Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Οδυσσέας Ελύτης

Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του νομπελίστα ποιητή μας Οδυσσέα Ελύτη και 100 χρόνια από το θάνατο του μεγάλου μας πεζογράφου Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Σε μια προσπάθεια να τιμήσουμε και τους δύο, δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το δοκίμιο του ποιητή «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη»…

 

——-

Το φως του Παπαδιαμάντη βρίσκεται μάλλον πιο κοντά στο πανάρχαιο λυχνάρι. Αλλά σ’ ένα λυχνάρι το φως, αν υπάρχει, οφείλεται στο λάδι. Θησαυρισμένο το δικό του από τους ελαιώνες των παιδικών του χρόνων, άργησε ν’ ανέβει στο φιτίλι. Χρόνια και χρόνια φυλαγμένο στο υποσυνείδητό του, γαλήνευε, καταστάλαζε, λαμπικάριζε όλα της παιδικής ηλικίας τα περιστατικά, μ’έναν τρόπο που θα έδινε το δικαίωμα να υποστηρίξει κανείς πως η ωρίμανση του συγγραφέα γινόταν εν αγνοία του εκεί, σε μια περιοχή όπου ο άνθρωπος δε διαθέτει την κουτή ευφυϊα να ξεχωρίζει αυτά που βλέπει απ’ αυτά που αισθάνεται. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει.

——-

Να που βρίσκεται η αληθινή μαγεία του Παπαδιαμάντη. Δε ζητά να τεντώσει τα νεύρα μας, να σείσει πύργους και να επικαλεστεί τέρατα. Οι νύχτες του, ελαφρές σαν το γιασεμί, ακόμη και όταν περιέχουν τρικυμίες, πέφτουν επάνω στην ψυχή μας σαν μεγάλες πεταλούδες που αλλάζουν ολοένα θέση, αφήνοντας μια στιγμή να δούμε στα διάκενα τη χρυσή παραλία όπου θα μπορούσαμε να’ χαμε περπατήσει χωρίς βάρος, χωρίς αμαρτία. Είναι εκεί που βρίσκεται το μεγάλο μυστικό¨ αυτό το «θα μπορούσαμε» είναι ο οίακας που δε γίνεται να γυρίσει, μόνο μας αφήνει με το χέρι μετέωρο ανάμεσα πίκρα και γοητεία, προσδοκώμενο και άφταστο. «Σαν να’χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.»

——-

Η μεγάλη τέχνη βρίσκεται οπουδήποτε ο άνθρωπος κατορθώνει ν’ αναγνωρίζει τον εαυτό του και να τον εκφράζει με πληρότητα μες στο ελάχιστο.

ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΒΟΙΩΤΙΑΣ
(ποίημα του Ο. Ελύτη)
Εδώ που η έρημη ματιά φυσάει τις πέτρες και τ’ αθάνατα
Εδώ που ακούγονται βαθιά τα βήματα του χρόνου
Που ανοίγουνε μεγάλα σύννεφα χρυσά εξαφτέρυγα
Πάνω από τη μετόπη τ’ ουρανού
Πες μου από πού ξεκίνησε η αιωνιότητα
Πες μου ποιο σημάδι που πονείς
Και ποιο το ριζικό της ελεμίνθας
Ώ γη της Βοιωτίας που σε φέγγει ο άνεμος
Τι γίνηκεν η ορχήστρα των γυμνών χεριών κάτω απ’ τ’ ανάχτορα
Το έλεος που ανέβαινε σαν ιερός καπνός
Κι η κλαγγή που ξημέρωνε τη φρίκη των λαών
Όταν ο ήλιος έμπαινε σα θρίαμβος
Όταν η μοίρα σπάραζε στη λόγχη της καρδιάς
Κι άναβαν τα εμφύλια κελαηδίσματα
Τι γίνηκαν οι αθάνατες μάρτιες σπονδές
Οι ελληνικές γραμμές μες στο νερό της χλόης
Λαβώθηκαν τα μέτωπα κι οι αγκώνες
Ο χρόνος από τον πολύ ουρανό κύλησε ρόδινος
Οι άνθρωποι προχωρήσανε
Γεμάτοι οδύνη και όνειρο
Στυφή μορφή! Εξευγενισμένη από τον άνεμο
Θύελλας καλοκαιρινής που τα πυρρόξανθα ίχνη
Αφήνει στις γραμμές των λόφων και των αετών
Στις γραμμές της παλάμης σου του πεπρωμένου
Τι ξέρεις ν’ αντικρίζεις και τι ξέρεις να φορείς
Ντυμένη από τη μουσική των χόρτων και πως προχωρείς
Μέσα απ’ τα ρείκια ή τις αλισφακιές
Στο τελικό σημείο του βέλους
Σ’ αυτό το κοκκινόχωμα της Βοιωτίας
Μέσα στων βράχων το ερημικό εμβατήριο
Θ’ ανάψεις τα χρυσά δεμάτια της φωτιάς
Θα ξεριζώσεις την κακή καρποφορία της θύμησης
Θ’ αφήσεις μια πικρή ψυχή στην άγρια μέντα!
omada-anagnosis.blogspot.com

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

«Το επ’ εμοί, ενόσω ζώ και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω πάντοτε να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστό μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια Ελληνικά ήθη». Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου του 1851 και πέθανε στις 3 Ιανουαρίου του 1911, στη Σκιάθο. Ο πατέρας του, Αδαμάντιος Εμμανουήλ, ήταν ιερέας. Μεγαλώνοντας σε τέτοιο οικογενειακό περιβάλλον ήταν φυσικό ο Αλέξανδρος να επηρεαστεί και να συνδεθεί με μια βαθιά ευλάβεια με τον χριστιανισμό και τα εκκλησιαστικά γενικότερα.

Παρόλη τη φτώχεια και τη στέρηση που συνόδεψε τα παιδικά του χρόνια ο Παπαδιαμάντης αγαπάει τα γράμματα και καταφέρνει με πολλές δυσκολίες, μετά από πολλές διακοπές να τελειώσει το γυμνάσιο και να γραφτεί στην φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Όμως δεν θα καταφέρει ποτέ να τελειώσει τις σπουδές του. Παραδίδει μαθήματα για να βγάλει τα προς το ζην και παράλληλα μελετάει με πάθος αρχαία ελληνική γραμματεία αλλά και την Ευρωπαϊκή λογοτεχνία της εποχής του. Μαθαίνει μόνος του αγγλικά και γαλλικά.
Για να ζήσει κάνει μεταφράσεις, δουλεύει ως διορθωτής σε εκδόσεις και δημοσιεύει κείμενα σε εφημερίδες και περιοδικά. Ταυτόχρονα αρχίζει να εκπληρώνει το όνειρο του να γίνει συγγραφέας και κάνει την είσοδο του στα ελληνικά γράμματα με το μυθιστόρημα » Η μετανάστις » που δημοσιεύεται στον Νεολόγο της Πόλης.

Ο κυρ Αλέξανδρος για τους απλούς ανθρώπους που τον γνωρίζουν αλλά και για τους νεους λογοτέχνες της εποχής που τον συναντούν στο στέκι του, το καφενεδάκι της δεξαμενής, εντυπωσιάζει με την πλατιά του μόρφωση αλλά και με τα μυθιστορήματα και διηγήματα του που δημοσιεύει. Εντυπωσιάζει επίσης με την ασκητική μορφή του αλλά και την ασκητική ζωή του. Διάφορα οικογενειακά προβλήματα, η οικονομικές του δυσκολίες αλλά και ο θάνατος του αδερφού του, τον οδηγούν στον αλκοολισμό.

Το 1908 αποφασίζει να επιστρέψει στο αγαπημένο του νησί την Σκιάθο για να βρει την ηρεμία και τη γαλήνη που του τόσο πολύ του έλειψαν, έστω στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Πεθαίνει μετά από μια σύντομη αρρώστια ενώ λίγες μέρες πριν το ελληνικό κράτος που μέχρι τότε δεν τον είχε βοηθήσει σε τίποτε, τον παρασημοφορεί αναγνωρίζοντας την μεγάλη του πνευματική προσφορά.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στα ελληνικά γράμματα. Γράφει σε μια ιδιότυπη αρχαΐζουσα καθαρεύουσα που πιθανόν να χρειάζεται μετάφραση για κάποιον που μιλάει μόνο δημοτική, ενώ τους διαλόγους των απλών ανθρώπων του νησιού του που είναι και οι περισσότεροι ήρωες των διηγημάτων του, τους γράφει στο δημοτική ντοπιολαλιά της Σκιάθου. Παρόλα αυτά τα κείμενα του έχουν τεράστια εκφραστική δύναμη. «Ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων» κατέχει δικαιωματικά μια θέση στο πάνθεον των πιο σημαντικών Ελλήνων λογοτεχνών.

Έργα του
H Μετανάστις
Η Έκπτωτος Ψυχή
Oι Έμποροι των Εθνών
Η Γυφτοπούλα
Το Χριστόψωμο
Η Χήρα Παπαδιά
H Υπηρέτρια.
Η Σταχτομαζώχτρα.
Εξοχική Λαμπρή
Η Μαυρομαντηλού
Ο Φτωχός Άγιος
Ο Αμερικάνος και άλλα
Στο Χριστό στο Κάστρο
Ο Τυφλοσύρτης
Βαρδιάνος στα Σπόρκα
Της Κοκώνας το σπίτι
Η Νοσταλγός
Η Γλυκοφιλούσα
Πατέρα στο σπίτι
Άγια και Πεθαμένα
Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη
T’αγνάντεμα
Tα Δαιμόνια στο ρέμμα
Υπό την Βασιλικήν Δρύν
Η Φόνισσα
Η Φωνή του Δράκου
Ο Πεντάρφανος
Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου
Φορτωμένα Κόκκαλα
Το Μοιρολόγι της Φώκιας
Τα Δυο Τέρατα
booksinfo.gr
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Ο Οδυσσέας Ελύτης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλη) γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, γιος του εργοστασιάρχη σαπωνοποιίας και πυρηνελαιουργίας Παναγιώτη Θ. Αλεπουδέλη και της Μαρίας το γένος Βρανά, που κατάγονταν από τη Μυτιλήνη. Είχε τέσσερις αδερφούς και μια αδερφή τη Μυρσίνη, που πέθανε σε ηλικία είκοσι χρόνων το 1918. Το 1914 το εργοστάσιο μεταφέρθηκε στον Πειραιά και η οικογένεια Αλεπουδέλη εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Λόγω της πολιτικής τοποθέτησής του υπέρ του Βενιζέλου, ο Παναγιώτης Αλεπουδέλης φυλακίστηκε και η οικογένειά του διώχτηκε (1920).

Ο Οδυσσέας φοίτησε στο ιδιωτικό λύκειο Δ.Ν.Μακρή (1917-1924) με δασκάλους μεταξύ άλλων τους Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο, Ι.Θ. Κακριδή και Γιάννη Αποστολάκη. Σε παιδική και νεανική ηλικία ταξίδεψε στην Ελλάδα (κυρίως στα νησιά του Αιγαίου) και την Ευρώπη. Το 1924 γράφτηκε στο Γ΄ Γυμνάσιο Αρρένων στην Αθήνα (από όπου αποφοίτησε το 1928) και άρχισε να γράφει στη Διάπλαση των Παίδων. Το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου πέθανε ο πατέρας του από πνευμονία. Από το 1927 ξεκίνησε το εντεινόμενο ενδιαφέρον του για τη λογοτεχνία. 
Το 1929 θεωρείται ως ορόσημο στη ζωή του Ελύτη. Τότε ήρθε σε επαφή με τον Υπερρεαλισμό, μέσω της ποίησης του Λόρκα και του Ελυάρ και έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Τον επόμενο χρόνο γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1933 έγινε μέλος της Ιδεοκρατικής Φιλοσοφικής Ομάδας του Πανεπιστημίου, μαζί με τους Κωνσταντίνο Τσάτσο, Π.Κανελλόπουλο, Θεόδωρο Συκουτρή και άλλους. Το 1935 ταξίδεψε στη Μυτιλήνη μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, όπου γνώρισε τη ζωγραφική του Θεόφιλου. Γνωρίστηκε επίσης με τους Κ.Γ.Κατσίμπαλη, Γιώργο Σεφέρη, Γιώργο Θεοτοκά και Α.Καραντώνη, ιδρυτές των Νέων Γραμμάτων, όπου πρωτοδημοσίευσε ποιήματα με το ψευδώνυμο Ελύτης. Το 1936 γνωρίστηκε με τον μετέπειτα στενό φίλο του Νίκο Γκάτσο και στο τέλος του χρόνου κατατάχτηκε στο στρατό, στη σχολή εφέδρων αξιωματικών της Κέρκυρας. Στα τέλη του 1937 μετατέθηκε στην Αθήνα και απολύθηκε το 1938. Το 1940 κατατάχθηκε στη Βόρειο Ήπειρο. Ένα χρόνο αργότερα κινδύνεψε να πεθάνει από κοιλιακό τύφο και γύρισε στην Αθήνα. Το 1945 διορίστηκε διευθυντής προγράμματος της νεοσύστατης τότε Ελληνικής Ραδιοφωνίας με εισήγηση του Γιώργου Σεφέρη (παραιτήθηκε ένα χρόνο αργότερα) και συνεργάστηκε με τα περιοδικά Νέα Γράμματα και Αγγλοελληνική Επιθεώρηση. Από το 1948 ως το 1951 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, από όπου ταξίδεψε στην Ισπανία, την Ιταλία και την Αγγλία. Στο Λονδίνο γνωρίστηκε με το Mario Vitti και τον Pablo Picasso. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα έγινε μέλος της Ομάδας των Δώδεκα (1952-1953), έγινε μέλος του Δ.Σ. του Θεάτρου Τέχνης(1953), του Ελληνικού Χοροδράματος (1955) και επαναδιορίστηκε στην Ελληνική Ραδιοφωνία (από το 1953 ως τη νέα παραίτησή του το 1954). 
Συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο Τέχνης ως μεταφραστής. Το 1960 πέθαναν η μητέρα του και ο αδελφός του Κωνσταντίνος. Από το 1961 ταξίδεψε στην Αμερική, τη Σοβιετική Ένωση, τη Βουλγαρία. Το 1965 χρονολογείται και η έναρξη της ενασχόλησής του με τη ζωγραφική και το κολάζ. Μετά το πραξικόπημα του 1967 κατέφυγε στο Παρίσι (1969) και το 1970 ταξίδεψε για τέσσερις μήνες στην Κύπρο (στην Κύπρο ξαναπήγε το 1973). Το 1974 έγινε πρόεδρος του Δ.Σ. της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης. Πέθανε το Μάρτη του 1996 στην τελευταία του κατοικία στην οδό Σκουφά. 
Η πρώτη επίσημη εμφάνιση του Οδυσσέα Ελύτη στο χώρο της λογοτεχνίας πραγματοποιήθηκε το 1939 με την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής του με τίτλο Προσανατολισμοί. Το 1942 δημοσίευσε το δοκίμιο Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου και το 1943 εκδόθηκε η ποιητική συλλογή του Ήλιος ο Πρώτος. Ακολούθησαν μεταξύ άλλων το Άξιον Εστί (1959), οι Έξι και μια τύψεις για τον ουρανό (1960), το Μονόγραμμα (στις Βρυξέλλες), το Φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά και ο Ήλιος ο Ηλιάτορας (1971), η Σαπφώ και ο Μικρός Ναυτίλος (1984), τα Ελεγεία της Οξώπετρας (1991), και οι τελευταίες του συλλογές Δυτικά της λύπης και Ο κήπος με τις αυταπάτες (1995).
Ο Οδυσσέας Ελύτης τιμήθηκε με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1960) , το Παράσημο Ταξίαρχου του Φοίνικος (1965), με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας (1979), με το Χρυσό Μετάλλιο Τιμής του Δήμου Αθηναίων (1982), με το βραβείο Μεσόγειος της Κοινότητας των Μεσογειακών Πανεπιστημίων (1988), με το Παράσημο του Ανώτατου Ταξίαρχου της Λεγεώνας της Τιμής στο Παρίσι (1989). Το 1972 αρνήθηκε βραβείο θεσπισμένο από τη δικτατορία και το 1977 αρνήθηκε την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού. Το 1987 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων της Ρώμης και της Αθήνας. Εκτός από το ποιητικό του έργο στην Ελλάδα κυκλοφόρησαν ο τόμος κριτικών κειμένων του Ανοιχτά χαρτιά (1974), ποιητικές και θεατρικές μεταφράσεις του, δοκίμια και πεζογραφήματα. Εικαστικά έργα του παρουσιάστηκαν το 1980 σε έκθεση με κολάζ του και τίτλο Συνεικόνες στην Αθήνα, το 1988 στο Beaubourg της Γαλλίας και το 1992 στο Μουσείο μοντέρνας Τέχνης της Άνδρου. 
Ο Οδυσσέας Ελύτης τοποθετείται από τους ιστορικούς της λογοτεχνίας στους κορυφαίους έλληνες ποιητές του αιώνα μας. Με την ποίησή του υπέταξε τα λεγόμενα ορθόδοξα σχήματα της λογοτεχνικής έκφρασης του υπερρεαλιστικού ρεύματος στην έκφραση της δια βίου πνευματικής αγωνίας του για τον ορισμό της νεοελληνικής ταυτότητας σε σχέση με τη Δύση. Έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. 


Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις) 1

Ι.Ποίηση
• Προσανατολισμοί. Αθήνα, 1936. (ανάτυπο από το περ. Τα Νέα Γράμματα1 , 11/1935, σ.585-588).
• Οι κλεψύδρες του αγνώστου. Αθήνα, 1937. (ανάτυπο από τα “Επτά νυχτερινά επτάστιχα”, Μακεδονικές Ημέρες5 (Θεσσαλονίκη), 1-2/1937, σ.1-3.
• Προσανατολισμοί. Αθήνα, Πυρσός, 1940.
• Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα. Αθήνα, Ο Γλάρος, 1943.
• Το Άξιον Εστί. Αθήνα, Ίκαρος, 1959.
• Έξη και μια τύψεις για τον ουρανό. Αθήνα, Ίκαρος, 1960.
• Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας. Αθήνα, Ίκαρος, 1962.
• Θάνατος και ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Αθήνα, 1971.
• Ο Ήλιος ο ηλιάτορας. Αθήνα, Ίκαρος, 1971.
• Το φωτόδεντρο και Η δέκατη τέταρτη ομορφιά. Αθήνα, Ίκαρος, 1971.
• Το Μονόγραμμα. Famagouste (Chypre), Les Editions de l’ Oiseau, 1971 (πρώτη έκδοση στην Αθήνα, Ίκαρος, 1972).
• Τα ρω του έρωτα. Αθήνα, Αστερίας, 1972.
• Ο Φυλλομάντης. Αθήνα, Αστερίας, 1973.
• Τα ετεροθαλή. Αθήνα, Ίκαρος, 1974.
• Villa Natacha . Θεσσαλονίκη, τραμ, 1973.
• Η καλωσύνη στις λυκοποριές. Espana, Dimitri, 1977.
• Μαρία Νεφέλη. Αθήνα, Ίκαρος, 1978.
• Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας. Αθήνα, Ίκαρος, 1982.
• Ωδή στη Σαντορίνη · Με ένα σχέδιο του Γεράσιμου Στέρη. Αθήνα, Αρχείο Θηραϊκών Μελετών – Συλλογή Δημήτρη Τσίτουρα, 1984.
• Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου. Αθήνα, Ύψιλον/βιβλία, 1984.
• Ο μικρός ναυτίλος. Αθήνα, Ίκαρος, 1985.
• Ιουλίου λόγος. Αθήνα, 1991.
• Τα ελεγεία της οξώπετρας · Προμετωπίδα Κώστα Πανιαρα. Αθήνα, Ίκαρος, 1991.
• Η ποδηλάτισσα · Εικόνες Ελένη Καλοκύρη · Δημήτρης Καλοκύρης. Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1991.
• Δυτικά της λύπης. Αθήνα, Ίκαρος, 1995.
• Εκ του πλησίον. Αθήνα, Ίκαρος, 1998.
ΙΙ.Μεταφράσεις
• Paul Eluard · Ποιήματα · Εισαγωγή και απόδοση Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, τυπ.Σεργιάδη, 1936. (ανάτυπο των «Paul Eluard · Ποιήματα Ι-ΙΧ», Τα Νέα Γράμματα2, 3/1936, σ.232-236 και «Paul Eluard · (Une seule vision variee a l’ infini)», Τα Νέα Γράμματα2, 3/1936, σ.227-232)
• Paul Eluard · Από το «Δημόσιο Ρόδο» · Ελληνική απόδοση Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, τυπ. Σεργιάδη, 1936. (ανάτυπο από το «Paul Eluard · Από το Δημόσιο Ρόδο», Τα Νέα Γράμματα2, 11/1936, σ.854-860.
• Pierre Jean Jouve · Ποιήματα · Εισαγωγή και απόδοση Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, τυπ. Σεργιάδη, 1938. (ανάτυπο από τα «Pierre Jean Jouve · Ποιήματα Ι-ΧΧVΙΙ», Τα Νέα Γράμματα4, 10-12/1938, σ.761-773 και «Pierre Jean Jouve», Τα Νέα Γράμματα4, 10-12/1938, σ.754-760)
• Ζαν Ζιρωντού · Νεράιδα · Ονειρόδραμα σε τρεις πράξεις · Μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη, 1973.
• Μπέρτολντ Μπρεχτ · Ο κύκλος με την κιμωλία στον Καύκασο · Θρύλος σε πέντε πράξεις · Μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, Εταιρία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1974.
• Δεύτερη Γραφή · Arthur Rimbaud – Comte de Lautreamont – Paul Eluard – Pierre Jean Jouve – Giuseppe Ungaretti – Federico Garcia Lorca – Vladimir Maiakovski. Αθήνα, Ίκαρος, 1976.
• Σαπφώ · Ανασύνθεση και απόδοση Οδυσσέας Ελύτης. Αθήνα, Ίκαρος, 1984.
• Ιωάννης · Η Αποκάλυψη · Μορφή στα νέα ελληνικά Οδυσσέας Ελύτης. Αθήνα, Ύψιλον/βιβλία, 1985.
• Κριναγόρας · Μορφή στα ελληνικά Οδυσσέας Ελύτης. Αθήνα, Ύψιλον/βιβλία, 1987.
• Ζαν Ζενέ, Οι Δούλες. Αθήνα, Ύψιλον/Βιβλία, 1994.
ΙΙΙ.Δοκίμιο – Πεζά – Λευκώματα
• Ανοιχτά χαρτιά. Αθήνα, Αστερίας, 1974.
• Ο ζωγράφος Θεόφιλος. Αθήνα, Αστερίας, 1973.
• Η μαγεία του Παπαδιαμάντη. Αθήνα, Ερμείας, 1976.
• Σηματολόγιον. Αθήνα, Ερμείας, 1977.
• Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο. Θεσσαλονίκη, τραμ, 1978.
• Το δωμάτιο με τις εικόνες · Κείμενο Ευγένιος Αρανίτσης. Αθήνα, Ίκαρος, 1986.
• Ιδιωτική οδός. Αθήνα, Ύψιλον/βιβλία, 1989.
• Τα δημόσια και τα ιδιωτικά. Αθήνα, Ίκαρος, 1990.
• Οδυσσέας Ελύτης. Άνδρος, Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, 1992.
• Εν λευκώ. Αθήνα, Ίκαρος, 1992.
• Οδυσσέας Ελύτης. Αθήνα, Ίκαρος, 1996.
• Ο κήπος με τις αυταπάτες. Αθήνα, Ύψιλον/βιβλία, 1995.

sites.google.com

Posted on 5 Μαρτίου 2011, in Αφιερώματα, Λογοτεχνία-Ποίηση. Bookmark the permalink. 5 Σχόλια.

  1. ΕΥΓΕ,ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΥΨΗΛΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ.ΔΗΜΗΤΡΗΣ.

  2. Θά πενθώ πάντα — μ’ακούς; — γιά σένα,
    μόνος,στόν Παράδεισο

    Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
    Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
    Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

    Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

    Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
    Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
    Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.

    ΙΙ.

    Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
    Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
    Εάν είναι αλήθεια

    Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
    Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
    Τά «πίστεψέ με» και τα «μή»
    Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική

    Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
    Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
    Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
    Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
    Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
    Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
    Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
    τούς καταρράχτες

    Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
    Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
    Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
    Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

    Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
    Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
    Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.

    ΙΙΙ.

    Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

    Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
    Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
    Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
    Νά μαδάω γιασεμιά –κι έχω τή δύναμη
    Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
    Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
    Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

    Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
    Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
    Πώς λές ψιθυριστά τό «τί» καί τό «έ»
    Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
    Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

    Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
    Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
    Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
    Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
    Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
    Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
    Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
    Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
    Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:

    Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
    Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
    Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
    Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
    Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

    Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
    Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
    Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
    Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
    Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
    Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
    Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

    Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

  3. ΙV.

    Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
    Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
    Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
    Μαχαίρι
    Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
    Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
    Είμ’εγώ,μ’ακούς
    Σ’αγαπώ,μ’ακούς
    Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
    Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
    Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

    Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

    Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
    Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
    Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
    Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
    Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
    Τών ανθρώπων
    Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει

    Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
    Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
    Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
    Όπου κάποτε οί φιγούρες
    Τών Αγίων
    Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
    Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
    Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
    Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
    Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
    Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

    Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
    Τής αγάπης
    Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
    Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
    Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
    Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
    Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

    Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

    Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
    Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
    Μές στή μέση τής θάλασσας
    Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
    Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
    Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
    Άκου,άκου
    Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει — ακούς;
    Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
    Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.

    V.

    Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
    Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
    Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
    Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
    Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
    Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
    Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

    Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
    Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
    Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
    Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

    Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
    Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
    Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

    Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
    Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
    Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
    Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
    Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
    Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
    Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

    Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
    Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
    Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

    Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
    Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
    Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
    Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια

    Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
    Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
    Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
    Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
    Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
    Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
    Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.

  4. VI.

    Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
    Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
    Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
    Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
    Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
    Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
    τής θάλασσας

    Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
    Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
    Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
    Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

    Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

    Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
    Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
    Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
    Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

    Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
    νεογέννητο
    Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
    Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
    Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
    Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
    Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !

    VII.

    Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
    Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

    Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
    Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
    Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

    Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
    και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.

    Οδυσσέας Ελύτης <>

  5. «ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ»

Γράψτε απάντηση στο σταγόνα Ακύρωση απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: