως ικανή να οδηγήσει τη χώρα σε βαθύτερο αδιέξοδο.
Σε κάθε περίπτωση, η έξοδος από την κρίση με τη διατήρηση ατόφιου του κρατούντος πολιτικού συστήματος, προμηνύεται αφενός τη διαιώνιση του καθεστώτος κατοχής, στο οποίο υπεβλήθη η ελληνική κοινωνία σχεδόν με τη μετάβασή της στο κράτος έθνος, και αφετέρου, μη αναστρέψιμες απώλειες για τη χώρα.
6. Η επισήμανση αυτή δηλώνει ότι αντί, επομένως να κρύβεται κανείς πίσω από το μνημόνιο (και, συγκεκριμένα, το καθεστώς επιτροπείας, στο οποίο παρεδόθη ως μη όφειλε η χώρα και, μάλιστα, χωρίς διαπραγμάτευση), καλείται να λάβει ακαριαία μέτρα ανατροπής του καθεστώτος εσωτερικής κατοχής, στο οποίο εμμένει η πολιτική τάξη, απελευθερώνοντας την κοινωνία από τα πολυσήμαντα δεσμά της.
Επείγει ως προς αυτό:
(α) να ανασυγκροτηθεί το πολιτικό σύστημα, με γνώμονα την εγκαθίδρυση μιας θεσμικής ισορροπίας μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Ισορροπία, η οποία δεν είναι προφανώς εφικτή στο πεδίο της πολιτικής δυναμικής, δηλαδή εξωθεσμικά, και, οπωσδήποτε, με πρόσημο την εναλλαγή των φορέων της κομματοκρατίας στην εξουσία. Οι παραδοσιακοί τρόποι πολιτικής δράσης (η απεργία, η διαδήλωση κλπ) έχουν από καιρό ξεπερασθεί μαζί με τις συνθήκες που τους εισήγαγαν. Δεν αρκεί επίσης η επίκληση της δεοντολογίας («ότι οφείλει η πολιτική να αντιπροσωπεύει την κοινωνία»), για να λειτουργήσει το κράτος εν αρμονία με το κοινό συμφέρον. Είναι αναγκαία, εφεξής, η θεσμική ενσωμάτωση του σώματος της κοινωνίας των πολιτών και, σε κάθε περίπτωση, η συνεκτίμηση της κοινωνικής βούλησης, στην πολιτική διαδικασία. Απαιτείται γι’αυτό να θεσμοθετηθούν πρακτικές συναγωγής της συλλογικής βούλησης και ανάρτησής της στο πολιτικό διάλογο, έτσι ώστε να αποτελέσει διακύβευμα των πολιτικών του κράτους.
Η επιλογή αυτή εναρμονίζεται με τη γενικότερη εξέλιξη του κόσμου, δεδομένου ότι όσο η οικονομία αυτονομείται από το πολιτειακό περιβάλλον του κράτους και αναπτύσσει το διακύβευμά της διακρατικά, δηλαδή στο σύνολο κοσμοσύστημα, τόσο η κοινωνία θα επιδιώκει την εγκατάστασή της στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος για να αντισταθμίσει την αδυναμία της να επηρεάσει τις αποφάσεις του πολιτικού συστήματος. Η αντιπροσωπευτική προσομοίωση της πολιτείας επάγεται προφανώς την κατάργηση όλων των πυλώνων της κομματοκρατίας, την άμεση υπαγωγή της πολιτικής στη δικαιοσύνη, την απόρριψη του ιδιοτελούς προτάγματος της «διακυβέρνησης», που αναδεικνύει την κατ’εφημισμόν «κοινωνία πολιτών»[7], αντί του σώματος της κοινωνίας των πολιτών, σε μέτρο του σκοπού της πολιτικής.
(β) να αναπροσδιορισθεί ο σκοπός του κράτους. Το γενικό/δημόσιο συμφέρον να υποκατασταθεί από το κοινό συμφέρον. Η έννοια του κοινού συμφέροντος προϋποθέτει, εντούτοις, την ανοικοδόμηση του κοινωνικού ιστού, στη βάση μιας ισχυρής συνεκτικής αρχής (ή συλλογικής ταυτότητας) που θα κινητοποιεί τα δημιουργικά αντανακλαστικά της κοινωνίας και θα τα ανάγει σε συλλογική βούληση. Ο συνδυασμός της αντιπροσωπευτικής προσομοίωσης της πολιτείας με την ισχυρή ταυτοτική συλλογικότητα, θα δημιουργήσει μια νέα σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, που θα αποκλείει την πελατειακή εξατομίκευση της πολιτικής λειτουργίας. Η συνάντηση του σκοπού της πολιτικής με το βούληση/συμφέρον της κοινωνίας των πολιτών, προόρισται να μεταβάλει το κράτος, από δυνάστη της σύνολης κοινωνίας, σε αρωγό του πολίτη, σε εγγυητή της ζωής, της περιουσίας, της ελευθερίας και των δικαιωμάτων του.
(γ) η αντιπροσωπευτική προσομοίωση της πολιτείας προϋποθέτει την εισαγωγή της αρχής του ελέγχειν του πολιτικού προσωπικού, δηλαδή την ολοσχερή κατάργηση της ασυλίας και την προσέγγιση της πολιτικής ευθύνης υπό το πρίσμα της δικαιοσύνης. Συνεπάγεται περαιτέρω την αναγνώριση στα μέλη της κοινωνίας των πολιτών δικαιώματος έννομου συμφέροντος, τόσο έναντι των φορέων του πολιτικού συστήματος όσο και των μελών της διοίκησης και της δικαιοσύνης.
Η καθιέρωση του δικαιώματος αυτού, συνάδει με την εισαγωγή της αρχής του «ελέγχειν» για το πολιτικό προσωπικό και τη διοίκηση, που θα ήταν αυτονόητη εάν το πολιτικό σύστημα προσομοίαζε στοιχειωδώς προς την αντιπροσώπευση. Αν μη τι άλλο, ο πολίτης δικαιούται να έχει λόγο στη διαχείριση της περιουσίας του, αυτής που εκχωρείται στο κράτος μέσω του δημοσιονομικού συστήματος. Δεν νοείται, επίσης, ο βλαπτόμενος από τις αρχές του κράτους πολίτης να μην δικαιούται να υποβάλει σε έλεγχο τον βλάπτοντα ή να αποζημιώνεται από το δημόσιο ταμείο που χρηματοδοτεί ο ίδιος και όχι από τον υπαίτιο. Με απλούστερη διατύπωση, οφείλει να καταργηθεί κάθε νόμος -περί [μη] ευθύνης υπουργών- και να εφαρμοσθούν οι κοινές περί δικαίου διατάξεις που διέπουν όλους τους πολίτες. Ο Αριστοτέλης και ο Πολύβιος μας πληροφορούν ότι στην αντιπροσώπευση και στη δημοκρατία τα εγκλήματα των πολιτικών τιμωρούνται αυστηρότερα επειδή βλάπτουν τους πολλούς. Δεν εξισώνονται με εκείνα των κοινών ανθρώπων και προφανώς δεν τίθενται στο απυρόβλητο. Οπωσδήποτε, είναι επιεικώς απαράδεκτο, οι ρυθμίσεις για την «πολιτική ευθύνη» των πολιτικών, να αποφασίζονται από τους ιδίους σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, η δε απόφαση για τη δίωξή τους και η εκδίκαση της υπόθεσης να ανήκει στους ίδιους.
(δ) Όπως είδαμε, το κράτος της κομματοκρατίας θεωρεί ότι ο ρόλος του τελειώνει εκεί όπου όφειλε να αρχίζει. Εξού και δεν θεωρεί ότι ανήκουν στις αρμοδιότητές του η έννοια της αποτελεσματικότητας και ο έλεγχος των υπηρεσιών του, η κύρωση για την εφαρμογή της νομιμότητας και για την εναρμόνισή του με το κοινό συμφέρον. Η αναστροφή της λογικής αυτής, συνδυάζεται με το γεγονός ότι το κράτος στο σύνολό του είναι άκρως αποτελεσματικό στη διαχείριση του κομματικού συμφέροντος και για την ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού. Το κράτος αυτό πρέπει να εκλείψει ακαρεί. Να ανασυγκροτηθούν εκ βάθρων η διοίκηση, η δικαιοσύνη, οι δυνάμεις της τάξης κλπ, με γνώμονα την ανταποκρισιμότητά τους στις ανάγκες της κοινωνίας. Να αποκτήσει ο κρατικός μηχανισμός επιχειρησιακή διάσταση, με μέτρο όχι ασφαλώς την «αγορά», αλλά τη δημόσια αποτελεσματικότητα και πρόσημο το κοινωνικό συμφέρον.
(ε) να καταργηθεί αμέσως το σύνολο της νομοθεσίας που δεσμεύει την ελευθερία της κοινωνίας και την μεταβάλει σε αναγκαστικό υποζύγιο της διαπλοκής και της διαφθοράς. Να γίνει σαφές στην πολιτική τάξη (και στην απολογητική νεοτερική διανόηση) ότι η οικονομική πολιτική που προάγει την εξουθένωση, την ταπείνωση και την περιαγωγή της κοινωνίας στην εργασιακή, εισοδηματική και ιδιοκτησιακή εξαχρείωση, προσήκει στο καθεστώς της ανομίας και στις σχέσεις δύναμης, που σταδιοδρομούν στην πρωτο-ανθρωποκεντρική φάση που διέρχεται η εποχή μας, όχι στην φύση της σύνολης εξέλιξης. Με άλλα λόγια, μια οικονομική πολιτική με πρόσημο την πρόοδο συνάδει με την απελευθέρωση των δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ανάδειξη της «πολιτικής αγοράς», δηλαδή της κοινωνικής βούλησης, σε ρυθμίζουσα παράμετρο, από την οποία αντλούν λόγο ύπαρξης το κράτος και, φυσικά, η «οικονομική αγορά». Μια υπεροχή που απαιτεί την άρση της πολιτικής κυριαρχίας του κράτους επί της κοινωνίας των πολιτών.
7. Οι ανωτέρω πολιτικές εισάγουν ως πρόκριμα ότι ο πολιτικός ηγέτης έχει επίγνωση του διακυβεύματος που εγείρεται ενώπιον του κόσμου στην εποχή μας και την βούληση να υπερβεί τη συγκυρία των συσχετισμών, αντί να παραμένει απλός διαχειριστής του κρατούντος συστήματος. Να γνωρίζει, σε ό,τι αφορά ειδικότερα την Ελλάδα, ότι η έξοδος από την κρίση, χωρίς την ανήκεστη συντριβή της, απαιτεί την εκ βάθρων ανασυγκρότηση του παρόντος κράτους, ως πολιτικού συστήματος και ως διοίκησης.
Είναι προφανές ότι η άρση της αιτίας της κρίσης και, εν προκειμένω, της κομματοκρατίας, δεν μπορεί να γίνει από μια κυβέρνηση που θα αποτελείται από κομματικά ενεργούμενα και «φίλους» ή συνεργούς της καταστροφής, αλλά από μέλη της κοινωνίας που αναγνωρίζονται για τη βαθιά γνώση του διεθνούς διακυβεύματος και του ελληνικού προβλήματος και των οποίων η «πολιτεία» εγγυάται την προσήλωσή τους στο κοινό συμφέρον και στην ελευθερία της. Η ανατροπή της κομματοκρατίας απαιτεί την παράκαμψη του συνόλου της πολιτικής τάξης, από την Αριστερά έως τη Δεξιά της πτέρυγα.
Η υπέρβαση αυτή, αφορά κατ’επέκταση και στο περιεχόμενο του προγραμματικού πολιτικού λόγου. Η επικέντρωση της συζήτησης στο δίλημμα υπέρ ή κατά του μνημονίου υποδεικνύει το δρόμο που θα επιλεγεί για την τελειωτική καταστροφή. Το διακύβευμα της υπέρβασης ανάγεται στην αναίρεση του δυναστικού κράτους που συντηρεί η κομματοκρατία και, υπό το πρίσμα αυτό, στην επανεξέταση του συνόλου των πολιτικών του.
Ευλόγως, λοιπόν, επανέρχεται το ερώτημα. Ποιός άραγε ο ηγέτης που θα αναλάβει την απελευθέρωση της κοινωνίας ή μήπως η τελευταία θα υποχρεωθεί να αναζητήσει, υπό το βάρος της κατάρρευσης, τρόπους για τη διάσωσή της; Διαπιστώσαμε ήδη ότι ο ηγέτης που θα οδηγήσει στην υπέρβαση της κομματοκρατίας δεν μπορεί να προέλθει από την κρατούσα πολιτική τάξη και τους διαπλεκομένους συγκατανευσιφάγους που την περιβάλλουν. Πριν από χρόνια, διαβλέποντας το αναπόφευκτο της καταστροφής, διατύπωνα την άποψη ότι η υπέρβαση του φαυλοκρατικού καθεστώτος θα γινόταν μόνο μέσα από το αδιέξοδο μιας μείζονος κρίσης, στην οποία θα οδηγείτο τελικά η χώρα. Φαίνεται, ωστόσο, ότι τα θεμέλια της κομματοκρατίας και των δυνάμεων της διαπλοκής που τη στηρίζουν, είναι βαθιά, ενώ η παράδοση της χώρας στη διεθνή επιτροπεία δημιούργησε ένα επαρκώς ανθεκτικό μείγμα, αποτρεπτικό στην εκκόλαψη του νέου. Εξού και οι επιπτώσεις της κρίσης θα είναι για τη χώρα οδυνηρές.
Η άποψη που διατυπώνουν ορισμένοι ότι είναι δυνατή η έξοδος από την κρίση με τη διατήρηση του κρατούντος πολιτικού συστήματος και μέτρο τον εξαναγκασμό του από την τρόικα σε μεταρρυθμίσεις είναι κατά τη γνώμη μου εξίσου εσφαλμένη. Διότι η έξοδος αυτή, πέραν του ότι μεταθέτει το βάρος αποκλειστικά στην κοινωνία, θα διαιωνίσει το καθεστώς της κατοχής της και θα συνοδεύεται από το στίγμα της βέβαιης υποτροπής. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η προοπτική αυτή είναι, από τη φύση της, επικίνδυνη, αφού υπονοεί ότι το συμφέρον της κοινωνίας συνάδει με εκείνο των ξένων δυνάμεων και όχι με το εθνικό της κράτος.
8. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κρίση είναι διεθνής. Όμως, η Ελλάδα κάνει τη διαφορά. Η τωρινή κρίση προστίθεται στην αλυσίδα σειράς καταστροφών που επισώρευσε το νεοελληνικό κράτος επί της ελληνικής κοινωνίας. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι η κρίση αυτή προετοιμάσθηκε ιδεολογικά, τα τελευταία χρόνια, από την κρατική διανόηση, ενόσω η λεηλατική ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού και η ομηρία της κοινωνίας, έπαιρναν εμφανείς διαστάσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, η αναφορά στη βούληση και το συμφέρον της κοινωνίας εξομοιώθηκε με τον λαϊκισμό, η δε επίκληση της εθνικής συλλογικότητας ως αναχώματος στην καθυπόταξη του κράτους στις «νομοτέλειες» της ιδιωτικής οικονομίας, ενοχοποιήθηκε ως ταυτολογία του εθνικισμού. Τα «δικαιώματα» αποτέλεσαν το επιχείρημα για την ολοκληρωτική επίθεση της κρατικής διανόησης εναντίον της ελευθερίας της κοινωνίας και, περαιτέρω, για την υποβάθμιση της εργασίας του πολίτη στην κατηγορία του εμπορεύματος. Μια ομοβροντία δημοσιευμάτων προέβαλαν, την περίοδο αυτή, τον κίνδυνο που στοιχειοθετούσε η «πλειοψηφία» για τα δικαιώματα. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι η «πλειοψηφία», η οποία κινητοποιεί τα ολιγαρχικά αντανακλαστικά της κρατικής διανόησης, συνέχεται με την εγκιβωτισμένη στον ιδιωτικό χώρο κοινωνία και όχι, προφανώς, με μια πολιτειακά δομημένη (ως δήμος) κοινωνία των πολιτών, διαθέτουσα, ως εκ τούτου, ιδίαν θεσμική βούληση. Η προοπτική ακριβώς αυτή είναι που τρομάζει τις δυνάμεις της (πνευματικής και πολιτικής) ολιγαρχίας, δεδομένου ότι η πολιτειακή δόμηση της κοινωνίας των πολιτών είναι απολύτως αναιρετική της διαπλοκής των ομάδων συμφερόντων με την πολιτική εξουσία και, προφανώς, του δυναστικού κράτους της κομματοκρατίας.
Τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τον τρόπο προσέγγισης της κρίσης, επιβεβαιώνουν ότι η κατεστημένη άρχουσα τάξη δεν είναι προετοιμασμένη να επεξεργασθεί πολιτικές ολικής ανατροπής του φαυλοκρατικού καθεστώτος της κομματοκρατίας, εναρμονιζόμενη με την Ελλάδα της δημιουργίας και του πολιτισμού, κυρίως δε προς έναν κοινωνικό σκοπό της πολιτικής, που θα διαρρήγνυε τη σχέση της με εδραιωμένα συμφέροντα και πολιτικές νοοτροπίες δυναστικού τύπου.
Αυτός είναι ο λόγος που με κάνει να επιμένω ότι η λύση στο ελληνικό πρόβλημα δεν διέρχεται από την εναλλαγή στην εξουσία, ουδέ καν από την παράκαμψη του πολιτικού προσωπικού που λειτουργεί την παρούσα κομματοκρατία. Διότι στη θέση της θα εγκατασταθεί μεσοπρόθεσμα, μόλις καταλαγιάσει η κρίση, μια άλλη, δυναστική πολιτική τάξη. Η λύση έγκειται στη μεταβολή της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Η οποία θα διέλθει αποκλειστικά από την αναίρεση του προ-αντιπροσωπευτικού κράτους, το οποίο, όντας αναντίστοιχο με το πολιτικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας, οδηγεί στην κομματοκρατία. Ο εκσυγχρονισμός αυτός του πολιτικού συστήματος της χώρας μπορεί να επισυμβεί μόνο με τη θεσμική ενσωμάτωση της κοινωνίας των πολιτών –ή, κατ’ελάχιστον, της κοινωνικής βούλησηςστην πολιτεία, δηλαδή με την αντιπροσωπευτική προσομοίωση του πολιτικού συστήματος.
Τα ανωτέρω, μας επαναφέρουν, επομένως, στην αρχική μας διαπίστωση ότι η αιτία της κρίσης προδικάζει και το αδιέξοδο της χώρας. Διότι τα θεμέλια της κομματοκρατίας -και των δυνάμεων της διαμεσολάβησης και της διαπλοκής που τη στηρίζουν- είναι βαθιά, ενώ η παράδοση της χώρας στη διεθνή επιτροπεία ενίσχυσε την ανθεκτικότητα του μείγματος που λειτουργεί αποτρεπτικά στην εκκόλαψη του νέου. Παρουσιάζεται έτσι το φαινόμενο, εκείνοι που οδήγησαν τη χώρα στην καταστροφή να εμφανίζονται ως τιμητές και, μάλιστα, να επιμένουν ότι αυτοί είναι οι μόνοι κατάλληλοι να την σώσουν. Δεν αναλογίζονται ότι με τον τρόπο αυτό επιβαρύνουν περαιτέρω τη θέση τους καθώς ομολογούν ότι οδήγησαν τη χώρα στην κρίση εν επιγνώσει. Όλα δείχνουν ότι η παρούσα θέση της χώρας προσομοιάζει πλήρως με εκείνη του 1897[8].
Σε κάθε περίπτωση, η διαιώνιση της αναντιστοιχίας αυτής μεταξύ του πρωτο-ανθρωποκεντρικού κράτους της νεοτερικότητας με το ανθρωποκεντρικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας, εξηγεί γιατί ο ελληνισμός δεν συνήλθε ακόμη από τις συνέπειες της ήττας που ολοκληρώθηκε με την είσοδό του στο κράτος έθνος. Το παρήγορο του πράγματος, έγκειται, ωστόσο, στο ότι η ίδια η νεοτερικότητα έχει αρχίσει, αμυδρά, να διακρίνει στην αναντιστοιχία αυτή, την αιτία του δικού της προβλήματος[9].
Αθήνα, 14.01.2011


[1] Για τον χαρακτήρα της παγκόσμιας κρίσης, την οποία αναγγείλαμε με κείμενο μας το 2007, όπως και για την ιδιαιτερότητα της ελληνικής κρίσης, βλέπε το βιβλίο μου, 12/2008. Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος, Εκδόσεις Ιανός, Αθήνα, 2009, σελ. 9-102, 193 επ..
[2] Σε πλήθος έργων μου παλαιόθεν, όπως στα Histoire de la Grèce, Éditions Hatier, Παρίσι, 1992. «Ο πόλεμος του 1897 και ο Δημήτριος Βικέλας,» στο Η Μελέτη, τ. Ε΄, Αθήνα, 2010, σελ. 545-565. «Το διακύβευμα της μικρασιατικής εκστρατείας και οι σταθερές του νεοελληνικού κράτους» κ.α.
[3] Βλέπε σχετικά το έργο μου, Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή, Παρουσία, Αθήνα, 2008.
[4] Βλέπε σχετικά στο έργο μου, «Η κομματοκρατία ως πολιτικό σύστημα«, στο Η δημοκρατία ως ελευθερία. Δημοκρατία και αντιπροσώπευση, Πατάκης, Αθήνα, 2007, σελ. 689 επ.
[5] Περισσότερα, στα κεφάλαια, «Δικαιοσύνη και πολιτικό σύστημα» και «Διαφθορά και πολιτικό σύστημα» του βιβλίου μου, Η δημοκρατία ως ελευθερία, όπ.παρ.
[6] Όπως έχω καταδείξει στο ανωτέρω έργο μου, το σημερινό πολιτικό σύστημα δεν είναι ούτε αντιπροσωπευτικό ούτε πολλώ μάλλον δημοκρατικό. Και σε κάθε περίπτωση δεν γίνεται να είναι και τα δυο, αφού αυτά μεταξύ τους είναι ασύμβατα και ως εκ τούτου δεν μπορούν να συνυπάρξουν.
[7] Δηλαδή τις συντεταγμένες ομάδες που διακινούν επιμέρους συμφέροντα, νέμονται το δημόσιο αγαθό και υπαγορεύουν το περιεχόμενο του πολιτικού κόστους. Για το μείζον αυτό ζήτημα, που σχεδιάσθηκε για να υπηρετήσει αυθεντικά την πολιτική κυριαρχία της αγοράς, βλέπε το οικείο κεφάλαιο στο βιβλίο μου Η δημοκρατία ως ελευθερία, όπ.παρ.
[8] Αρκεί να αντιμεταθέσει κανείς το χρόνο και το περιεχόμενο της κρίσης για να πιστοποιήσει ότι πόσο η σημερινή πραγματικότητα δεν άλλαξε στο παραμικρό από εκείνη του 1897. Βλέπε σχετικά το έργο μου «Ο πόλεμος του 1897 και ο Δημήτριος Βικέλας», όπ.παρ.
[9] Πολλά από τα παραπεμπόμενα κείμενα στο εδώ πόνημα, ο αναγνώστης μπορεί να τα αναζητήσει στην ιστοσελίδα του συγγραφέα. «http://contogeorgis.blogspot.com» ή απλώς «κοσμοσύστημα«

Η ΕΡΤ ΤΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ !!!


Γιώργος Κουβαράς
(Δημοσιογράφος)
Είμαι 28 χρόνια δημοσιογράφος τα 20 στην τηλεόραση.

Έμαθα τηλεόραση στη δημόσια τηλεόραση της Γαλλίας, εργάσθηκα ως ανταποκριτής του ΜΕΓΚΑ στις Βρυξέλλες, συμπαρουσίαζα με τον Τσίμα και Τέλλογλου την εκπομπή «κόκκινο πανί» στον ΑΝΤ1 και τα τελευταία 7 χρόνια εργαζόμουν στην ΕΡΤ με συμβάσεις έργου παρουσιάζοντας τις εκπομπές ΣΤΡΙΠΤΙΖ, ΕΥΡΩΠΗ ΕΞΠΡΕΣ, ΤΡΑΝΖΙΤ FOCUS και Εurodoc… 

Παράλληλα έδινα έρευνες στα Δελτίο ΕΙδήσεων και συμμετείχα σε εκπομπές έκτακτης επικαιρότητας. Οι εκπομπές μου έφεραν βραβεία στην ΕΡΤ (καλύτερη κοινωνική εκπομπή το 2003 το ΣΤΡΙΠΤΙΖ) (παραβατικότητα ανηλίκων καλύτερο ντοκιμαντερ στο φεστιβάλ Σόφιας) κυρίως όμως πλούτισαν τα αρχεία της δημόσιας τηλεόρασης με εικόνα και σπάνιες συνεντεύξεις.Έχω πτυχίο πανεπιστημίου, μιλώ 4 γλώσσες και γνωρίζω να χειρίζομαι κάμερα και μοντάζ σε avid. 
Αυτή η εμπειρία ωστόσο δεν έφτασε για να ανανεωθεί η σύμβαση μου ενώ υπάρχουν ονόματα στην λίστα που εγκρίθηκε, που δεν έχουν ούτε τα τυπικά προσόντα (ένα χρόνο εργασίας στην τηλεόραση). Κάποια συνάδελφος δεν έχει ούτε μήνα. 
Με δεδομένα τα παραπάνω δηλώνω ότι προσφεύγω στη Δικαιοσύνη κατά της ΕΡΤ θεωρώντας ότι υπήρξε δόλος αναξιοκρατία και αδιαφάνεια στον διαγωνσμό, απαιτώ τη δημοσίευση των κριτηρίων για όλους όσοι εγκρίθηκαν (μεταξύ τους και πολλοί άξιοι συνάδελφοι)και ζητώ ασφαλιστικά μέτρα και ακύρωση του διαγωνισμού. 
 ——————————————————————————————–

Ονομάζομαι Νικόλας Περδικάρης.. 

…και εργάστηκα ως δημοσιογράφος στην ψηφιακή ΕΡΤ για περισσότερα από δυόμισι χρόνια (συνολικά 33 μήνες, μετά από άτυπη παράταση της σύμβασης μου). Διαθέτω πτυχίο σπουδών από το τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεταπτυχιακό στην Πολιτική Επικοινωνία και τις Νέες Τεχνολογίες από το ίδιο τμήμα, Proficiency στα αγγλικά, το αντίστοιχο δίπλωμα στα ιταλικά και φυσικά πιστοποιητικό για τη χρήση Ηλεκτρονικού Υπολογιστή.

Παρά το γεγονός ότι είμαι άτομο με κινητική αναπηρία (χρησιμοποιώ αναπηρικό αμαξίδιο) κατάφερα – και μάλιστα πολύ καλά, κατά γενική ομολογία προϊσταμένων και συναδέλφων – να εργαστώ ως ρεπόρτερ για την εκπομπή “Ρεπορτάζ Plus”, του ψηφιακού καναλιού “Info Plus”.

Όλα αυτά τα χρόνια, εργάστηκα με ιδιαίτερη αφοσίωση και ζήλο, αψηφώντας τις όποιες δυσκολίες αντιμετωπίζει ένας Ρεπόρτερ, ο οποίος δεν εκτελεί απλώς «δουλειά γραφείου», αλλά βρίσκεται συνέχεια σε κίνηση και πάντα σε ετοιμότητα. Δεδομένης και της κινητικής μου αναπηρίας, κατάφερα ουσιαστικά το ακατόρθωτο, αφού, για τις ανάγκες της δουλειάς, βρισκόμουν κυρίως έξω, στο δρόμο. Κάθε μέρα, πριν φύγω για «γύρισμα» πήγαινα στο Ραδιομέγαρο της ΕΡΤ με το αυτοκίνητό μου, μια και η απόσταση από το σπίτι μου είναι μικρή. Στο χώρο εργασίας μου, μπορούσα να είμαι και να νοιώθω ανεξάρτητος. Δούλευα για 10 ως 12 ώρες, με την ελπίδα, ότι, χάρη στην αφοσίωση μου, θα έχω και στο μέλλον αυτή τη δουλειά, που αγαπώ και χρειάζομαι για πολλούς λόγους. Παρόλα αυτά, η ανταμοιβή που εισέπραξα τελικά, ύστερα από τόσο κόπο και σωματική καταπόνηση, ήταν η επιδείνωση της υγείας μου.

Όταν (στις 19-1-2011) έψαξα για το όνομα μου, στη λίστα με τους προσληφθέντες δημοσιογράφους, (με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου) που δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο, δεν το βρήκα πουθενά. ΓΙΑΤΙ; Με ποια κριτήρια πραγματοποιήθηκαν άραγε οι προλήψεις των συναδέλφων; Ποια ήταν η διαδικασία που τηρήθηκε προκειμένου να επιλεγούν (προηγήθηκαν συνεντεύξεις ή μήπως όχι). Γιατί δεν είναι αρκετά τα δικά μου προσόντα; Ποιες είναι οι «διαφανείς και καθαρές διαδικασίες» που επικαλείστε, κύριε Πρωθυπουργέ; Με ποια κριτήρια επιλέγετε τους ανθρώπους που εργάζονται στην ΕΡΤ, κύριε Πρόεδρε και κύριοι Διευθύνοντες Σύμβουλοι; Χρειάζεται μήπως να προβάλλω την αναπηρία μου, για να έχω τελικά μια δικαίωση; Μήπως να ξεχάσουμε κάθε αίτημα για ίσες ευκαιρίες και ισότιμη μεταχείριση των ανθρώπων με ή χωρίς αναπηρία;

Τι να κάνουμε, για να έχουμε τη θέση που μας αξίζει, στο δικό σας κράτος διαφάνειας και δικαιοσύνης;

anergoidimosiografoi.blogspot.com

Κοινοβουλευτικό αίσχος!


του Θανάση Νικολαϊδη
Η Χούντα έπεσε, τα χρόνια πέρασαν, η δημοκρατία ρίζωσε στην Ελλάδα (των ηρωισμών και των αθλιοτήτων), ο κοινοβουλευτισμός έστρωσε νιες και παλικάρια στις έδρες τους και ήρθε η ώρα των «ρυθμίσεων». Για εαυτούς και αλλήλους, συγγενείς και απογόνους, λες κι ήταν σινάφι φορτοεκφορτωτών, μη τους φάνε τον ιδρώτα. Κόμματα και «αγωνιστές» τα βρήκαν. Οι φωνές χαμήλωσαν, οι τόνοι έπεσαν, οι κραυγές έγιναν ψίθυρος και οι «ιδεολογίες» το’ σκασαν απ’ το παράθυρο (του κοινοβουλίου)… 
ΚΑΠΟΙΟΙ (πολλοί) πολιτικοί, στο παρελθόν, στερήθηκαν το σπίτι, τα παιδιά τους. Σύρθηκαν οι παλιοί σε Μακρονήσια, μεταγενέστεροι στη Γυάρο κι όταν ο λαός τους τίμησε με μια έδρα στη βουλή, υπήρξαν σοφοί, σεμνοί και μετρημένοι. Κι αν όλοι τους δεν μπορούν να’ ναι σεμνοί π.χ. σαν τον Μανώλη Γλέζο, τους θέλαμε ίσους κι όμοιους με τον τελευταίο πολίτη. Τους επέλεξε το κόμμα και ο αρχηγός, τους εξέλεξε ο λαός, τους…  έπρεπε δόξα και τιμή, γι αυτό δεν έμειναν με το μυαλό κολλημένο σε αρχές και ιδεολογίες.
ΜΙΑ-δυο, λοιπόν, και το «κοντέρ» του βουλευτή γράφει διπλά, τριπλά για να’ ρθει η βουλευτική… καπέλο. Οι συγγενείς βολεύονται με νόμο, η «αποζημίωση» πάει με τον μισθό των δικαστών, οι ατέλειες χωρίς όρια δεν έχουν τελειωμό και η «πελατεία» έξω απ’ το γραφείο πιστοποιεί, «δικαιώνει» και… ενθαρρύνει.
ΣΤΗΘΗΚΕ το σκηνικό για «αμαρτίες» πολιτικών (με συνέργεια πολιτών) και η μπόχα, σαν άρωμα ακριβό, απλώθηκε στην Ελλάδα της διαφθοράς. Ωστόσο, τα προνόμια χωρίς μέλλον και κατοχύρωση δεν είναι προνόμια και «το φυλάξαι τ’ αγαθά χαλεπώτερον του κτήσασθαι». Κι αν αύριο πιάσεις πολιτικό αμαρτάνοντα, τι νόημα θα’ χει να συρθεί στα δικαστήρια; Κάποιος «υψηλόβαθμος» τον εμπνεύσθηκε κι ας μην το μαρτυράει, οι άλλοι συμφώνησαν, η πλειοψηφία τον ψήφισε και να σου ο νόμος «περί (μη) ευθύνης υπουργών»! Να και τα πέντε χρόνια παραγραφής (έναντι 20), ανοιχτός ο δρόμος για μίζες, κλεψιές και αμαρτίες και τα χέρια της δικαστικής εξουσίας δεμένα.
ΤΙ άλλο σοφίστηκαν και το ‘στρωσαν αριστοτεχνικά; Αν οι αμαρτήσαντες είναι «μικτοί», παύει η δίωξη των πολιτικών, συνεχίζεται εκείνη των λοιπών (διοικητικοί, υπάλληλοι κ.λπ.). Η κατάπτωση! Το αίσχος!! 
ΤΟΥΣ βλέπουμε πανικόβλητους ποιον θα «σώσουν», ποιον θα «δώσουν» και η σιχασιά μας δυναμώνει. Βλέπουμε τον (έντιμο και ικανό) Χ. Καστανίδη να «μερεμετίζει» (δεν γίνεται αλλιώς) έναν νόμο αμαρτωλό όσο οι ατιμώρητοι μιζαδόροι και μουντζώνουμε εαυτούς και αλλήλους.

Παράταση της προθεσμίας ηλεκτρονικής υποβολής επενδυτικών σχεδίων για τη δράση "digi-content"


Ανακοινώθηκε από την εταιρεία «ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΑΕ», του Υπουργείου Περιφερειακής Ανάπτυξης & Ανταγωνιστικότητας, η παράταση της προθεσμίας ηλεκτρονικής υποβολής επενδυτικών σχεδίων για τη δράση «digi-content», μέχρι την Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011 και ώρα 14:00.
Η Δράση απευθύνεται κυρίως σε εκδοτικές επιχειρήσεις, εφημερίδες και τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, καθώς επιδοτεί τη δημιουργία ψηφιακού περιεχομένου και τη διάθεση του μέσα από πολλαπλά εναλλακτικά ψηφιακά κανάλια (διαδίκτυο, ηλεκτρονικοί αναγνώστες βιβλίων, συσκευές κινητής τηλεφωνίας).
Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείται την ιστοσελίδα: http://www.digitalaid.gr 

Ημερίδα για το Πρόγραμμα "ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ", στην Αράχωβα


κλικ στην εικόνα

ΕΕ: 40 εκατ. ευρώ κεφάλαιο εκκίνησης για νεαρούς ερευνητές


Το ποσό των 40 εκατομμυριών ευρώ, που θα καλύψουν περισσότερες από 400 επιχορηγήσεις, θα χορηγηθεί σε ερευνητές που ξεκινούν την πρώτη τους απασχόληση πλήρους χρόνου στην έρευνα σε ευρωπαϊκό ερευνητικό ίδρυμα το 2011. 
Οι επιχορηγήσεις για έναρξη σταδιοδρομίας, ύψους 100 000 ευρώ, χρηματοδοτούνται από το πρόγραμμα της ΕΕ Marie Curie και αποσκοπούν να ενθαρρύνουν ευρωπαίους επιστήμονες να επιστρέψουν στην Ευρώπη, καθώς και να προσελκύσουν τους καλύτερους νεαρούς ερευνητές άλλων εθνικοτήτων να εργαστούν σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, επιχειρήσεις και άλλα ιδρύματα…

«Εάν θέλουμε να προαγάγουμε την επιστήμη και να υποστηρίξουμε την καινοτομία στην Ευρώπη, οφείλουμε να εξασφαλίσουμε ότι η Ευρώπη είναι ελκυστικός τόπος εργασίας για τους Ευρωπαίους ερευνητές· πρέπει να προσελκύσουμε επίσης τα καλύτερα ταλέντα από το εξωτερικό» δήλωσε η Ανδρούλλα Βασιλείου, Ευρωπαία Επίτροπος αρμόδια για θέματα εκπαίδευσης και για το πρόγραμμα Marie Curie. 
Σύμφωνα με το working paper (έγγραφο εργασίας) του 2010 του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OΟΣΑ) με θέμα την απασχόληση και την κινητικότητα των κατόχων διδακτορικού, έως και 30% των Ευρωπαίων κατόχων διδακτορικού εργάστηκαν εκτός της Ευρώπης την τελευταία δεκαετία, με σημαντικές ροές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. 
Ποιοι μπορούν να υποβάλουν αίτηση
Οι επιχορηγήσεις για έναρξη σταδιοδρομίας της ΕΕ προσφέρονται σε ερευνητές κάθε εθνικότητας. Η χρηματοδότηση στοχοθετείται στο μεταδιδακτορικό επίπεδο και δεν υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά το πεδίο της έρευνας. Η προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων λήγει στις 8 Μαρτίου 2011. Ένα ανεξάρτητο πάνελ κορυφαίων ευρωπαίων και διεθνών ειδικών αξιολογεί και επιλέγει τους καλύτερους ερευνητές για να λάβουν τις επιχορηγήσεις. 
naftemporiki.gr

ΤΙ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ


Την κατάργηση όλων των περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων, αλλά και ειδικές ρυθμίσεις για την άρση των περιορισμών στα επαγγέλματα που αναφέρονται στο μνημόνιο περιλαμβάνει το νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών για το άνοιγμα των «κλειστών» επαγγελμάτων.

Ειδικότερα, το νομοσχέδιο περιλαμβάνει με μια οριζόντια ρύθμιση, η οποία θα ισχύσει 4 μήνες μετά από την ψήφισή του, την κατάργηση όλων των περιορισμών (γεωγραφικούς, διοικητικούς, κ.λπ.), καθώς και των απαιτήσεων σε όλα ανεξαιρέτως τα επαγγέλματα, εκτός και εάν επιβάλλεται η διατήρησή τους από το δημόσιο συμφέρον… 

Επίσης, περιλαμβάνει και μια ειδική ρύθμιση για τα πέντε επαγγέλματα που αναφέρονται στο μνημόνιο (συμβολαιογράφοι, δικηγόροι, αρχιτέκτονες, μηχανικοί- αρχιτέκτονες, ορκωτοί λογιστές).

Το νομοσχέδιο εγκρίθηκε απόψε από το υπουργικό συμβούλιο, ενώ το επάγγελμα των φαρμακοποιών απελευθερώνεται με ειδικό νομοσχέδιο του υπουργείου Υγείας. Σύμφωνα με την εισήγηση του υπουργού Οικονομικών, Γιώργου Παπακωνσταντίνου, με το νομοσχέδιο αντιστρέφεται στην πράξη η λογική που ίσχυε έως σήμερα για τα λεγόμενα «κλειστά επαγγέλματα».

– Ο κανόνας γίνεται η ελεύθερη άσκηση ενός επαγγέλματος, εκτός και εάν επιβάλλεται η διατήρηση περιορισμών για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος.

– Καταργούνται συγκεκριμένοι περιορισμοί, που ισχύουν για τα επαγγέλματα που προβλέπονται στο μνημόνιο, δηλαδή του δικηγόρου, του συμβολαιογράφου, των μηχανικών- αρχιτεκτόνων και των ορκωτών ελεγκτών.

Ειδικότερα, στο γενικό (α΄ μέρος) σκέλος του νομοσχεδίου προβλέπεται η οριζόντια ρύθμιση, με την οποία καταργούνται:

– Περιορισμοί ως προς τον αριθμό των προσώπων που μπορούν να εξασκούν ένα επάγγελμα (πληθυσμιακά κριτήρια, numerus clausus)

– Η εξάρτηση της διοικητικής άδειας, από την ύπαρξη «πραγματικής ανάγκης» κατά τη ουσιαστική εκτίμηση της διοικητικής αρχής

– Οι γεωγραφικοί περιορισμοί στην άσκηση του επαγγέλματος

– Οι ελάχιστες αποστάσεις μεταξύ των ομοίων επαγγελματικών εγκαταστάσεων

– Οι προβλέψεις, είτε αποκλειστικής δυνατότητας διάθεσης, είτε απαγόρευσης διάθεσης είδους αγαθών, από ορισμένες κατηγορίες επαγγελματικών εγκαταστάσεων

– Η επιβολή ή η απαγόρευση ασκήσεως επαγγέλματος με ορισμένη εταιρική μορφή

– Οι περιορισμοί που σχετίζονται με τη συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο

– Η επιβολή υποχρεωτικών κατωτάτων ή ανωτάτων τιμών ή αμοιβών

– Η απαίτηση χορήγησης προηγούμενης διοικητικής άδειας για την άσκηση επαγγέλματος

Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, οι ανωτέρω περιορισμοί και απαιτήσεις καταργούνται 4 μήνες μετά από την ψήφιση του νόμου, εκτός εάν, μέσα στην ίδια τετράμηνη προθεσμία εκδοθεί Προεδρικό Διάταγμα, που θα επιτρέπει εξαιρέσεις για συγκεκριμένο επάγγελμα για λόγους επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος και ο περιορισμός που διατηρείται είναι πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για τη εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος (αρχή αναλογικότητας).

Στο β΄ σκέλος του , περιλαμβάνονται ρυθμίσεις για την άρση των περιορισμών στα επαγγέλματα των εξής κατηγοριών:

– Συμβολαιογράφοι (μείωση ελάχιστων αμοιβών και αύξηση του αριθμού των συμβολαιογράφων)

– Δικηγόροι (κατάργηση των μη αναγκαίων περιορισμών για ελάχιστες αμοιβές, την απαγόρευση της διαφήμισης, τους γεωγραφικούς περιορισμούς άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος)

– Αρχιτέκτονες (ελάχιστες αμοιβές)

– Μηχανικοί- Αρχιτέκτονες (ελάχιστες αμοιβές)

– Ορκωτοί ελεγκτές (ελάχιστες αμοιβές)

Συγκεκριμένα, το νομοσχέδιο προβλέπει τα εξής για κάθε ένα από τα πέντε επαγγέλματα:

Συμβολαιογράφοι

Οι συμβολαιογράφοι- κατά το Σύνταγμα- είναι δημόσιοι λειτουργοί, ασκούν δημόσια εξουσία και απολαύουν της συνταγματικής προστασίας της μονιμότητας. Συνεπώς η αμοιβή τους καθορίζεται υποχρεωτικά με νόμο.

Στο νομοσχέδιο:

– Προβλέπεται επανακαθορισμός της αναλογικής αμοιβής, ώστε να βαίνει μειούμενη όσο αυξάνει η αξία του αντικειμένου της συναλλαγής και για τις περιπτώσεις που η αξία του αντικειμένου της συναλλαγής υπερβαίνει ένα καθοριζόμενο με Προεδρικό Διάταγμα όριο, η αναλογική αμοιβή παύει να είναι υποχρεωτική και μπορεί να συμφωνείται μικρότερη αμοιβή του συμβολαιογράφου.

Δικηγόροι

Με το νομοσχέδιο:

– Καταργούνται οι γεωγραφικοί περιορισμοί στην άσκηση της δικηγορίας: κάθε δικηγόρος μπορεί να ασκεί το επάγγελμά του σε οποιοδήποτε δικαστήριο της χώρας.

– Καταργούνται οι υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές και το σύστημα προείσπραξης της αμοιβής από τον Δικηγορικό Σύλλογο. Η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία. Υποχρεούται να προκαταβάλλει ο ίδιος (όχι ο πελάτης του) τις νόμιμες εισφορές και κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών ταμείων και τρίτων στον Δικηγορικό Σύλλογο.

– Προκειμένου να υπολογίζονται και να εισπράττονται οι νόμιμες κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών ταμείων και τρίτων, διατηρούνται τα ποσά που ορίζονται σήμερα ως «ελάχιστες αμοιβές», ως ποσά όμως αναφοράς, επί των οποίων υπολογίζονται και εισπράττονται οι εισφορές.

– Προκειμένου να επιδικάζονται οι δικαστικές δαπάνες, καθώς και οι αμοιβές των δικηγόρων όταν ελλείπει έγκυρη έγγραφη συμφωνία ή όταν διορίζονται από το δικαστήριο για να συνδράμουν πολίτες με ιδιαίτερα χαμηλά εισοδήματα, διατηρούνται ως «νόμιμες» αμοιβές (όχι ως «ελάχιστες») τα σημερινά ποσά των αμοιβών για τις δικαστικές πράξεις μόνον (όχι για τις εξώδικες εργασίες).

Νόμιμοι ελεγκτές (ορκωτοί λογιστές)

– Καταργείται το ελάχιστο υποχρεωτικό ωρομίσθιο που ισχύει σήμερα.

Αρχιτέκτονες και Μηχανικοί

Στο νομοσχέδιο για αρχιτέκτονες και μηχανικούς προβλέπονται:

Ιδιωτικά έργα

– Καταργούνται οι ελάχιστες υποχρεωτικές αμοιβές

– Καταργείται το σύστημα είσπραξης της αμοιβής του μηχανικού μέσω του ΤΕΕ.

– Προκειμένου να διασφαλιστούν οι πόροι των ασφαλιστικών ταμείων, οι οποίοι σήμερα παρακρατούνται από το ΤΕΕ και αποδίδονται, διατηρούνται τα ισχύοντα ποσά των ελάχιστων υποχρεωτικών αμοιβών, ως ποσά αναφοράς όμως μόνο, για τον υπολογισμό των κρατήσεων. Ο μηχανικός οφείλει να τις καταβάλλει στο ΤΕΕ.

– Τα ίδια ποσά διατηρούνται ως «νόμιμες αμοιβές» για την περίπτωση μη έγκυρης έγγραφης συμφωνίας, προκειμένου τα δικαστήρια να προσδιορίσουν την εύλογη και δίκαιη αμοιβή των μηχανικών.

Μελέτες δημοσίων έργων

– Οι συμμετέχοντες στους διαγωνισμούς μελετών δημοσίων έργων, υποβάλλουν ελεύθερα την οικονομική προσφορά τους, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προεκτιμημένης αμοιβής.

– Σε περίπτωση υπερβολικά χαμηλών προσφορών, η αναθέτουσα αρχή δεν απορρίπτει την προσφορά, αλλά καλεί τον υποψήφιο να δικαιολογήσει το ύψος.

Όπως ανέφερε ο υπουργός Οικονομικών στο υπουργικό συμβούλιο, περιορισμούς στην νόμιμη άσκηση ενός επαγγέλματος μπορεί να θέτει μόνο η προστασία του δημοσίου συμφέροντος και καμία άλλη δύναμη. Σύμφωνα με την εισήγηση του κ. Παπακωνσταντίνου, η διατήρηση των υφιστάμενων περιορισμών:

– Περιορίζει τον ανταγωνισμό και τη δυναμική ανάπτυξης συγκεκριμένων κλάδων

– Αυξάνει το κόστος για τους καταναλωτές και τους επαγγελματίες

– Αποτρέπει και αποκλείει σε άτομα την άσκηση ενός συγκεκριμένου επαγγέλματος, παρά το γεγονός ότι έχουν ή θα μπορούσαν να αποκτήσουν τα τυπικά προσόντα

– Οι αδικαιολόγητοι περιορισμοί δημιουργούν αίσθηση αδικίας και προνομιακής μεταχείρισης συγκεκριμένων ομάδων (με οικονομική και κοινωνική ισχύ) με αδικαιολόγητες επιβαρύνσεις για τους πολίτες.

Ο υπουργός επισήμανε ότι με το «άνοιγμα» των «κλειστών» επαγγελμάτων θα υπάρξουν οφέλη τόσο για την οικονομία, όσο και για τους πολίτες. Αυτά, θα είναι η μείωση στην τιμή των παρεχόμενων υπηρεσιών, η διευκόλυνση των νέων και των νεοεισερχόμενων επαγγελματιών στην πρόσβαση στην αγορά εργασίας, η μεσομακροπρόθεσμη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών επίσης ως συνέπεια της αύξησης του ανταγωνισμού, καθώς και η αύξηση της παραγωγικότητας και ο εκσυγχρονισμός του συνόλου της οικονομίας.

newsit.gr
Αρέσει σε %d bloggers: