Category Archives: Άνθρωποι των Θαυμάτων

Ο ποιητής και φιλόσοφος…Χαλίλ Γκιμπράν


Ο Χαλίλ Γκιμπράν (1883-1931), γνωστός σαν Αθάνατος Προφήτης του Λιβάνου και Σοφός της Εποχής του, γεννήθηκε στη διάσημη πόλη Μπεχάρη. Γονείς του ήταν ο Χαλίλ Γκιμπράν και η Καμίλλα. Σπούδασε στο Μπεχάρη, το Λίβανο, τη Βηρυτό και τη Βοστόνη. Τέλειωσε τη «Σχολή Σοφίας» και έπειτα ταξίδεψε σ’ ολόκληρη τη Συρία και το Λίβανο για να επισκεφτεί τους ιστορικούς χώρους και τα ερείπια του αρχαίου πολιτισμού. Έπειτα σπούδασε τρία χρόνια στη σχολή καλών τεχνών στο Παρίσι και τελειώνοντας γύρισε να ζήσει στη Νέα Υόρκη. Ο τόνος της θλίψης που εμφανίζεται τόσο συχνά στα ποιήματα, τα διηγήματα και τα γράμματα του Χαλίλ Γκιμπράν, μπορεί να αποδοθεί στις ατυχίες που γνώρισε στα νιάτα του, όπως και το θάνατο των αδερφών του και της μητέρας του, που λάτρευε… 
Ο Γκιμπράν ήταν επαναστάτης και αγωνιστής, αφού πολεμούσε διαρκώς για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ήταν μεγάλος φιλόσοφος και έχει θίξει μέσα στα βιβλία του ένα μεγάλο φάσμα θεμάτων. Το κράμα δυτικής και ανατολικής σοφίας που υιοθέτησε ο Γκιμπράν στα γραπτά του, όπως επίσης και ο πλούσιος πνευματικός και αισθηματικός κόσμο που διέθετε, έγιναν η αιτία να γίνει αγαπητός σε πολλούς αναγνώστες σε όλο τον κόσμο, αφού τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. 
Βιβλία του ιδίου: Αυτοπροσωπογραφία, Άμμος και Αφρός, Τα σπασμένα φτερά, Σκέψεις και διαλογισμοί, Ο τρελός, Ο προφήτης – Ο κήπος του προφήτη, Ανυπόταχτες Ψυχές κ.τ.λ. 

«Υπάρχει κάτι στη ζωή μας που είναι ευγενέστερο και ανώτερο από τη δόξα. Και αυτό το ‘κάτι’ είναι η μεγάλη πράξη που επικαλείται τη δόξα. Αισθάνομαι μέσα μου μια κρυμμένη δύναμη που επιθυμεί να καλύψει τη γύμνια της με ένα όμορφο ρούχο από μεγάλες πράξεις. Αυτό με κάνει να αισθάνομαι ότι ήρθα σ’ αυτό τον κόσμο για να γράψω το όνομα μου με μεγάλα γράμματα πάνω στο πρόσωπο της ζωής…»  

«Είστε το τόξο απ’ όπου τα παιδιά σας, σαν ζωντανά βέλη, εκτοξεύονται προς τα εμπρός…«

 

Για τα παιδιά

Μια γυναίκα που κρατούσε ένα μωρό στην
αγκαλιά της, είπε,
Μίλησέ μας για τα Παιδιά.
Και αυτός είπε:

Δεν είναι δικά σας τα παιδιά.
Είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της Ζωής για τον εαυτό της.
Έρχονται μέσα από σας, αλλά όχι από σας
Και παρόλο που είναι μαζί σας, δε σας ανήκουν.

Μπορείτε να τους δώσετε την αγάπη σας, αλλά όχι τις σκέψεις σας
Γιατί έχουν τις δικές τους σκέψεις.
Μπορείτε να στεγάσετε το σώμα τους, αλλά όχι την ψυχή τους
Γιατί η ψυχή τους κατοικεί στο σπίτι του αύριο που σεις δεν μπορείτε να επισκεφθείτε, ούτε και στα όνειρά σας.
Μπορείτε να προσπαθήσετε να είστε σαν κι αυτά, αλλά μη ζητάτε να τα κάνετε σαν κι εσάς.
Γιατί η ζωή δεν πάει προς τα πίσω, ούτε καθυστερεί με το χθες.


Για τη Χαρά και τη Λύπη

-Οταν είσαι λυπημένος, κοίταξε ξανά μέσα στην καρδιά σου και θα δείς οτι πραγματικά κλαίς για εκείνο που υπήρξε η χαρά σου.

-Η Χαρά και η Λύπη έρχονται πάντα μαζί, κι όταν το ένα κάθεται
μόνο του δίπλα σου στο τραπέζι, θυμήσου ότι το άλλο κοιμάται στο κρεβάτι σου.

Για την Αγάπη
– Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της, και δεν παίρνει τίποτα παρά απο τον εαυτό της
Και μή πιστέψεις οτι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, 
γιατί η αγάπη, αν σε βρεί άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία

Για τη δουλειά

Σας έχουν πει ότιη ζωή είναι σκοτάδι και μέσα στην απελπισία, σας γυρίζει σαν ηχώ αυτό που ειπώθηκε από τον απελπισμένο.

Κι εγώ σας λέω πως η ζωή είναι σκοτάδι αν δεν υπάρχει πάθος.

Και κάθε πάθος είναι τυφλό αν δεν υπάρχει γνώση. Και κάθε γνώση είναι μάταιη χωρίς δουλειά, μα και η δουλειά είναι άδεια χωρίς αγάπη. Μα σαν δουλεύτε μ’ αγάπη, ενώνεστε με τον εαυτό σας κι ο ένας με τον άλλο κιόλοι σας με το Θεό.

Και τι σημαίνει δουλεύω με αγάπη; Σημαίνει να υφαίνεις με κλωστές που τραβάς απ’ την καρδιά σου, σαν ναταν να φορέσει το ύφασμα αυτό η αγαπημένη σου ψυχή…

Σημαίνει να χτίζεις ένα σπίτι με στοργή, σαν ναταν να κατοικήσει σ’ αυτό η αγαπημένη σου ψυχή…

Σημαίνει να σπέρνεις με τρυφερότητα τους σπόρους και με χαρά να συλλέγεις τη σοδειά, σαν ναταν να φάει τον καρπό η αγαπημένη σου ψυχή…

Σημαίνει να δίνεις σε όλα το δικό σου νόημα, με μια ανάσα από το πνεύμα σου…

Πολλές φορές σας άκουσα να λέτε σαν να μιλούσατε στον ύπνο σας «αυτός που δουλεύει το μάρμαρο και βρίσκει της ψυχής του την έκφραση στην πέτρα, είναι ανώτερος από αυτόν που οργώνει τη γη. Κι αυτός που πιάνει τα χρώματα του ουράνιου τόξου και τα βάζει πάνω σ’ ένα πανί μα ανθρώπινες μορφές, αξίζει περισσότερο από αυτόν που φτιάχνει σανδάλια για τα πόδια μας».

Αλλά εγώ σας λέω, όχι στον ύπνο μου μα ολόξυπνος στο καταμεσήμερο, ότι ο άνεμος δεν τραγουδά γλυκύτερα στις γιγάντιες βελανιδιές απ’ όσο στο πιο μικρό και ταπεινό χορταράκι…

Και μεγάλος είναι αυτός που μεταλλάζει τη φωνή του ανέμου σε τραγούδι και το κάνει γλυκό με την αγάπη του.

Η δουλειά είναι φανερωμένη αγάπη. Κι αν δεν μπορείτε να δουλεύετε μα αγάπη, παρά μόνο με αηδία, καλύτερα παρατείστε τη δουλειά σας και καθείστε στην πύλη του ναού να παίρνετε ελεημοσύνη απ’ αυτούς που δουλεύουν με χαρά.

Γιατί αν ψήνεις το ψωμί με αδιαφορία, ψήνεις πικρό ψωμί, που δε χορταίνει παρά την μισή πείνα του ανθρώπου. Κι αν αγανακτείς με των σταφυλιών το πάτημα, η αγανάκτησή σου στάζει δηλητήριο στο κρασί. Κι αν σαν τους αγγέλους τραγουδάς, μα δεν αγαπάς το τραγούδι, βουλώνεις τα αυτιά του ανθρώπου στης μέρας τις φωνές και στις φωνές της νύχτας..

Για την Αυτογνωσία

Και κάποιος άντρας είπε, Μίλησέ μας για την Αυτογνωσία.
Κι εκείνος απάντησε λέγοντας:
Οι καρδιές σας γνωρίζουν σιωπηλά τα μυστικά των ημερών και των νυχτών.
Αλλά τ’ αφτιά σας διψούν για τον ήχο της γνώσης της καρδιάς σας.
Θέλετε να γνωρίσετε με λόγια αυτό που γνωρίζετε από πάντα στη σκέψη.
Θέλετε ν’ αγγίξετε με τα δάχτυλά σας το γυμνό σώμα των ονείρων σας.
Και είναι καλό που το θέλετε.
Το κρυφό πηγάδι της ψυχής σας πρέπει να αναβλύσει και να τρέξει κελαρύζοντας προς τη θάλασσα.

Και ο θησαυρός του άπειρου βάθους σας πρέπει να αποκαλυφθεί στα μάτια σας.
Δεν πρέπει όμως να υπάρχουν ζυγαριές για να ζυγίζουν τον άγνωστο θησαυρό σας. Και μη μετράτε τα βάθη της γνώσης σας με το βυθομετρικό κοντάρι ή το σχοινί.
Γιατί ο εαυτός είναι μια θάλασσα απεριόριστη και άμετρη.
Μη λέτε, «Βρήκα την αλήθεια», αλλά να λέτε, «Βρήκα μιαν αλήθεια».
Μη λέτε, «Βρήκα το μονοπάτι της ψυχής», αλλά να λέτε, «Συνάντησα την ψυχή που περπατούσε στο μονοπάτι μου».
Γιατί η ψυχή περπατά πάνω σ’ όλα τα μονοπάτια.
Η ψυχή δεν περπατά πάνω σε μια γραμμή, ούτε μεγαλώνει σαν καλάμι.
Η ψυχή ξεδιπλώνεται, όπως ο λωτός με τα αναρίθμητα πέταλα.

Για τον Πόνο

Και μια γυναίκα μίλησε και είπε, Μίλησέ μας για τον Πόνο.
Και κείνος αποκρίθηκε:
Ο πόνος σας είναι το σπάσιμο του οστράκου που περικλείει τη γνώση σας.
Όπως το τσόφλι του καρπού πρέπει να σπάσει, για να βγει η καρδιά του στο φως του ήλιου, έτσι κι εσείς πρέπει να γνωρίσετε τον πόνο.
Κι αν μπορούσατε να κρατάτε στην καρδιά σας το θαυμασμό για τα καθημερινά θαύματα της ζωής σας. 

Ο πόνος δε θα σας φαινόταν λιγότερο θαυμαστός από τη χαρά σας.
Και θα δεχόσαστε τις εποχές της καρδιάς σας, όπως δέχεστε από πάντα τις εποχές που περνούν πάνω από τα χωράφια σας.
Και θα παρατηρούσατε με ηρεμία τους χειμώνες της θλίψης σας.
Πολλούς από τους πόνους σας τους διαλέγετε μονάχοι.
Είναι το πικρό φάρμακο που μ’ αυτό ο γιατρός που είναι μέσα σας θεραπεύει τον άρρωστο εαυτό σας.
Γι’ αυτό, να εμπιστεύεστε το γιατρό, 
και να πίνετε το φάρμακό του, σιωπηλά και ήρεμα.
Γιατί το χέρι του, αν και βαρύ και σκληρό, 
οδηγείται από το τρυφερό χέρι του Αόρατου,
Και η κούπα που σας δίνει, μ’ όλο που καίει τα χείλη σας, 
είναι φτιαγμένη από τον πηλό που ο μεγάλος Αγγειοπλάστης μούσκεψε με τα δικά του άγια δάκρυα.

Advertisements

ΚΩΣΤΑΣ ΑΞΕΛΟΣ – Ο "ΠΑΡΑΝΟΜΟΣ" ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ


από αναγνώστη
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ: Ο Κώστας Αξελός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924, σε αστική οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν γιατρός και η μητέρα του ανήκε στην παλιά αθηναϊκή οικογένεια Ξηροταγάρου. Το ενδιαφέρον του για τη φιλοσοφία εκδηλώθηκε πολύ νωρίς, στην εφηβεία. «Ορισμένα διαβάσματα λογοτεχνικά, δεν θα αναφέρω πολλά ονόματα, θα αναφέρω μόνο τα μυθιστορήματα του Ντοστογέφσκι, ορισμένα διαβάσματα κειμένων, του Νίτσε ιδίως, όσο μπορεί να τα καταλάβει ένας έφηβος, ορισμένα μαθήματα στο γυμνάσιο, με οδήγησαν να καταλάβω ότι υπάρχει μια διάσταση της σκέψης, της αρθρωμένης σκέψης, που καλείται εδώ και 2.500 χρόνια φιλοσοφία…  
Και μετά άρχισα να σπουδάζω συστηματικά τη φιλοσοφία, και μετά την δίδαξα επί σειρά χρόνων στη Σορβόννη, και συγχρόνως έγραφα, γιατί φιλοσοφία είναι κάτι που λέγεται και γράφεται, γίνεται μέσα από τον διάλογο και τη γραφή και την επικοινωνία με τον αναγνώστη», είχε πει το 1990 σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Περίπλους». Προτού φθάσει όμως στη Γαλλία ο Αξελός πήρε ενεργό μέρος στην Αντίσταση ως μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Διαγράφτηκε από το κόμμα το 1945 και καταδικάστηκε εις θάνατον ερήμην από κάποιο δικαστήριο δεξιάς κυβέρνησης. Το 1945 έφυγε για το Παρίσι με τις περίφημες υποτροφίες του γαλλικού κράτους. Είχε φύγει τότε όλο το άνθος της ελληνικής διανόησης, ανάμεσά τους ο Καστοριάδης, ο Σβορώνος, ο Κανδύλης, ο Κύρου, η Μιμίκα Κρανάκη, ο Κώστας Κουλεντιανός κ.ά. Στη Γαλλία εργάστηκε από το 1950 ως το 1957 στο Εθνικό Κέντρο Έρευνας, όπου επεξεργάστηκε τις διατριβές του. Το 1959 υπεστήριξε στη Σορβόννη τις διατριβές «Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία» και «Ο Μαρξ στοχαστής της τεχνικής», που αποτελούν τους δύο τόμους της τριλογίας «Το ξετύλιγμα της περιπλάνησης». Από το 1962 ως το 1973 δίδαξε στη Σορβόννη αλλά δεν έγινε ποτέ καθηγητής, θεωρώντας ότι «το πανεπιστήμιο δεν είναι ο χώρος της ριζικής σκέψης». Γενικά η ζωή του κινήθηκε στον ιδιωτικό χώρο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν παίρνει θέση πάνω στα κρίσιμα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης και του κόσμου. Μια από τις ελάχιστες δημόσιες δραστηριότητές του ήταν η σχέση του με το περιοδικό «Arguments» («Επιχειρήματα») και η διεύθυνση, από το 1960, της ομώνυμης σειράς στις Εκδόσεις του Μεσονυκτίου. Η φιλοσοφική σκέψη, η ιστορία, η οικονομία, η πολιτική, η ψυχολογία, η ψυχιατρική, η γλώσσα και οι τέχνες βρήκαν «καταφύγιο» στη σειρά αυτή. 
ΕΡΓΟ: Δεν πρέπει να αγνοούμε ότι το πρώτο βιβλίο του Αξελού κυκλοφόρησε πολύ νωρίς, το 1952 και μάλιστα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Παπαζήση. Ηταν «Οι φιλοσοφικές Δοκιμές». Το έργο του όμως αποτυπώνεται στις τρεις τριλογίες «Το ξετύλιγμα της περιπλάνησης», «Το ξετύλιγμα του παιχνιδιού», «Το ξετύλιγμα μιας αναζήτησης». Μείζονα έργα που ακολούθησαν ήταν η Ανοιχτή Συστηματική (1984), για την ενότητα του κόσμου, και οι Μεταμορφώσεις (1991), για τις μεταμορφώσεις του κόσμου. 
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ: Όσοι τον γνωρίζουν μιλούν για έναν άνθρωπο ελεύθερο και μοναχικό, με μεγάλη ψυχική ανθεκτικότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν δίνεται στον άλλον, με έναν τρόπο ερωτικό και ταυτόχρονα ανοιχτό. Πολλές απόψεις του έχουν καταγραφεί σε συζητήσεις και σε συνεντεύξεις. Πάντοτε όμως υπάρχει μια ένσταση για τους εμπειρικούς συνομιλητές του και έτσι δεν διστάζει να κάνει με τον εαυτό του συζητήσεις φανταστικές, θέτοντας σε δοκιμασία και δοκιμή το ίδιο του το έργο. 
Στις 5 Μαρτίου 1992 ο Κώστας Αξελός ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστημίου και ολοκλήρωσε την απάντησή του στη laudatio του καθηγητή Γιάγκου Ανδρεάδη με ένα ανέκδοτο: 
«Κάποτε ο Βούδας, που στεκόταν ο ίδιος πέρα από το θεϊκό και το ανθρώπινο, έκανε μια ομιλία στους ανθρώπους που είχαν μαζευτεί γύρω του. Μια ομιλία και όχι διάλεξη, γιατί ευτυχώς εκείνη την εποχή δεν δίνονταν διαλέξεις. Αμα τελείωσε την ομιλία του, ένας ακροατής σηκώθηκε και του είπε: Μας μιλάς αφ’ υψηλού, είσαι ένας ταχυδακτυλουργός των λόγων, είσαι αινιγματικός, σκοτεινός, τυχοδιώκτης και απατεώνας, όλα αυτά που μας λες είναι δυσνόητα, δεν είναι αληθινά, δεν δίνεις απάντηση σε τίποτε, μας κοροϊδεύεις. Και ο Βούδας του απάντησε ήρεμα: Ναι, έχεις κι εσύ δίκιο, παιδί μου, κι εσύ είσαι Βούδας. Και ο «πεφωτισμένος λυτρωτής» πρόσθεσε πιο χαμηλόφωνα και με ένα συγκρατημένο και σχεδόν αδιόρατο χαμόγελο: Και ο Βούδας είναι μάταιος, όπως και η ζωή και οι αλυσιδωτές αναγεννήσεις μετενσαρκώσεις ή μετεμψυχώσεις της, που πέρα από κάθε επιθυμία μπορούν να βρουν το οριστικό τους τέλος».
Σε αυτή τη στοχαστική αποστροφή μπορούμε να αναγνωρίσουμε τη συνθήκη του Κώστα Αξελού, ο οποίος δεν θεωρεί τον εαυτό του φιλόσοφο αλλά στοχαστή, και μάλιστα στοχαστή παράνομο, «έξω από όλα τα κυκλώματα ή τα αντικυκλώματα, που δεν προσπαθεί να ιδρύσει σχολές και να έχει οπαδούς». Αλλωστε στην αναγγελία του βιβλίου του Ανοιχτή Συστηματική (πρώτη έκδοση 1984) είχε δηλώσει: «Δεν επιδιώκουμε να προσφέρουμε ένα σύστημα του κόσμου ή της σκέψης ­ όπου κόσμος και σκέψη παραμένουν το καθένα τους λίγο πολύ ξεχωριστό και κλειστό ­ αλλά να επεξεργαστούμε μια ανοιχτή συστηματική που προσπαθεί να φέρει ως τη γλώσσα και να σκεφτεί το άνοιγμα και τα ανοίγματα του κόσμου, αδιαχώριστα από το άνοιγμα και τα ανοίγματα του χρόνου».
Το τέλος της φιλοσοφίας
Μπορεί αυτός ο προσδιορισμός του παράνομου να μοιάζει αντιφατικός σε σχέση με τις δεκάδες των τιμητικών αναγνωρίσεων και διακρίσεων ή με τις θέσεις που κατά καιρούς είχε ο Αξελός σε επίσημους οργανισμούς παραγωγής έρευνας και ιδεών, όπως το Εθνικό Κέντρο Ερευνών της Γαλλίας ή το Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Αλλά τελικά ο προσδιορισμός δεν έχει σχέση με τις όποιες «διοικητικές» αναγνωρίσεις αυτού που σκέφτεται. «Γιατί το υπόγειο ρεύμα που διαπερνάει αυτόν που προσπαθεί να σκεφθεί μένει ακριβώς παράνομο. Δεν γίνεται παραγωγικά αποδεκτό», διευκρινίζει ο Αξελός. 
Γιατί όμως στοχαστής και όχι φιλόσοφος; Μήπως γιατί ζούμε το τέλος της φιλοσοφίας; Την απάντηση θα την βρούμε αν αναζητήσουμε τις ρίζες και την καταγωγή της δικής του στοχαστικής περιπέτειας και τις συνιστώσες του έργου του. Περισσότερο από τη φιλοσοφία, στο «εγχείρημα» του Αξελού κυριαρχεί η σκέψη. Ο ίδιος την χαρακτηρίζει «σύλληψη και έκφραση του αρθρωμένου όσο και αποσπασματικού και διασπασμένου Ολου, ως Ολον του κόσμου και των αποσπασμάτων του»
Αν η φιλοσοφία αρχίζει με τον Πλάτωνα στον 4ο αιώνα π.Χ. «ως ένας ιδεαλισμός που αναπτύσσεται με την ιδέα του λογικού αληθούς, την ιδέα του ηθικού αγαθού και την ιδέα του αισθητικού καλού» και ολοκληρώνει τις δυνατότητές της με τον Χέγκελ, στο Βερολίνο του 19ου αιώνα μ.Χ., η σκέψη προϋπάρχει της φιλοσοφίας και συνεχίζεται μετά από αυτή. Στην προφιλοσοφική σκέψη ανήκει βεβαίως ο Ηράκλειτος, ένας από τους πυλώνες του εγχειρήματος του Αξελού. Μετά τον Χέγκελ, οι μεγαλύτεροι στοχαστές είναι «μεταφιλόσοφοι». 
«Ο μεταφιλόσοφος αναλαμβάνει όλη τη φιλοσοφική παράδοση και προσπαθεί να την ξεπεράσει προς την κατεύθυνση μιας σκέψης που δεν υπόκειται πια σε ένα ιδανικό και που προσπαθεί να τραντάζει τις μορφές της λογικής, της ηθικής και της αισθητικής», είχε πει ο Αξελός το 1971 στη διάρκεια μιας συζήτησής του με τον γάλλο πολιτικό σχολιαστή Ζαν – Πιερ Φορζέ, μεταγράφοντας με άλλο τρόπο το στοχαστικό ανέκδοτο του Βούδα. 
Σε αυτή την κατηγορία των μεταφιλοσόφων τοποθετεί ο ίδιος τον εαυτό του. «Το εγχείρημά μου είναι μεταφιλοσοφικό και σκεπτόμενο», έχει πει, ορίζοντας και τα πεδία της σκεπτόμενης δράσης του. «Από τον προφιλόσοφο Ηράκλειτο ως την ολοκλήρωση της φιλοσοφίας και τη διαπίστωση του τέλους της ιστορίας στον Χέγκελ, μέσα από τον στοχαστή Μαρξ, τους Χέλντερλιν, Ρεμπό, τελευταίους ποιητές, τον Νίτσε, κριτικό και εξάγγελο, τον αναλυτή Φρόιντ και τον Χάιντεγκερ, ο οποίος δεν παύει να είναι ένας αινιγματικός στοχαστής που στοχάζεται το αίνιγμα, έχω ακολουθήσει μια κεντρική σκέψη που μου επιβαλλόταν, προσπαθώντας να κάνω την ιδέα της αλήθειας να βγει από τους αρμούς της και να θεωρήσω τον κόσμο σαν να μην είναι ούτε με νόημα ούτε παράλογος, αλλά όπως ξετυλίγεται σαν παιχνίδι που περιέχει και που συντρίβει τη συνδυαστική όλων των παιχνιδιών».
Περιπλάνηση και παιχνίδι
Πρέπει να συγκρατήσουμε αυτές τις φράσεις του Κώστα Αξελού γιατί συνοψίζουν, όσο αυτό είναι δυνατόν, το εγχείρημά του. Πρώτα από όλα δίνουν τον αστερισμό των στοχαστών όπου ο ίδιος περιπλανάται. Δίπλα στον Ηράκλειτο, στον Μαρξ, στον Χέγκελ, στον Χάιντεγκερ και στον Φρόιντ, βρίσκουμε τον Χέλντερλιν και τον Αρθούρο Ρεμπό. Σε αντίθεση με τη φιλοσοφία που δυσπιστούσε απέναντι στην ποίηση, ο Αξελός ξέρει να βαδίζει στους δρόμους της ποιητικότητας, ξέρει να ακούει τις ρήσεις του Ρεμπό, γιατί η ποίηση και η τέχνη είναι συνιστώσες του κόσμου, συμμετέχουν σε μεγάλο βαθμό στο παιχνίδι του κόσμου. 
«Η τέχνη μας κάνει να βλέπουμε και να ακούμε σχέδια, χρώματα, ήχους και ρυθμούς του κ/Κόσμου, αποκρύβοντάς τα και αποκαλύπτοντάς τα», γράφει στην Ανοιχτή Συστηματική. 
Ταυτόχρονα οι φράσεις του θέτουν τις δύο θεμελιώδεις έννοιες του (μετά)φιλοσοφικού στοχασμού του που είναι η Πλανητική Σκέψη και το Παιχνίδι του Κόσμου. Ο Αξελός επεξεργάστηκε αυτές τις δύο έννοιες και τις προβολές τους σε μια σειρά έργων που συγκροτούν τρεις τριλογίες: «Το ξετύλιγμα της Περιπλάνησης» (1961-1964), «Το ξετύλιγμα του παιχνιδιού» (1969-1977), «Το ξετύλιγμα μιας αναζήτησης» (1969-1979). 
«Πλανητική σκέψη εννοώ μια σκέψη που παίρνει τη σκυτάλη από την ευρωπαϊκή και σύγχρονη σκέψη και που απλώνεται σε όλη την υδρόγειο σφαίρα, δηλαδή στον πλανήτη Γη. Η πλανητική σκέψη, κι αυτός είναι ο νεωτερισμός της, δεν είναι πλέον μια σκέψη της αλήθειας αλλά μια σκέψη της περιπλάνησης. Καθώς, ελληνικά, πλανήτης σημαίνει πλάνης αστήρ, η μοίρα του δικού μας περιπλανώμενου άστρου είναι να ριχτούμε σε ένα δρόμο όπου όλες οι αλήθειες εμφανίζονται ως θριαμβικές μορφές της περιπλάνησης», είχε πει στον Ζαν – Πιερ Φορζέ. 
Και για το Παιχνίδι του Κόσμου είχε πει στον ίδιο συνομιλητή του: «Ως τώρα ο κόσμος υπαγόταν πάντοτε σε ένα Απόλυτο, τη Φύση, τον Θεό, τον Ανθρωπο (τη θέληση και τη σκέψη του). Τα τρία αυτά απόλυτα είναι ήδη νεκρά ή έχουν περάσει στη φάση του τέλους τους. Στη θέση τους έχουμε να αντιμετωπίσουμε τον ίδιο τον κόσμο, που είναι το σύνολο των συνόλων των παιχνιδιών που μας φανερώνονται και με τα οποία παίζουμε. Ο άνθρωπος είναι ο μεγάλος συμπαίκτης του παιχνιδιού του κόσμου, αλλά ο άνθρωπος δεν είναι μόνο παίκτης, είναι επίσης ο «εμπαιζόμενος», το άθυρμα»
Σαν να συμμερίζεται την απορία εκείνου του ακροατή του Βούδα που λοιδορεί τον «λυτρωτή» ότι δεν δίνει απαντήσεις σε τίποτε, ο Κώστας Αξελός δίνει απαντήσεις, αλλά μέσω ενός ερωτηματικού τρόπου. Η σκέψη του είναι εξαιρετικά ερωτηματική και τα γραπτά του περιέχουν πλήθος ερωτημάτων αλλά και ερωτηματικών. Γιατί σκεφτόμαστε; Τι να πράξουμε; είναι οι τίτλοι δύο περίφημων διαλέξεών του (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νεφέλη).
Η σκέψη και η πράξη
Ο Αξελός δεν είναι στοχαστής του εργαστηρίου. Χωρίς να ακολουθεί τις μόδες της εποχής, που συχνά – πυκνά φέρνουν στον αφρό των media φιλόσοφους και «φιλόσοφους», έχει θέσεις και ερωτήματα για το κράτος, τα πανεπιστήμια, τις εκκλησίες, τα κόμματα, τα ΜΜΕ, τις ιδεολογίες, την οικολογία, την τεχνική. Κριτικός απέναντι στο «θλιβερό» κράτος, ιδιαίτερα το ελληνικό, κριτικός απέναντι στην πολιτική, «που δεν αποτελεί παρά μια τεχνικογραφειοκρατική διαχείριση για τους εκάστοτε κυβερνώντες όσο και για τους εκάστοτε αντιπολιτευόμενους», κριτικός για τα πολύμορφα μαζικά μέσα «ενημέρωσης», «που εξαντλούν τα όρια αντοχής όλων των κοινωνιών και πολιτευμάτων», κριτικός με τη μεταστροφή του ανθρώπου σε «οικονομικό κτήνος», κριτικός με την οικολογία, «που μπορεί να ονομάζει ορισμένα δεινά, να προβαίνει σε αρνήσεις, αλλά δεν βλέπει τις προϋποθέσεις και τις ανάγκες του σημερινού και αυριανού κόσμου, μένει νοσταλγική», ο Αξελός, όσο και αν αυτό φαίνεται ηθικολογικό, κάνει προτάσεις. Στο τι να πράξουμε; απαντά με τη στοχαστική ή τη σκεπτόμενη πράξη. 
«Να προσπαθήσουμε να στεκόμαστε και να κρατιόμαστε όσο γίνεται πιο όρθιοι, σε μια στάση στοχαστικής εγρήγορσης, ακόμη και ιδίως όταν όλα ισοπεδώνονται, έρπουν και μηδενίζονται». «Να μην ξεχνάμε πως η φύση, δυνατότερη από τον άνθρωπο, την επιστήμη και την τεχνική, απεριόριστη αλλά όχι αναγκαστικά άπειρη, έχει τα όρια της ανοχής και της αντοχής». «Να αφομοιώσουμε την πορεία της παγκόσμιας ιστορίας, όπου όλες οι ιδεολογίες χρεοκόπησαν, όσο κι αν εν μέρει πέτυχαν, και να αντιτάξουμε στον δεσπόζοντα πολιτικαντιδισμό μια πιο νηφάλια ένταξη και αντίσταση που να μη στηρίζεται στην απάτη και στην εξαπάτηση, στην κερδοσκοπία και στην εκμετάλλευση»
Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε και άλλες τέτοιες φράσεις. Αλλά ο Αξελός δεν θέλει να δώσει έναν οδηγό δράσης. Θέλει να παίξει ένα «δόλιο» παιχνίδι που θα μας οδηγεί διαρκώς στο ερώτημα Τι να πράξουμε; Είναι φανερό ότι το παιχνίδι συνεχίζεται.


Ο φιλόσοφος Αξελός

 

Συνέντευξη στον ΘΑΝΑΣΗ ΛΑΛΑ
Μέσω αυτού αγάπησα αρχικά τον Ηράκλειτο. Ενα βιβλίο του από τις εκδόσεις Ηριδανός έπεσε στα χέρια μου στο τέλος της δεκαετίας του ’70. Τότε ήμουν με τα μούτρα χωμένος στο «Μάζα και εξουσία» του Ελίας Κανέτι και ο Ηράκλειτος του Κώστα Αξελού ήρθε να «χαστουκίσει» την εφηβική σκέψη μου. Θυμάμαι βράδια στη Θεσσαλονίκη με τον Ηλία Σαββίδη και τον Τάκη Κυριακόπουλο να ταξιδεύουμε στην απλότητα του Ηράκλειτου και να συγκρουόμαστε στο ταξίδι της κάθε φράσης που διαβάζαμε σε αυτό το υπέροχο βιβλίο. Από τότε ήξερα ότι ο Κώστας Αξελός ζούσε και εργαζόταν ως καθηγητής στο Παρίσι. Θα πω ψέματα αν πω ότι τότε θα μπορούσα να φαντασθώ έστω μια συνομιλία μαζί του στο μέλλον. Στη συνέχεια κάθε φορά που σκεφτόμουν μια συνάντηση με τον μεγάλο έλληνα στοχαστή ­ κάθε νέο βιβλίο του οποίου ήταν μια πηγή σκέψης για εμένα όλα αυτά τα χρόνια ­ έπεφτα πάνω σε ένα βουνό από φήμες που τον ήθελαν απρόσιτο, να μην ανοίγεται εύκολα σε αγνώστους, να μη συμπαθεί τις συνεντεύξεις και ειδικά τις συνεντεύξεις του τύπου που αρέσει σε εμένα να κάνω. Φοβόμουν κιόλας ότι η σκέψη μου θα εθεωρείτο από τον στοχαστή εντελώς παιδαριώδης και αφελής. Ολα αυτά κυριάρχησαν πολλά χρόνια μέσα μου ως πριν από λίγες ημέρες… Πήρε φως η προοπτική μιας συνάντησης με τον Κώστα Αξελό ένα βράδυ που έφθασε στην εφημερίδα μια πρόσκληση από το Πανεπιστήμιο Πατρών. «Ο πρύτανης, καθηγητής Στ. Ν. Αλαχιώτης, σας προσκαλεί να παρευρεθείτε στην τελετή αναγόρευσης του κ. Κωνσταντίνου Αξελού σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Πατρών. Η τελετή θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 18 Μαρτίου 1998 και ώρα 19.00 στην Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου». Αυτό ήταν… Πήρα τηλέφωνο τον πρύτανη και του ζήτησα να με βοηθήσει… «Δύσκολο» μου είπε. «Ξέρω ότι δεν δίνει». Κι όμως στις 6 Μαρτίου, στις 18.00 ώρα Γαλλίας, βρισκόμουν στη λεωφόρο Μονπαρνάς έτοιμος να ανταλλάξω χειραψία με το εφηβικό απωθημένο μου. Περάσαμε δύο ώρες παρέα στο δωμάτιο όπου περνάει τις περισσότερες ώρες της ημέρας, ανάμεσα στα βιβλία του και στα λιγοστά, απαραίτητα έπιπλά του. Η κουβέντα μας ξεκίνησε κάπως έτσι, αν σας ενδιαφέρει: «Τι να σας προσφέρω;». «Τίποτα». «Ενα ουίσκι; έναν καφέ;». «Ενα ουίσκι με νερό» είπα. «Πάγο;». «Και πάγο» είπα αποσιωπώντας το γεγονός ότι σπανίως έπινα και ιδιαίτερα ουίσκι. Αυτό με βοήθησε να ξεπεράσω το πόσο ηλίθιες μου φαίνονταν αυτή τη φορά οι ερωτήσεις μου… και έτσι είχα τη μοναδική χαρά να συναναστραφώ με ένα μόνιμο κάτοικο στο εργαστήρι της σκέψης.

­ Χρόνια ήθελα να σας συναντήσω αλλά πίστευα ότι τελικώς αυτό δεν θα γίνει
ποτέ.
«Να που έγινε όμως… Αυτό σημαίνει ότι σήμανε η ώρα. Οι άνθρωποι συναντιούνται άμα πρέπει να συναντηθούν». (γέλια)
­ Και εσείς όμως δεν δίνετε συχνά συνεντεύξεις.
«Σπανιότατα».
­ Γιατί;
«Γιατί δεν έχει κανείς να πει ενδιαφέροντα πράγματα κάθε δίμηνο. Τα ενδιαφέροντα πράγματα είναι πάντοτε σπάνια. Ενδιαμέσως απαιτείται πάντα μια περισυλλογή».
­ Τι εννοείτε λέγοντας «ενδιαφέροντα πράγματα»; Υπάρχει διάσταση ανάμεσα σε αυτό που εννοείτε εσείς με τη λέξη «ενδιαφέροντα» και σε αυτό που εννοούν οι περισσότεροι γύρω μας;
«Για μένα τα «ενδιαφέροντα» πράγματα είναι ακριβώς αυτά που δεν ενδιαφέρουν τους ανθρώπους γύρω. Δηλαδή η σκέψη, η τέχνη, η ποίηση… Τα λεγόμενα «ενδιαφέροντα» γιά τους γύρω ­ τα ανεκδοτικά ιδίως ­, που τόσο απασχολούν την Ελλάδα, είναι από τα λιγότερο ενδιαφέροντα πράγματα για μένα».
­ Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι ασχολούνται με την ανεκδοτολογία παρά με την ουσία;
«Γιατί ιδίως στην Ελλάδα οι άνθρωποι παραμένουν δεμένοι πολύ με το άμεσο, με το ανεκδοτικό, αυτό που έγινε εχθές, αυτό που θα γίνει σήμερα… Τι συνέβη στον τάδε, τι συνέβη στον δείνα… Πάντα, όταν πηγαίνω στην Ελλάδα, σπανίως ακούω γενικευτικές προτάσεις. Οσα ακούω αφορούν συνήθως ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή τους οικογενειακούς τους δεσμούς ή μια συγκεκριμένη πολιτική κατάσταση… Δεν παράγεται αφηρημένη σκέψη στην Ελλάδα».
­ Πού πιστεύετε ότι κατοικεί το πραγματικά «ενδιαφέρον»; Μήπως στην αφηρημένη σκέψη;
«Το πραγματικά «ενδιαφέρον» ­ αυτό δηλαδή που διαφέρει από την καθημερινότητα ­ αφορά κυρίως τον χρόνο. Αλλά τον χρόνο όχι ως συνάθροισμα στιγμών, που περνάνε έτσι και μας ξεφεύγουν».
­ Αλλά;
«Τον χρόνο που είναι σε κάθε στιγμή ενότητα και του παρελθόντος ­ του χθες ­, του σήμερα ­ του παρόντος ­ και του αύριο ­ του μέλλοντος».
­ Ο φόβος που κυριαρχεί συχνά στους ανθρώπους σε σχέση με τον χρόνο προέρχεται από αυτόν τον τεμαχισμό του χρόνου;
«Επειδή οι άνθρωποι και δεν σκέφτονται και δεν ζουν στην εμπειρική τους ζωή τον χρόνο σαν σε κάθε στιγμή τρισδιάστατο, γι’ αυτό τον χωρίζουν, τον κόβουν σε κομμάτια και μπροστά σ’ αυτόν τον τεμαχισμένο χρόνο είναι φυσικό να αγωνιούν».
­ Εσείς πότε μπήκατε για πρώτη φορά σ’ αυτό που λέμε «εργαστήρι της σκέψης»; Ποια στιγμή δηλαδή συναντηθήκατε με τη φιλοσοφία και γενικότερα με τη σκέψη;
«Η στιγμή μάλλον άρχισε με έναν πιο συνειδητό τρόπο ­ σίγουρα, θολά και αόριστα θα είχε αρχίσει πιο πριν ­ στις δύο τελευταίες τάξεις του σχολείου. Ορισμένοι καθηγητές που μας δίδασκαν ιστορία, αρχαία ελληνικά, νέα ελληνικά, βιολογία, μου έδωσαν ορισμένα εναύσματα. Και μαζί μ’ αυτούς με ώθησαν και οι πρώτες αναγνώσεις. Ετσι από έφηβος ήδη ήξερα ότι με ενδιέφερε η υπόθεση που καλείται «σκέψη» ­ χωρίς να ξέρω ο ίδιος τότε τι καλείται «σκέψη». Οι συγκεκριμένες, οι τομεακές δραστηριότητες και θεωρίες με ενδιέφεραν πολύ λιγότερο. Ακόμη και όταν μπήκα στην πολιτική, στην αρχή της Κατοχής, μπήκα από φιλοσοφικό ενδιαφέρον, θα μπορούσα να πω».
­ Οταν λέτε «φιλοσοφικό ενδιαφέρον»;
«Να δω δηλαδή πώς η φιλοσοφία μπορούσε να γίνει πράξη».
­ Μπαίνοντας σε ένα πολιτικό κόμμα τότε δεν πιάσατε τον εαυτό σας να παγιδεύεται στο όραμα εκείνης της εποχής που ήθελε με αγώνες πολιτικούς να αλλάξει τον κόσμο;
«Ως ένα σημείο πίστευα κι εγώ τότε ότι θα αλλάξει ο κόσμος. Συγχρόνως όμως πίστευα ότι ο χρόνος είναι δυνατότερος από τις νομιζόμενες, ελπιζόμενες πολλές φορές, αλλαγές επάνω στις οποίες επιδρούμε. Οτι ο χρόνος είναι που παρασύρει τις αλλαγές. Γι’ αυτό περισσότερο από αλλαγές θα μιλούσα για μεταμορφώσεις, που είναι κάτι πιο σπάνιο».
­ Τελικά έχετε καταλάβει μετά από τόσα χρόνια τι είναι αυτό που μας οδηγεί στον δρόμο που θα τραβήξουμε στη ζωή μας; οι επιρροές μας ή οι επιλογές που κάνουμε εξαιτίας αυτών των επιρροών;
«Οι επιρροές που δεχόμαστε ή οι επιλογές που κάνουμε ­ ίσως επιρροές και επιλογές δεν μας αφήνουν να τις χωρίσουμε τόσο στεγανά ­ υπακούουν πάντα σε έναν ρυθμό, ο οποίος τις διέπει. Για να επηρεαστούμε από κάτι, αυτό σημαίνει ότι βαθύτερα μας κινεί ήδη, έστω κι αν δεν το ξέρουμε. Πρόκειται απλώς για μια αποσαφήνιση».
­ Αρα το τι θα κάνουμε στη ζωή μας είναι ζήτημα ρυθμού… Επομένως πάλι ο χρόνος είναι το καθοριστικό.
«Ναι, μιλάμε πάλι για χρόνο, γιατί τίποτε δεν υπερβαίνει τον παντοδύναμο χρόνο».
­ Ανακαλύπτετε λοιπόν κάποια στιγμή το ενδιαφέρον σας για τη φιλοσοφία και τη σκέψη… Γιατί παίρνετε την απόφαση να φύγετε από την Ελλάδα; Γιατί δεν μένετε στην Ελλάδα να ασχοληθείτε με τη σκέψη; Αν μένατε στην Ελλάδα τότε, πιστεύετε ότι θα είχατε την ίδια εξέλιξη; Δηλαδή πιστεύετε ότι υπάρχουν κάποιοι τόποι που βοηθούν περισσότερο κάποια μυαλά να ανθήσουν;
«Δεν νομίζω ότι η σύγχρονη Ελλάδα ­ εννοώ την Ελλάδα των τελευταίων 60, 70, 80 ή 120 χρόνων ­ προσφέρεται ειδικά για αυτό που λέγεται «σκέψη». Εξαιτίας της εμμονής όλων γύρω, στην επικράτηση του συγκεκριμένου, της αμεσότητας, του ανεκδοτικού. Εξαιτίας της έλλειψης της παράδοσης…».
­ Με συγχωρείτε που σας διακόπτω… τα άλλα που λέτε τα καταλαβαίνω… την έλλειψη παράδοσης δεν καταλαβαίνω… Μεγαλώσαμε προβάλλοντας την καταγωγή μας από την Αρχαία Ελλάδα…
«Η Αρχαία Ελληνική σκέψη δεν αποτελεί παράδοση για μας, αποτελεί κάτι σαν μνημείο. Επιτρέπει μεν ποίηση, επιτρέπει ποιητικό λόγο, αυτό όμως που λέγεται «αφηρημένη σκέψη» ­ που βέβαιως δεν είναι κάτι το αφηρημένο αλλά είναι πιο συγκεκριμένο και από το πιο συγκεκριμένο ­ χρειάζεται ένα κατάλληλο κλίμα. Και η Δυτική Ευρώπη ­ χωρίς να πιστεύω ότι κυκλοφορούν οι ιδέες κατά εκατοντάδες στους δρόμους ή περπατάνε ή ανεβαίνουν στα πεζοδρόμια οι ιδέες ­ επιτρέπει περισσότερο την ανάπτυξη μιας προσπάθειας σκέψης».
­ Τι εννοείτε όταν λέτε «ιδέες»;
«Οι ιδέες έχουν πάντα δύο έννοιες· οι ιδέες είναι ό,τι κυκλοφορεί, ό,τι πει κανείς ­ μικρές θεωρίες, μικρές γενικοποιήσεις, σχηματοποιήσεις… Αυτό που ο Νίτσε έλεγε αρκετά περιφρονητικά «οι μοντέρνες ιδέες». Οι μεγάλες ιδέες ­ και όχι βέβαια η «Μεγάλη ιδέα» ­ είναι οι ιδέες που σκέφτονται και αποτελούν τμήμα της σκέψης».
­ Οταν λέτε «οι ιδέες που σκέφτονται» εννοείτε τις ιδέες που δημιουργούν σκέψη;
«Που δημιουργούν σκέψη και στις οποίες η σκέψη συνυπάρχει».
­ Το άνοιγμά σας στον χώρο τον ευρωπαϊκό ­ εκεί όπου τέλος πάντων υπήρχε ένα πέρασμα ιδεών ­ δεν σας φόβισε καθόλου;
«Δεν με φόβισε καθόλου, γιατί ήδη από τα παιδικά μου χρόνια είχα και γερμανική και γαλλική κουλτούρα, πήγαινα συγχρόνως με το ελληνικό γυμνάσιο και στο γερμανικό σχολείο και στο γαλλικό ινστιτούτο και κατά κάποιον τρόπο αισθανόμουν ήδη ξένος ως προς την Ελλάδα προτού ακόμη εγκατασταθώ από το ’45 και πέρα στο Παρίσι».
­ Τι ήταν αυτό που σας ωθούσε να ασχολείσθε με αυτά τα πράγματα ­ με τη σκέψη, τη φιλοσοφία ­ τη στιγμή που όχι μόνο τότε, αλλά και τώρα, τα παιδιά αυτής της ηλικίας όταν βρίσκονται στην εφηβεία συνήθως ασχολούνται με άλλα πράγματα; Τελικά μήπως υπάρχει κάτι μέσα μας που μας σπρώχνει και μας κάνει να εναρμονιζόμαστε με τον χρόνο; να κάνουμε αυτό και όχι κάτι άλλο;
«Θα έλεγα ότι τα πράγματα που κινούνται μέσα μας και τα πράγματα που κινούνται έξω μας, δεν είναι δύο ξεχωριστές κατηγορίες πραγμάτων. Αυτό που γεννιέται μέσα μας έρχεται να επικοινωνήσει, να ομολογήσει κάτι που υπάρχει, θα έλεγα, στον κόσμο. Από παιδί αισθανόμουν ότι έλειπε το «άνοιγμα» στη ζωή. Στην οικογενειακή ζωή, στη σχολική ζωή, στη φιλική ζωή… Για την επαγγελματική δεν ήξερα ακόμη. Περισσότερο ακόμη από μια σκέψη ­ μια σύλληψη ­ του χρόνου, αυτό που ζητούσα ήταν ένα «άνοιγμα» και αυτό το «άνοιγμα» προσπάθησα και προσπαθώ ακόμη να το σκέφτομαι και αποσπασματικά και ολικά. Υπέφερα από μια στενότητα. Ακόμη και τώρα, άμα κατεβαίνω στην Ελλάδα είτε για να περάσω ένα μήνα διακοπές ή για διαλέξεις ­ μ’ αρέσει η φυσική Ελλάδα, μ’ αρέσουν οι πιο θερμές φιλικές ή ανθρώπινες σχέσεις ­ υποφέρω από μια ορισμένη στενότητα. Αναφέρονται οι άνθρωποι σε πράγματα της καθημερινής ζωής ή σε γενικότερα πράγματα πάλι με ειδικό τρόπο».
­ Μήπως αυτές οι πιο «θερμές», οι πιο ανθρώπινες ­ όπως τις είπατε ­ σχέσεις, που τις αισθάνονται όλοι όσοι έρχονται στην Ελλάδα από το εξωτερικό, έχουν να κάνουν με αυτή τη «στενότητα»; Μήπως αυτή η «στενότητα» δημιουργεί τη ζεστασιά στις ανθρώπινες σχέσεις και το άνοιγμα την ψυχρότητα;
«Θα έλεγα πως όχι. Αν γυρίσουμε πίσω στην Αρχαία Ελλάδα, πιστεύω ότι ήταν ακόμη πιο ζεστές ­ για να χρησιμοποιήσω αυτόν τον μετεωρολογικό όρο ­ οι ανθρώπινες σχέσεις, υπήρχε όμως και η σκέψη του γενικού τότε, του οικουμενικού. Εκεί γεννήθηκε η ελληνική φιλοσοφία».
­ Θέλετε να μου δώσετε ένα παράδειγμα συνύπαρξης των «θερμών» ανθρωπίνων σχέσεων με κάτι το οικουμενικό;
«Θυμάμαι την πρώτη φορά που βρέθηκα στο Βερολίνο, πήγα σε ένα καφενείο στον κεντρικό δρόμο να πιω έναν καφέ, ήπια τον καφέ μου και την ώρα που τον πλήρωνα στο γκαρσόνι τού είπα: «Εχετε πάλι μια ωραία πόλη». Το Βερολίνο είχε αρχίσει να συγκροτείται, να χτίζεται ξανά από τα θεμέλια. Το γκαρσόνι του καφέ μού είπε: «Αυτό θα γίνει πάλι ένα ωραίο ερείπιο». Ο άνθρωπος δεν μιλούσε ειδικά, ανεκδοτικά, αλλά εξέφραζε τον ρυθμό του ίδιου του χρόνου».
­ Τελικά αυτό είναι και η ιστορία.
«Ακριβώς αυτό είναι η ιστορία. Ο ρυθμός του χρόνου».
­ Οταν κάποιοι λένε ότι οι άνθρωποι δεν μαθαίνουν από την ιστορία εννοούν ότι δεν λαμβάνουν υπόψη τους τον ρυθμό του χρόνου, που είναι η ίδια η ιστορία;
«Ακριβώς. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να αναγνωρίσουν ή μάλλον δεν μπορούν να αναγνωρίσουν εύκολα τον ρυθμό του χρόνου, αυτό το διαρκές, παρόν – παρελθόν – μέλλον».
­ Ο χρόνος είναι ταυτόχρονα και δημιουργός και καταστροφέας;
«Ακριβώς… Ο χρόνος και δημιουργεί και καταστρέφει. Χάρη στον χρόνο φυτρώνει ένα φυτό, δημιουργείται ένας άνθρωπος, ένα ζώο και χάρη στον χρόνο επίσης πεθαίνουμε, μαραίνονται τα φυτά και μετατρέπονται, μεταμορφωνόμαστε σε κάτι άλλο μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο».
­ Σας βλέπω να αναπτύσσετε τη σκέψη σαν να μη νιώθετε την αγωνία των περισσότερων ανθρώπων μπροστά στο άγνωστο, στο σκοτάδι του τι μέλλει γενέσθαι… Δεν σας φοβίζει το μέλλον; Το άγνωστο; Δεν αγωνιάτε;
«Η αγωνία μπορεί να γίνει ένα είδος σοφίας, μπορεί να γίνει ένα είδος σκέψης. Και πάλι όχι μόνο τρόπος σκέψης, όχι μόνο στυλ σκέψης και στυλ ζωής, που να μην προκαλεί καμία αγωνία και να είναι μόνο καθησυχαστικό και ηρεμιστικό είδος σκέψης. Παραδέχομαι και την αγωνία, αλλά ως μια χροιά του φάσματος του κόσμου και του ανθρώπου. Τίποτα δεν αρχίζει και τελειώνει με την αγωνία, τίποτα δεν αρχίζει και τελειώνει με τη χαρά. Και η χαρά και η αγωνία είναι τμήματα, κομμάτια αυτού του διασπασμένου όλου».

­ Γι’ αυτό και η ευτυχία περιέχει τη δυστυχία και η επιτυχία τελικά περιέχει
την αποτυχία της.
«Η επιτυχία περιέχει την αποτυχία, βεβαίως».
­ Γι’ αυτό και φαίνεται τόσο πολύ ματαιόδοξο το ότι οι άνθρωποι βάζουν σαν στόχο της ζωής τους να πετύχουν;
«Ισως δεν θα μπορούσαν να κάνουν αλλιώς… Ισως αυτή να είναι μια πονηριά της ζωής για να διαιωνίζεται. Οσο διαιωνίζεται ­ η ιστορική ζωή και η ατομική ζωή ­ οι άνθρωποι πρέπει να έχουν αυταπάτες. Χρέος όμως αυτού που προσπαθεί να σκέφτεται είναι να φωτίζει και να διαλύει αυτές τις αυταπάτες, όχι για να προτείνει μια γενικότερη ουτοπία ­ που είναι επίσης μια αυταπάτη ­ αλλά μια άλλη σχέση της αυταπάτης με τη γνώση».
­ Στο πρώιμο έργο σας πάντως έχω την εντύπωση ότι υπάρχει μια πρόθεση να δημιουργήσετε και εσείς μιαν ουτοπία. Από ένα σημείο και μετά γίνεστε βέβαια ο στοχαστής που κόβει τα πόδια της ουτοπίας. Πώς άλλαξε η άποψή σας για την ουτοπία;
«Πολύ νέος νόμιζα ότι η ουτοπία μας κάνει να τραβάμε μπρος».
­ Σαν να λέμε ότι η ουτοπία ήταν το όραμα.
«Ακριβώς… Σαν να λέμε ότι η ουτοπία ήταν το όραμα που μας οδηγεί, ο σκοπός. Μετά είδα ότι η ουτοπία είναι κάτι που μας εμποδίζει να ζούμε και να σκεφτόμαστε, άρα να προχωρήσουμε. Προβάλλοντας κάτι σε ένα χρόνο που είναι ουτοπικός, σε ένα χώρο που είναι συν-χρονικός, αυτό μας εμποδίζει να ζούμε το παρελθόν – παρόν – μέλλον. Ετσι η ουτοπία, από εκεί που μου φαινόταν κάτι το πολύ προοδευτικό, μου φαίνεται σήμερα μάλλον μια αντιδραστική δύναμη, η οποία εμποδίζει τους ανθρώπους να βαδίζουν».
­ Η ουτοπία έχει κάποια συγγένεια με αυτό που λέμε φαντασία;
«Η φαντασία είναι πολύ πιο απέραντη από την ουτοπία. Η ουτοπία, ξεκινώντας από το παρελθόν και το παρόν, είναι μια πρόβλεψη του μέλλοντος, ένα σχήμα το οποίο προβάλλουμε στο μέλλον. Το σχήμα αυτό ουδέποτε πραγματοποιείται, εξ ου και η απελπισία μας. Η ουτοπία είναι το δέσιμο της ελπίδας με την απελπισία. Πέρα όμως από την ελπίδα, πέρα από την απελπισία, πέρα από τον πεσιμισμό, μπορεί να αφεθεί όσο γίνεται πιο ελεύθερος ο χρόνος της φαντασίας, που είναι ένα ζωτικός χρόνος, ένας δημιουργικός χρόνος, ο οποίος δεν βάζει σχήματα στον χώρο και στον χρόνο».
­ Η ουτοπία δηλαδή είναι ένα ποτάμι που από τη μια μεριά έχει την ελπίδα και από την άλλη την απελπισία, ενώ η φαντασία είναι μια απέραντη θάλασσα μέσα στην οποία κολυμπούμε αενάως;
«Η φαντασία είναι απεριόριστη κι όσο τη βλέπουμε ­ όχι σαν φαντασία του υποκειμένου ή φαντασία του κοινωνικού συνόλου ­ αλλά σαν μια ελεύθερη δύναμη που ενώνει εμάς τους ανθρώπους μέσα στον κόσμο, μας επιτρέπει λογής λογής παιχνίδια, όντας κι αυτή από τη μια μεριά απέραντη και συγχρόνως πεπερασμένη ­ γιατί δεν μπορούμε να φανταστούμε οτιδήποτε θέλουμε».
­ Αρα η φαντασία είναι ένας κοινός τόπος συνάντησης των ανθρώπων…
«Στη φαντασία συναντιόμαστε κι ίσως εκεί συναντιόμαστε οι άνθρωποι περισσότερο πιο ουσιαστικά, από ό,τι στη λεγόμενη εμπειρική πραγματικότητα».
­ Ποια είναι η διαφορά της φαντασίας από την εμπειρική πραγματικότητα;
«Η εμπειρική πραγματικότητα είναι κάτι το απτό στην αφή, στην όραση, στην ακοή, στη γεύση, στην όσφρηση. Μια μορφή της είναι και η πράξη. Η φαντασία είναι αυτό το φάντασμα, το αληθινά πραγματικό θα έλεγα, που μας κάνει πάντα να βλέπουμε τα πράγματα, τους ανθρώπους, τις έννοιες μέσα σε μια αχλύ σκοτεινή και θολή συγχρόνως, προβάλλοντάς τα στον χώρο, προβάλλοντάς τα στον χρόνο, χωρίς όμως σχετικοποίηση. Σαν ένα κύμα που ελεύθερο τραβάει μπρος και πίσω, δεξιά και αριστερά είναι η φαντασία».
­ Η εμπειρική πραγματικότητα και η φαντασία μπορούν να υπάρξουν το ένα ελλείψει του άλλου;
«Χωρίς φαντασία δεν θα μπορούσε να ζήσει ο άνθρωπος. Για να «τσιτάρω» από μνήμης ένα απόσπασμα του Αριστοτέλη: Δεν μπορεί να υπάρξει νόηση χωρίς να φαντασιωθεί (κάποιος) κάτι».
­ Αρα υπάρχουνε πράγματα τα οποία μόνο περνώντας μέσα από τη φαντασία αποκτούν νόηση.
«Τα πράγματα περνάνε από τη φαντασία κι άλλοτε γίνονται σκέψη κι άλλοτε μένουν σε ένα φαντασιακό χώρο, σε ένα φαντασιακό χρόνο, απλώνονται έτσι… σαν ένα σύννεφο ανάμεσα σε ουρανό και γη».
­ Ενα από τα ζητούμενα της εξουσίας είναι να κόβει τους δρόμους των ανθρώπων που εξουσιάζει προς τη φαντασία;
«Η σημερινή εξουσία ­ ίσως η εξουσία εδώ και κάμποσες εκατοντάδες χρόνια ­ είναι κάτι που προσδένει τα πράγματα και τους ανθρώπους, τους συνανθρώπους στους ανθρώπους και στους ανθρώπους τα πράγματα και δεν αφήνει αρκετές ελεύθερες ή θα έλεγα πιο αβίαστες δυνατότητες. Με αυτόν τον τρόπο περιορίζει τη φαντασία. Συγχρόνως δημιουργεί την εξουσία της φαντασίας, δεν επιτρέπει να φανταζόμαστε παρά μόνο αυτό που είναι ανεκτό και αρεστό στον μεγαλύτερο αριθμό ­ είτε είναι πιο δημοκρατικό είτε είναι πιο ολοκληρωτικό το πολίτευμα. Ενώ το αίτημα της απελευθέρωσης ­ δεν θα έλεγα εδώ της φαντασίας, αλλά του φαντασιακού ­ χωρίς να μας κάνει ανθρώπους, οι οποίοι είναι πανελεύθεροι, χωρίς να μας κάνει απόλυτα ευτυχισμένους, μας δίνει απλώς μια μεγαλύτερη ευκολία κίνησης και δράσης».
­ Επινόηση της εξουσίας είναι λέτε η αντίληψη ότι κάποιος πρέπει πάντα να έχει δίκιο, προκειμένου να μπορέσουμε να ζήσουμε κοινωνικά;
«Αυτό είναι επινόηση της φαντασίας και δημιούργημά της. Δηλαδή η εξουσία και δημιουργεί φαντασία και προέρχεται από τη φαντασία. Είναι σαν ένα φίδι που δαγκώνει την ουρά του».
­ Το ’44 – ’45 φαντάζομαι ότι είναι που κάνετε μια πολιτική επιλογή…
«Το ’42».

­ Αυτή η επιλογή γιατί σας κάνει να βρίσκεστε από την πλευρά της Αριστεράς κι
όχι από την πλευρά της Δεξιάς;
«Η γνώση ορισμένων μαρξιστικών κειμένων υπήρχε ­ ατελώς, βέβαια ­ από την πρώτη εφηβεία. Αυτό που με τράβηξε στην πολύ νεανική μου ηλικία ­ τέλη ’41, αρχές ’42 ­ στον μαρξισμό το θεωρητικό και στο κομμουνιστικό κίνημα ήταν ότι έβλεπα εκεί ένα μεγαλύτερο άνοιγμα. Νομίζω ότι όλο αυτό το κλείσιμο του σύγχρονου ανθρώπου, ο αστισμός, ο καπιταλισμός, η δημοκρατία σαν μορφή ολιγαρχίας μπορούσαν να ανοιχθούν σε κάτι το πιο πανανθρώπινο. Τέσσερα χρόνια σκέψης και δράσης μού έδειξαν ότι αυτό δεν οδηγούσε σε ένα νέο άνοιγμα αλλά σε ένα νέο κλείσιμο, που με τη σειρά του έπρεπε να διασπαστεί από κάτι άλλο».
­ Πόσο βέβαιος ήσασταν τότε ότι η κομμουνιστική εφαρμογή δεν οδηγούσε τελικώς στο νέο άνοιγμα που λέτε; Σας ρωτώ γιατί ακόμη τότε, η πίστη ότι η λύση των κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων θα ερχόταν μέσα από την εφαρμογή των μαρξιστικών αρχών ήταν κυρίαρχη… Δεν είχαν ακόμη αρχίσει οι αμφισβητήσεις.
«Τότε, ανάμεσα στα τέλη ’41 αρχές ’42 ως τα μέσα του ’45, ήμουνα, θα έλεγα, κατά 80% βέβαιος. Υπήρχαν τα τρία τέταρτα που ήταν μέσα στο σχήμα, στο οποίο εμπλεκόμουν και υπήρχε ένα τέταρτο ή ένα 20% που ήταν ήδη έξω, που έβλεπα ότι κι αυτό μέσα στο οποίο είχα εμπλακεί ήταν ήδη κάτι το περιορισμένο. Ηταν βέβαια πολύ πρώιμη αυτή η σκέψη τότε αλλά οδηγήθηκα σε αυτή την αμφισβήτηση επειδή έζησα και τη θεωρία και την εμπειρία του κομμουνιστικού κινήματος και την Κατοχή και την Απελευθέρωση και τα Δεκεμβριανά. Και τόσο η σκέψη όσο και η πράξη, και τα δύο στην αλληλοεξάρτησή τους, μου έδειξαν αυτό το φρικτό στένεμα του πράγματος που παρουσιαζόταν σαν ανοιχτότερος χρόνος».
­ Δεν είχατε έναν φόβο ως διανοούμενος, ως στοχαστής εκείνη την εποχή, που ήταν και λιγάκι μόδα να μην τα βάζει κάποιος με την κομμουνιστική ελπίδα; Μιλούμε για μιαν εποχή όπου η σύγχρονη σκέψη απαιτούνταν να είναι αριστερή… Εσείς φαντάζομαι ότι είχατε κάποιους ανθρώπους, μια παρέα με την οποία επικοινωνούσατε, διαλεγόσασταν. Αυτοί οι άνθρωποι πώς αντιμετώπισαν αυτήν την αλλαγή σας, αυτήν τη στροφή που κάνατε;
«Η αντίθεση μου αυτή εκφράστηκε και προς τις πεποιθήσεις μου και τις ίδιες μου τις πράξεις, αλλά και προς τις πεποιθήσεις και τις πράξεις των ανθρώπων του στρατοπέδου, στο οποίο ανήκα από το ’41 ως το ’46. Δεν φοβήθηκα να δηλώσω αυτή τη διαφορετικότητά μου γιατί έβλεπα ότι το πράγμα δεν μπορούσε να προχωρήσει περισσότερο. Δηλαδή ούτε η σκέψη μπορούσε να προχωρήσει πιασμένη σε αυτό το πλέγμα ούτε οι άνθρωποι μπορούσαν να κινηθούν ούτε εγώ ο ίδιος μπορούσα να κινηθώ. Και αψηφώντας την αντίθεση, την έχθρα των ανθρώπων, είδα ότι ο υπαρκτός σοσιαλισμός ­ όπως άρχισε ήδη να υπάρχει από τον Λένιν και πέρα, συμπεριλαμβανομένου του Λένιν ­ δεν οδηγούσε παρά σε ένα νέο καθεστώς εξουσίας και εκμετάλλευσης».
­ Σήμερα υπάρχει μια έντονη αρθρογραφία στις εφημερίδες και στα σοβαρά περιοδικά ανά τον κόσμο που προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα: «Τελικώς είχε δίκιο ο Μαρξ;». Εσείς πιστεύετε ότι ο Μαρξ ήταν ένας στοχαστής που διαστρεβλώθηκαν οι ιδέες του στην προσπάθεια εφαρμογής τους στην πράξη;
«Το πρόβλημα του Μαρξ έμενε πάντα τρεμάμενο και ως ένα σημείο μένει τρεμάμενο. Δεν μπορεί παρά να δώσει κανείς μια απάντηση που φαίνεται ψευτοσυνθετική ­ «Φταίει ο Μαρξ; Και ναι και όχι…». Ο Μαρξ πρόβαλε ένα όραμα, έχτισε μια θεωρία φιλοσοφική, οικονομική, πολιτική, κοινωνική. Κατά κάποιον τρόπο ο λενινισμός και ο υπαρκτός σοσιαλισμός προδιαγράφονται ήδη από τον Μαρξ. Συγχρόνως όμως στον ίδιο τον Μαρξ υπάρχουν στοιχεία που στρέφονται εναντίον του μαρξισμού του. Σε μια συνέντευξη ­ καλή ώρα σαν κι αυτήν που κάνουμε τώρα ­ ο Μαρξ είπε ο ίδιος: «Εγώ δεν είμαι μαρξιστής». Αρα ο Μαρξ είναι κάτι που ξεπερνάει τον μαρξισμό».
­ Υπάρχει δηλαδή μια παγίδα μεταξύ της σκέψης του Μαρξ και της πράξης που εμπεριέχει αυτή η σκέψη;
«Η πράξη είναι μια πραγματικότητα φθηνή, εκμεταλλευτική, εξουσιαστική, όπου ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, όπου τα μέσα γίνονται εξευτελιστικά και όπου ο σκοπός (τελικά) εξαφανίζεται».
­ Αρα θα μπορούσαμε να πούμε ότι στο εργαστήρι της σκέψης κατοικεί η τελειότητα, ενώ στην πράξη το αποτέλεσμα αυτό της σκέψης γίνεται ατελές;
«Αυτό ισχύει για τους στοχαστές ­ θα προτιμούσα να πω στοχαστές παρά φιλοσόφους ­ που είδαν τη σκέψη τους να γίνεται άμεση πράξη. Οπου η σκέψη ενός στοχαστή γινόταν άμεση πράξη, βλέπαμε αμέσως τη διχόνοια, την αντίφαση, την έχθρα μεταξύ σκέψης και πράξης. Για τους στοχαστές ­ όπως είμαι και εγώ ­ για τους οποίους η σκέψη δεν μπορεί να γίνει άμεση, καθημερινή, εμπειρική πράξη, αλλά ξεπετάγεται από την ίδια την πράξη, την προσπερνάει και την υπερβαίνει, δεν υπάρχει αυτή η διάψευση της πραγματικότητας».
­ Μήπως οι στοχαστές σαν εσάς έχουν βρει ένα τέχνασμα για να μην ηττηθεί η σκέψη τους από την πράξη;
«Θα έλεγα ότι δεν το κάνω εγώ το τέχνασμα, αλλά το τέχνασμα αυτό υπάρχει 2.500 χρόνια, υπάρχει ήδη από τον λόγο του Ηράκλειτου, για τον οποίο δεν μπορούμε να πούμε ούτε ότι πραγματοποιήθηκε ούτε ότι δεν πραγματοποιήθηκε».
­ Οι στοχαστές που η σκέψη τους γίνεται άμεσα πράξη, πιστεύετε ότι κάτι δεν συλλαμβάνουν; Γιατί εκθέτουν τη σκέψη τους στην πράξη;
«Πιστεύω ότι αυτοί οι στοχαστές δεν συλλάβανε αυτή τη ρήξη και ενότητα μαζί, σκέψης και πράξης. Προσπάθησαν παιδικά, αφελώς ­ έστω και προφητικά ­ να δουν την ταυτότητα σκέψης και πράξης. Σκέψη και πράξη είναι ενιαίες, αλλά συγχρόνως και διχασμένες».
­ Ο στοχαστής που έχει τη «φιλοδοξία» να δει τη σκέψη του να γίνεται πράξη κρύβει ένα εξουσιαστικό προσωπείο;
«Οχι, γιατί η σκέψη ακριβώς αρνείται στον εαυτό της το δικαίωμα να εξουσιάσει οτιδήποτε. Υπόκειται η ίδια όχι στον ρυθμό τον δικό της, αλλά στον ρυθμό του κόσμου και του χρόνου που σκέφτεται».
­ Δηλαδή δεν πιστεύετε ότι έκρυβε μια μικρή ματαιοδοξία ο Μαρξ, συνθέτοντας ένα πλέγμα σκέψεων που στην εφαρμογή τους θα άλλαζαν τον κόσμο;
«Συγχρόνως όμως τον ίδιο τον Μαρξ, άμα τον διαβάσουμε με προσοχή, θα δούμε να λέει και όλα τα αντίθετα ως προς αυτή την πορεία, προς το κατασκεύασμα που ονομάστηκε υπαρκτός σοσιαλισμός».
­ Αλήθεια, γιατί ένας στοχαστής όπως εσείς, ενώ χρησιμοποιεί τη σκέψη για να επηρεάσει την πράξη και τη σκέψη της πράξης για να προχωρήσει την ίδια τη σκέψη, αποφεύγει να γίνει ποτέ πράξη αυτό το οποίο σκέφτεται;
«Πράξη σημαίνει δύο πράγματα· σημαίνει η εμπειρική και η καθημερινή πράξη ­ να εναποθέσω, για παράδειγμα, ένα τσιγάρο σε ένα σταχτοδοχείο ­ και σημαίνει επίσης ένα τεράστιο κίνημα, όπως ας πούμε η Αναγέννηση. Με τη στενότερή της έννοια η πράξη παραμένει εμπειρική. Αμα την καταλάβουμε στην πλατύτερή της έννοια όμως, εκεί βλέπουμε ότι ο λόγος ο ίδιος γίνεται πράξη. Ο Ηράκλειτος μίλησε για τον λόγο, ο λόγος έγινε ιδέα στον Πλάτωνα, ενέργεια στον Αριστοτέλη, υποκείμενο στον Ντεκάρτ, συλλογική κοινωνία στον Μαρξ και οδήγησε στην επανάσταση του Μάο Τσε Τουνγκ και στους κοκκινοφρουρούς. Ετσι πολλές φορές ο πιο απλός, ποιητικός ή στοχαστικός λόγος εγγράφεται στην πράξη από χιλιάδες άλλα πρακτικά κηρύγματα, μανιφέστα, προγράμματα».
­ Η επανάσταση είναι κάτι που πάει βόλτα πάντα με την πράξη;
«Η πράξη η ίδια είναι επαναστατική. Επαναστατική στο ότι ανατρέπει όλα τα θεμέλια της σκέψης. Δεν δέχεται ύπατη απάντηση στο ερώτημα «γιατί». Κρατάει το ερώτημα διαρκώς ανοιχτό. Αυτός είναι και ο επαναστατικός της χαρακτήρας και γι’ αυτό κατά κάποιον τρόπο τη φοβούνται όλοι ­ και οι δεξιοί και οι κεντρώοι και οι αριστεροί».
­ Η απάντηση κατοικεί στην πράξη και η ερώτηση στη σκέψη;
«Η απάντηση που δίνει η πράξη είναι πάντα μια μερική απάντηση. Αν θέσουμε το ερώτημα «γιατί ο κόσμος;» τότε βλέπουμε ότι καμία πράξη και καμία σκέψη δεν μπορεί να απαντήσει. Ισως το ερώτημα το ίδιο χρειάζεται στοχαστική επεξεργασία, ώστε να δούμε στη διάρκεια ποιας διαδρομής τίθεται ήδη το ερώτημα «γιατί;»».
­ Αρα το ερώτημα δεν γεμίζει ποτέ… Χωράει ατέλειωτο αριθμό απαντήσεων το κάθε ερώτημα.
«Το ερώτημα γεμίζει ακριβώς από τις προοπτικές του, που είναι σχεδόν απεριόριστες».
­ Πιστεύετε ότι θα έρθει μια στιγμή που οι άνθρωποι δεν θα θέτουν το ερώτημα «γιατί»;
«Δεν νομίζω. Με τα σημερινά δεδομένα του ανθρώπου από τότε που υπάρχει και όσο θα υπάρχει άνθρωπος θα τραντάζει καθετί το θετικό συθέμελα. Αν βέβαια αύριο προκύψει ένα άλλου είδους «ζωντανό», γι’ αυτό δεν μπορούμε να μιλήσουμε».
­ Η αδυναμία σκέψης είναι αυτή που κάνει τους ανθρώπους να έχουν ανάγκη να εξουσιαστούν;
«Η έλλειψη σκέψης, η οποία ακριβώς είναι μια παραγωγική αγωνία και μια χαρά με οδύνη, εμποδίζει τους ανθρώπους να σκεφτούν, να προβληματιστούν. Αυτό τους κάνει να ζητάνε ή έτοιμες απαντήσεις ή να επιδίδονται σε μια αιώνια γκρίνια. Και εκεί έρχεται και εγκαθίσταται η εξουσία που καναλιζάρει τα πρόσωπα και τα πράγματα».
­ Αρα για σας δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανάμεσα στις πολιτικές πρακτικές. Κάθε μορφή εξουσίας, από όπου και αν προέρχεται, σκοπό έχει να εκμεταλλευθεί αυτό το κενό σκέψης.
«Σήμερα, ιδίως ανάμεσα σε αυτό που λέγεται Δεξιά και σε αυτό που λέγεται Αριστερά ­ Αριστερά εννοώ τα σοσιαλιστικά κόμματα και ορισμένες ομάδες των υπαρχόντων ακόμα κομμουνιστικών κομμάτων και Δεξιά τα συντηρητικά κόμματα ­ το πεδίο πλεύσης είναι μικρό».
­ Μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς δεν υπάρχουν διαφορές πια;
«Υπάρχουν κάποιες διαφορές. Θα έλεγα ότι η Δεξιά είναι αναγκαστικά πιο κουτή. Η Αριστερά η ίδια, με το να ζητάει τη συγκρότησή της, μένει κάπως πιο ανοιχτή. Αλλά δεν έχουν τεράστια περιθώρια να μειώσουν τις διαφορές τους».
­ Είναι κοινωνικά αναγκαίες μερικές φορές η κουταμάρα και η βλακεία;
«Αυτό είναι αλήθεια… Η κουταμάρα και η βλακεία παίζουν και αυτές τον ρόλο τους. Ισως οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν άνετα ­ αν ποτέ πει κανείς ότι κυκλοφορούν άνετα, γιατί κυκλοφορούν φέροντας μια τεράστια αγωνία έτσι ή αλλιώς ­ δίνοντας κλειστές απαντήσεις. Η κουταμάρα δεν είναι ένα ψυχοφυσιολογικό χαρακτηριστικό, είναι ένα κλείσιμο στον κόσμο. Σήμερα νομίζω ότι έχουμε μπει στην εποχή των κουτών μορφωμένων και των κουτών ειδικών επιστημόνων».
­ Κουτός είναι αυτός που βρίσκεται μπροστά στο άνοιγμα αλλά δεν το βλέπει;
«Ναι… όχι δεν το βλέπει. Αρνείται να δει… και το πιο κοντινό των κοντινών πραγμάτων άνοιγμα και τον πιο μακρινό ορίζοντα».
­ Εσείς δέχεστε τη διαφοροποίηση μεταξύ των όρων «κουτός», «βλάκας», «ηλίθιος» κοινωνικά;
«Σε αυτό απαντάει η ψυχοπαθολογία, η ψυχιατρική… Πάντως θα έλεγα κουτός, βλαξ, ηλίθιος σημαίνει κλειστός και κλεινόμενος άνθρωπος».
­ Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι όσο προχωράει ο κόσμος, ο στοχαστής, η σκέψη, ηττάται; Δεν είναι μιας μορφής ήττα η όλο και μεγαλύτερη απουσία σκέψης στην εποχή μας; Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά είναι μια αίσθηση που έχω αυτή.
«Σε αυτό συμφωνώ μαζί σας, ότι η σκέψη είναι απούσα στην εποχή μας. Υπάρχουν όμως απούσες δυνάμεις, που είναι πιο παρούσες και από τις παρούσες. Υπογείως, διατρέχουν το παρόν, δένονται με ένα παρελθόν και ανοίγουν ένα μέλλον».
­ Θα έλεγε κανείς ότι αυτό που λέτε μπορεί να αποτελέσει μια ελπίδα στην πενία της ζωής μας από έλλειψη σκέψης;
«Οχι ελπίδα, αλλά ένα νέο άνοιγμα».
­ Μου αρέσει που την ελπίδα εσείς τη βλέπετε σαν ένα όριο.
«Ναι, ναι… Μα είναι όριο η ελπίδα, δεν το βλέπω εγώ μόνο».
­ Το γεγονός ότι ο κόσμος έχει αλλάξει τόσο πολύ και έχει μπει στο παιχνίδι της υλικής αλλά και πνευματικής κατανάλωσης πώς το εξηγείτε; Η κατανάλωση είναι μια βρισιά προς τον χρόνο;
«Η κατανάλωση είναι επίσης μια έκφανση του χρόνου. Είναι ο χρόνος που διαθέτουμε για να καταπατούμε, σαν να καταναλώνουμε διαρκώς τον χρόνο. Αλλωστε λέμε «για να περάσουμε την ώρα μας», «για να ξεχάσουμε» ή «για να ξεχαστούμε…». Η κατανάλωση είναι ένα γενικότερο πρόβλημα που ξεπερνάει την εμπορευματική, καπιταλιστική, λεγόμενη φιλελεύθερη κοινωνία. Είναι σαν ο ίδιος ο κόσμος να προτείνει να τον καταναλώσουμε για να φθάσουμε ίσως σε ένα ορισμένο αδιέξοδο που θα έκανε δυνατό ένα νέο ξεκίνημα, ένα άνοιγμα δηλαδή. Το οποίο με τη σειρά του θα περιέχει το ίδιο το κλείσιμό του».
­ Μπορεί το τέλος να διαρκεί πολλά χρόνια;
«Το τέλος μπορεί να διαρκεί χιλιετίες. Ο θάνατος ενός πράγματος διαρκεί πολύ περισσότερο από τη ζωή του».
­ Πώς το εξηγείτε αυτό;
«Ας πάρουμε για παράδειγμα τον μινωικό πολιτισμό. Ο μινωικός πολιτισμός αναπτύχθηκε μέσα στον χρόνο από μια στιγμή άλφα ­ την οποία προσδιορίζουν κάθε φορά διαφορετικά οι ιστορικοί και οι θεολόγοι ­ ως μια στιγμή βήτα. Εκεί λέμε ότι πέθανε ο μινωικός πολιτισμός. Ο μινωικός πολιτισμός όμως διαπερνά τον μυκηναϊκό, διαπερνά τον αρχαϊκό ελληνικό, τον ελληνιστικό… Δηλαδή, το τέλος του μινωικού διαρκεί πολύ περισσότερο από τον ίδιο τον μινωικό πολιτισμό».
­ Παίρνοντας πάντως ως δεδομένο ότι συνήθως εκείνο που φοβούνται οι άνθρωποι όταν ξεκινούν είναι το τέλος, δίνοντας μια δυνατότητα διάρκειας στο τέλος ανοίγεται από μια άλλη μεριά η πόρτα της μετά θάνατον ζωής.
«Ναι, και αυτό μας βοηθάει να συμφιλιωθούμε με τον θάνατο».
­ Εσάς σας απασχολεί ο θάνατος;
«Με απασχολούσε, θα έλεγα, πιο νέο ή και για μια περίοδο στην ώριμη ηλικία. Τώρα όμως νομίζω ότι έχω φθάσει σε μια συμφιλίωση με τον θάνατο. Ο θάνατος δεν είναι κάτι που μας στερεί, είναι ένα πλήρωμα, ένα ολοκλήρωμα. Και ο κάθε άνθρωπος πεθαίνοντας αφήνει ίχνη μέσα στον κόσμο που μπορεί να δειχθούν γόνιμα».
­ Νιώθετε προνομιούχος που πήρατε αυτόν τον δρόμο στη ζωή σας και όχι έναν άλλον;
«Ως άνθρωπος νομίζω ότι δέχθηκα το προνόμιο της σκέψης. Το προνόμιο όμως αυτό είναι συγχρόνως και ένα πλήγμα. Και πρέπει να ξέρει κανείς και να πληρώνει γι’ αυτά που κερδίζει».
­ Πώς το προνόμιο γίνεται πλήγμα;
«Γίνεται πλήγμα επειδή προβληματικοποιεί την κάθε στιγμή της ζωής: από τη μια την εμψυχώνει και από την άλλη την προβληματικοποιεί. Εκεί όπου ο λεγόμενος «απλός» άνθρωπος ­ ο οποίος δεν υπάρχει, γιατί όλοι οι άνθρωποι είναι κατά κάποιον τρόπο σύνθετοι ­ βρίσκει μια στάση, μια ανάπαυλα, μια σχεδόν οριστική ξεκούραση, ο σκεπτόμενος άνθρωπος ρευστοποιεί κάθε στιγμή της ρευστότητας του χρόνου. Δεν λέει «να σταματήσουμε εδώ» αλλά βαδίζει με τον χρόνο παρέα και αυτό είναι και άνοιγμα και πλήγμα».
­ Περιγράφετε το ίδιο πρόβλημα που έχει και ο καλλιτέχνης ο οποίος προχωρώντας στην τέχνη του χάνει την απόλαυσή της.
«Ακριβώς. Δεν μπορεί να σταθεί ένας ζωγράφος και να πει «τι ωραία μήλα αυτά»».
­ Εσείς γιατί επιλέξατε αυτόν τον τρόπο να στοχάζεστε; Γιατί στοχάζεστε με όχημα τη φιλοσοφία και όχι τη γλυπτική ή τη λογοτεχνία;

«Ο καλλιτέχνης στοχάζεται καλλιτεχνικά. Δεν θα έλεγα ότι ο άνθρωπος επιλέγει αυτός τον τρόπο που στοχάζεται ή σκέφτεται. Θα έλεγα ­ κάτι που φαίνεται λίγο αινιγματικό αλλά ίσως όλοι οι άνθρωποι να το αισθάνονται ­ ότι οι σκέψεις επιλέγουν τους ανθρώπους που θα τις κάνουν και όχι το αντίθετο».
­ Υπάρχει μια κατάλληλη στιγμή όπου οι άνθρωποι μπαίνουν στον κόσμο της σκέψης;
«Αυτό συνήθως γίνεται γύρω στην εφηβεία».
­ Γιατί οι άνθρωποι έχουν μια τάση να κατακτήσουν την αιώνια νεότητα;
«Ο άνθρωπος και θέλει να ζήσει ­ θέλει, δηλαδή, να εναντιωθεί στον χρόνο, που είναι και πορεία προς τον θάνατο ­ και συγχρόνως, και αυτό δεν το ξέρει αρκετά, επιθυμεί να πεθάνει, επιθυμεί τα πράγματα να έχουν ένα τέλος, γιατί η απόλυτη διάρκεια στο επίπεδο του ανθρώπου θα ήταν αφόρητη».
­ Οπως σας ακούω να μιλάτε, νιώθω ότι δεν πιστεύετε και πολύ στην έννοια του μέτρου…
«Στην έννοια του μέτρου σαν κάτι που σταματάει ανάμεσα σε ένα πλην και σε ένα συν, όχι. Μέτρο όμως για μένα είναι και η υπερβολή της κάθε κατάστασης. Πιστεύω το εκάστοτε μέτρο και όχι ένα γενικό μέτρο».
­ Δεν σας κουράζει μερικές φορές η σκέψη;
«Η σκέψη είναι και δύσκολη και εύκολη. Ο σκεπτόμενος άνθρωπος σκέφτεται όπως αναπνέει. Συγχρόνως αυτό δεν είναι τόσο εύκολο γιατί η σκέψη ζητάει να της ανοιχθεί κανείς. Αν έκανα σκι και ελάμβανα μέρος σε χιονοδρομίες με μεγάλη ταχύτητα, εκεί η σκέψη θα σταματούσε. Γιατί παίρνει το επάνω χέρι η άμεση δράση. Φθάνοντας βεβαίως στο τέρμα, αναρωτιόμαστε για τον ρυθμό και το νόημα της όλης χιονοδρομικής περιπέτειας».
­ Εχετε ζήσει στη ζωή σας πράξεις χωρίς όρια που μετά γίνονται αντικείμενο σκέψης για σας;
«Ολες τις πράξεις μου, μετά από μια ορισμένη ολοκλήρωση, τις σκέφτομαι κιόλας και μια σκέψη που τις συνοδεύει, χωρίς να την αναγνωρίζω εγώ ο ίδιος τη στιγμή της πράξης, γίνεται πιο σαφής με το τέλος της πράξης. Αλλά αυτό συμβαίνει επειδή κατά κάποιον τρόπο μυστικό υπήρχε ήδη από πριν η σκέψη».
­ Η σκέψη είναι ρίσκο;
«Η σκέψη είναι το κυριότερο ρίσκο του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που ρισκάρει. Το άστρο, το φυτό, η γίδα, το δέντρο δεν ρισκάρουν. Ο άνθρωπος είναι το ον που ρισκάρει μέσα στον κόσμο».
­ Πιστεύετε ότι όσο προχωράει η εξέλιξη ο άνθρωπος γίνεται περισσότερο ένα οικονομικό κτήνος παρά ένα έλλογο ζώο;
«Θα έλεγα ότι δεν είμαστε ένα οικονομικό κτήνος, παρ’ όλο που η σύγχρονη ανθρωπότητα παρουσιάζει ένα τέτοιο θέαμα. Ούτε έλλογο ζώο είναι ο άνθρωπος, γιατί δεν είμαστε ζώα ­ έχουμε το ρίσκο που μας διαφοροποιεί από τα ζώα. Και ο λόγος εμφανίστηκε μέσα από την έκλειψή του. Απλώς η κατανάλωση στην εποχή μας ζητεί αυτά τα πράγματα να τεθούν υπό ερώτηση. Δεν είναι κάτι απλό, δεδομένο, που θα διαρκέσει ως τέτοιο».
­ Ο φόβος είναι δημιουργικό στοιχείο στη ζωή των ανθρώπων; Πρέπει να φοβόμαστε;
«Θυμάμαι τη γιαγιά μου που συχνά έλεγε ότι «ο φόβος σώζει τα έρημα». Χωρίς τον φόβο ίσως δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε εμείς οι άνθρωποι· θα ήμασταν πάντα υπό δοκιμασία να ξεπεράσουμε το «μέτρο». Ο φόβος και συγκροτεί και συγκρατεί αλλά συγχρόνως είναι και αποπνικτικός και στενεύει».
­ Υπήρξαν παιδικές φοβίες σας τις οποίες μεγαλώνοντας και μπαίνοντας στο εργαστήρι της σκέψης ερμηνεύσατε;
«Αναμφισβήτητα. Τον φόβο του σκοταδιού που είχα ως παιδί, τον φόβο του αγνώστου… Μετά είδα ότι το σκοτάδι αποτελεί όχι μόνο τη σκιά του φωτός αλλά μέσα του κατοικεί το ίδιο το φως. Και στο φως κατοικεί το σκοτάδι».
­ Τι μας κάνει τότε να πιστεύουμε ως παιδιά το αντίθετο;
«Η προσκόλληση στην αμεσότητα που έχουμε ως παιδιά. Νομίζουμε ότι έτσι είναι μια για πάντα τα πράγματα. Το παιδί των Χ ετών που φοβάται από τη στιγμή που οι γονείς ­ ή το υποκατάστατό τους ­ γυρίζουν τον διακόπτη δεν ξέρει τι είναι αυτό το άμεσο σκοτάδι. Ή δεν ξέρουμε επίσης τι λέμε σκοτάδι στην ύπαρξη της φυσικής ή της ιστορίας. Αν δούμε το σκοτάδι ως σύμφυτο με το φως, η γνώση αυτή και η πράξη αυτή έχουν φωτίσει το σκοτάδι και έχουν συσκοτίσει το φως και επομένως έχει καταργηθεί ο φόβος».
­ Σας καταλαβαίνω γιατί έχω ζήσει αυτή την εμπειρία μικρός… Παρ’ όλο που δεν ήμουν ένα παιδί φοβιτσιάρικο, φοβόμουν πάρα πολύ να περνάω από δάσος τη νύχτα. Μεγάλωσα όμως στα Ιλίσια, κοντά στον Αγιο Χαράλαμπο, που είχε δίπλα δάσος. Την πρώτη φορά που πίεσα τον εαυτό μου να το κάνει επιτέλους, να διασχίσω δηλαδή το δάσος μόνος μου, είδα ότι τελικά έβλεπα καλύτερα παρά όταν είχε φως μες στο σκοτάδι. Αρχισα να βλέπω λεπτομέρειες μέσα στο σκοτάδι. Δεν μπορούσα να φαντασθώ ότι μέσα στο σκοτάδι μπορεί κανείς να ανακαλύψει ασφαλή φωτεινά μέρη. Σαν να υπήρχαν, δηλαδή, αίθρια φωτός μέσα στο σκοτάδι.
«Ακριβώς. Γιατί από παιδιά έχουμε συνηθίσει να ξεχωρίζουμε το λεγόμενο θετικό από το λεγόμενο αρνητικό. Δεν υπάρχει όμως θετική κίνηση χωρίς την αρνητικότητά της. Και κάθε αρνητικότητα προβάλλει μια νέα θετικότητα».
­ Οι στιγμές που η εξουσία βαδίζει αγκαζέ με τη μεγάλη σκέψη είναι οι πιο μεγαλειώδεις στην ιστορία της ανθρωπότητας;
«Η εξουσία δεν δικαιώνεται ποτέ. Η εξουσία παραμένει εξουσία πάντα αλλά κάτω και μέσα από κάθε εξουσία το υπόγειο ρεύμα της σκέψης συνεχίζει τον δρόμο του. Τίποτα δεν μπορεί να εξαντληθεί στα πλαίσια της εξουσίας γιατί ο ύπατος εξουσιαστής είναι ο θάνατος. Και αυτόν καμία εξουσία δεν μπορεί να τον περικλείσει στα όριά της».
­ Οταν υπάρχει ένα μεγαλειώδες παρελθόν είναι πιο σίγουρη η επικοινωνία του με ένα μεγαλειώδες μέλλον;
«Δεν νομίζω ότι υπάρχει τέτοιου είδους εξάρτηση του παρελθόντος με το μέλλον. Λέγαμε πάντα ο Μεσαίωνας, ο σκοταδισμός, ο σκοτεινός Μεσαίωνας… Σιγά σιγά είδαμε ότι ο Μεσαίωνας περιείχε, όπως η διήγησή σας πριν για το δάσος, φωτεινές στιγμές πολύ μεγάλες: τις ρωμαϊκές εκκλησίες, τους καθολικούς ναούς, μια σχολαστική σκέψη, μια μυστικιστική ποίηση. Δηλαδή, δεν ήταν σε αυτόν το σκοτάδι που κυριαρχούσε. Οπως από τον Διαφωτισμό και πέρα κάθε άλλο παρά το φως είναι αυτό που κυριαρχεί».
­ Μέσα σε αυτό το δωμάτιο αναπτύσσετε καθημερινά διαλόγους με διάφορους ανθρώπους που υπάρχουν μέσα στα βιβλία της βιβλιοθήκης σας;
«Αναμφισβήτητα. Νομίζω ότι διαλέγομαι με όλους τους μεγάλους οι οποίοι θεωρούνται νεκροί».
­ Ποιοι από αυτούς αποτελούν τη μόνιμη παρέα σας;
«Καθημερινή παρέα μου είναι ο Ηράκλειτος, ο Χέγκελ, ο Νίτσε, ο Μαρξ, ο Χάιντεγκερ…».
­ Καλλιτέχνες δεν υπάρχουν σε αυτή την παρέα;
«Βεβαίως… Π.χ., ο Ρέμπραντ».
­ Λογοτέχνες;
«Ο Ντοστογέφσκι».
­ Θυμάμαι αυτή την πολύ ωραία φράση που έχετε πει, ότι όλοι πιστεύουμε πως ο Ντοστογέφσκι είναι πίσω μας αλλά αυτός βρίσκεται μπροστά μας και μας περιμένει…
«Ναι, είναι πράγματι μπροστά μας και μας περιμένει».
­ Τι εννοείτε με αυτό;
«Οτι νομίζαμε πάντα πως ο Ντοστογέφσκι ήταν ανατόμος της ψυχής ή ότι περιέγραφε συνθήκες της τσαρικής Ρωσίας και επαναστατικά κινήματα ενώ ο Ντοστογέφσκι, μιλώντας π.χ. για τους «Δαιμονισμένους», μιλάει όχι μόνο για μας, τους ανθρώπους του παρελθόντος και του παρόντος, αλλά και για τους δαιμονισμένους του μέλλοντος».
­ Με τον καθένα από αυτούς αναπτύσσετε άλλου είδους κουβέντα;
«Ναι, αλλά η βάση είναι κοινή».
­ Ποια είναι η κοινή βάση;
«Οτι όλα έχουν το στοιχείο του ανοίγματος στον κόσμο. Δεν υπάρχει περιορισμός. Ο Ντοστογέφσκι, αν μας μιλάει για μια πόρνη, δεν περιορίζει την ύπαρξη αυτή μόνο στην πορνική ιδιότητά της. Βλέπει έναν ολόκληρο άνθρωπο και βλέπει μέσα από αυτήν και ολόκληρο τον κόσμο. Το κάνει βεβαίως με διαφορετικά μέσα από ό,τι ο Χέγκελ όταν μας μιλάει για την υποκειμενικότητα του ανθρώπου».
­ Από τη στιγμή που μπαίνετε στο εργαστήρι της σκέψης θα μπορούσε να πει κανείς ότι γίνεστε απολιτικός; ένας άνθρωπος, δηλαδή, που απορρίπτει την πολιτική;
«Δεν θεωρώ τον εαυτό μου απολιτικό. Πιστεύω ότι η πολιτική κάνει όχι ό,τι θέλει αλλά ό,τι μπορεί και ότι πρέπει πάντα να την κριτικάρουμε και να την ανοίγουμε. Ισως ο λεγόμενος στοχαστικός άνθρωπος να μην μπορεί να ταυτισθεί με ένα πολιτικό κόμμα αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συντείνει με τον τρόπο του ­ και πολλές φορές πιο αποφασιστικά από δημαγωγούς ή εκμεταλλευτές ­ και στην πολιτική ανάπτυξη».
­ Εσείς σηκώνετε τα χέρια κάθε φορά που καλείστε να επιλέξετε πολιτικό κόμμα;
«Δεν σηκώνω τα χέρια αλλά βλέπω τι ζητάνε και τι κάνουν αυτά τα πολιτικά κόμματα και αποφασίζω. Η στιγμή της πράξης είναι προσδιορισμένη από τα άμεσα πρακτικά. Αν δίδασκα στη Σορβόννη και ήμουν στο συνδικάτο των διδασκόντων, θα έπαιρνα μια απόφαση για το ποια ημέρα πρέπει να γίνουν οι εξετάσεις, ποια ημέρα θα ορισθεί για τα προφορικά, πώς θα μπορούσαν να βοηθούνται πιο πολύ οι λεγόμενοι άποροι φοιτητές, αλλά ποτέ δεν πίστεψα ότι αυτή, ας πούμε, η προοδευτική στάση εξαντλεί το πολιτικό πρόβλημα της φοιτώσας νεολαίας».
­ Το καλύτερο χτύπημα που μπορεί να καταφέρει ένας στοχαστής στα πολιτικά κόμματα είναι να τα αναγάγει σε απλούς τεχνοκρατικούς μηχανισμούς;
«Ναι, αλλά μέσα από αυτούς τους τεχνικούς και τεχνοκρατικούς μηχανισμούς που κατά κύριο λόγο είναι τα σημερινά πολιτικά κόμματα εκφράζεται και μια κίνηση. Δεν είναι το ίδιο, ας πούμε στη Γαλλία, όπου ξέρω καλύτερα τα πράγματα, ο Λεπέν, ο αρχηγός της εθνικιστικής και ρατσιστικής παράταξης που απεικονίζει την ψήφο του 14% των γάλλων ψηφοφόρων, με τον φιλελευθεροσοσιαλίζοντα Ζοσπέν… Ο Ζοσπέν τείνει σε ένα μεγαλύτερο άνοιγμα. Βεβαίως και τα δύο πολιτικά αυτά κόμματα έχουν στεγανά γιατί κανένα δεν τολμάει να ανοίξει πιο πολύ τα όριά του».
­ Ξέρετε, έχω σκεφθεί πολλές φορές ­ αφελώς ίσως πάλι ­ ότι η δημοκρατία έχει πάψει να έχει αυτή την αίσθηση του ανοίγματος που είχε όταν πρωτοήρθαμε σε επαφή μαζί της ως έννοια και έχει γίνει ένα ρούχο που κάθε πολιτικό κόμμα το οποίο διεκδικεί να κλέψει μια ψυχή, ένα μυαλό, μια σκέψη ψηφοφόρου το φοράει στα μέτρα του.
«Αυτό είναι σωστό. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όλη η Ευρώπη αλλά και η Νότιος και η Βόρειος Αμερική ζητούν δημοκρατία. Ξεχνάμε όμως ότι ουδέποτε κυριάρχησε η δημοκρατία. «Λόγω μεν δημοκρατία, έργω δε πρώτου ανδρός αρχή» μας λέει ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιο του Περικλή. Η δημοκρατία είναι σαν ένα αίτημα κενό που ζητάει κάθε φορά να το γεμίσουμε, που το γεμίζουμε κάθε φορά ατελώς και πάντα εξουσιαστικά και εκμεταλλευτικά και ζητάει το παραπέρα άνοιγμά της».
­ Ολα αυτά τα χρόνια, μετά την αποχώρησή σας από την ενεργό πολιτική δράση, έχετε έρθει σε επικοινωνία με μεγάλους πολιτικούς με τους οποίους συζητάτε αυτά τα πράγματα; Δηλαδή, τι λένε αυτοί οι άνθρωποι της εξουσίας όταν βρίσκονται απέναντι σε ένα στοχαστή;
«Νομίζω ότι δεν τους ενδιαφέρει η συζήτηση. Ενώ ένας ζωγράφος συζητάει, ενώ ένας ποιητής συζητάει, ενώ ένας συγγραφέας συζητάει, ενώ μια απλή γυναίκα του λαού συζητάει, ο πολιτικός δεν μπορεί να θέσει υπό ερώτηση το κλαδί επάνω στο οποίο είναι καθισμένος».
­ Σας ενοχλεί όταν αυτοί οι άνθρωποι προσπαθούν να παρουσιάσουν τους στοχαστές, τους διανοουμένους, σαν μια ελίτ κλεισμένη στον δικό της κόσμο;
«Ναι, είναι σαν ένα θέατρο σκιών όταν το κάνουν».
­ Υπάρχει κάτι μέσα σε αυτά που λέτε που θα αντέξει πέρα από τον δικό σας βιολογικό θάνατο;
«Νομίζω ότι βλέπω αυτό που θα αντέξει· όχι στο συγκεκριμένο του ντύσιμο ­ αν θα φοράει ρούχα μπεζ ή γκρι ­ αλλά βλέπω αυτό που έρχεται, γιατί είναι συνέπεια αυτού που υπήρξε και αυτού που είναι. Στον ορατό, προβλέψιμο χρόνο δεν μπορούμε να περιμένουμε μεγάλες εκπλήξεις. Θα γίνουν βεβαίως γεγονότα, θα γίνουν συνταρακτικά γεγονότα, αλλά όλα αυτά τα γεγονότα εγγράφονται ήδη σε ένα προκαθορισμένο πλαίσιο».
­ Πιστεύετε ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται;
«Το να πούμε ότι όλα επαναλαμβάνονται στην Ιστορία είναι λίγο στενό. Οπως και το να πούμε ότι όλα είναι καινούργια. Θα έλεγα ότι όλα μεταμορφώνονται, όχι αποτελώντας το ίδιο αλλά συγκλίνοντας προς το Αυτό. Και το Αυτό το γράφω με άλφα κεφαλαίο και θεωρώ ότι περιέχει τις διαφορές και τη διαφορά».
­ Το λάθος πόση σημασία έχει σε όλα αυτά που κάνετε;
«Το λάθος υπάρχει παντού, υπάρχει σε κάθε σημείο αυτού που λέμε αλήθεια. Ουσιαστικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι λάθος δεν υπάρχει, ότι όλα τα πράγματα εντάσσονται κάπου, παίζουν τον ρόλο τους και το λάθος το ίδιο αναιρείται, όπως και η αλήθεια η ίδια συντρίβεται».
­ Υπάρχει αλήθεια;
«Ούτε υπάρχει ούτε δεν υπάρχει. Η αλήθεια είναι μια συγκεκριμενοποιημένη μορφή της περιπλάνησης».
­ Θα μπορούσατε να γίνετε λίγο πιο σαφής;
«Ο,τι ονομάστηκε αλήθεια ­ αυτό που δεν λανθάνει, δηλαδή ­ δεν κατοικεί ούτε σε έναν ουράνιο τόπο ούτε επί της γης αλλά είναι η κυρίαρχη μορφή στις ιστορικές εποχές ­ στους στοχαστές, ποιητές, δημιουργούς ­ της περιπλάνησης του ανθρώπου που βαδίζει χωρίς να ξέρει γιατί, προς τα πού, προς τι…».
­ Ο Θεός είναι μια επινόηση του ανθρώπου ή το αντίθετο; Η εποχή μας βρίσκεται σε απόσταση από τον Θεό;
«Ο Θεός, θα έλεγα, έρχεται να κατοικήσει ανάμεσα στους ανθρώπους. Οι άνθρωποι ­ το τονίζω αυτό ­ τον είχαν ανάγκη. Δεν είναι ούτε κάτι που βρίσκεται έξω από τους ανθρώπους ούτε είναι μια απλή επινόηση του ανθρώπου ο Θεός. Αν οι άνθρωποι είχαν ανάγκη τον Θεό, τότε ο Θεός εμφανιζόταν εξαφανιζόμενος. Από μια στιγμή και πέρα ο Θεός και οι θεοί απομακρύνθηκαν και οι άνθρωποι έδειχναν να μην τον έχουν πια ανάγκη. Η θεότητα όμως είναι κάτι το πονηρό: εκεί που νομίζουμε ότι την έχουμε βγάλει έξω από το παιχνίδι, εμφανίζεται ξανά και βλέπουμε μια εποχή κατά μεγάλο μέρος άθεη να λατρεύει ως θεότητα την τεχνική».
­ Το χρήμα μπορεί να αποτελέσει τον σύγχρονο θεό;
«Το χρήμα είναι, θα έλεγα, μια συμβολική μορφή εξουσίας. Συμβολικά δίνει τη δυνατότητα ­ όχι βεβαίως για άπειρα πράγματα… Γιατί δεν μπορεί κανείς με το χρήμα να γίνει από 42 ετών 17. Δίνει ορισμένες δυνατότητες, εμφανίζεται σαν μια συμβολική εξουσία. Το χρήμα, όμως, που είναι κάτι που κυκλοφορεί, που δένει και αποσυνδέει τους ανθρώπους, παραμένει, περισσότερο από μια πραγματική, μια συμβολική δύναμη που δεσμεύει τους ανθρώπους και δεσπόζει σαν συμβολική δύναμη, ώσπου να υπερπηδηθεί ίσως και αυτό από έναν άλλον τρόπο συναλλαγής».
­ Πώς σας φαίνεται αυτή η σύγχρονη ψύχωση των ανθρώπων να αποκτούν χρήματα; Χάνουν τον χρόνο τους προσπαθώντας να αποκτήσουν χρήματα και μετά ξοδεύουν τα χρήματα που μάζεψαν για να κερδίσουν τον χαμένο χρόνο…
«Αυτό που δεν βλέπουν ούτε οι οικονομολόγοι ούτε οι κοινωνιολόγοι το λέει τόσο χαρακτηριστικά η λαϊκή έκφραση «όλα πληρώνονται». Και το χρήμα λοιπόν πληρώνεται».
­ Υπάρχουν πράγματα που νιώθετε ότι τα στερείστε επειδή είστε στοχαστής;
«Ισως στερείται κανείς μια πιο έντονη επαφή με τη φύση. Θα ήθελα, ας πούμε, να είχα πολύ περισσότερες φυσικές δραστηριότητες ­ εννοώ κολύμπι, πορεία, άλογο, σκι ­ από ό,τι έχω και από ό,τι με αναγκάζουν επίσης όχι μόνο η ηλικία, αλλά και η ίδια η επιλογή ενός ορισμένου στυλ ζωής. Αλλά και αυτό πάλι δεν είναι μόνο μια στέρηση, γιατί προσφέρεται προς τη μεριά της σκέψης· φεύγει από κάπου και πηγαίνει κάπου αλλού».
­ Δεν νιώθετε λίγο περίεργα που πληρώνεστε επειδή σκέπτεστε;
«Πληρώνομαι τόσο λίγο, που δεν μου φαίνεται καθόλου περίεργο και θα ήθελα να πληρώνομαι περισσότερο. Αυτό που λένε ότι έλεγε και ο Σωκράτης στην Απολογία του, ότι θα ήθελε να τον τρέφει πολύ καλύτερα το Πρυτανείο».
­ Υπάρχουν στιγμές που θεωρείτε τον εαυτό σας έναν από τους εκλεκτούς που κατέχουν τη γνώση; Οτι είστε δηλαδή από τους «ιδιοκτήτες» της γνώσης;
«Νιώθω άνθρωπος τον οποίο επισκέπτεται η γνώση ­ όχι όμως με την έννοια της ιδιοκτησίας».
­ Δεν υπάρχει ιδιοκτησία στη γνώση;
«Οχι, δεν υπάρχει. Κανένας δεν κατέχει ο ίδιος με τη μορφή της ιδιοκτησίας τη γνώση».
­ Η απόκτησή της δεν είναι σύμφυτη με μια υψηλή οικονομικά και κοινωνικά τάξη; Υπάρχουν άνθρωποι που αποκλείονται από τη γνώση ακόμη και σήμερα για λόγους καθαρά ταξικούς…
«Αναμφισβήτητα· και φυσική αναπηρία και κοινωνικοί προσδιορισμοί ­ μια πάρα πολύ μεγάλη φτώχεια ­ και βιολογικοί ­ μια αρρώστια ­ εμποδίζουν. Και είμαι σίγουρος ότι μέσα στους βομβαρδισμούς της Χιροσίμας ή μέσα στην πανωλεθρία των Εβραίων θα υπήρχαν εν δυνάμει στοχαστές. Αλλά όπου δεν υπάρχει μια τέτοια ωμή βιαιότητα, φυσική, κοινωνική ή βιολογική, πιστεύω ότι αυτό που πρέπει να εκδηλωθεί θα βρει τον δρόμο του».
­ Τώρα που αναφέρατε τους Εβραίους… Πήγα πρόσφατα στο Ισραήλ και είδα από τον τρόπο που συμπεριφέρονται στους ανθρώπους ότι είναι σαν να μην υπήρξαν ένας λαός ο οποίος έχει τόσο υποφέρει στο πρόσφατο παρελθόν. Πώς το εξηγείτε αυτό; Μήπως τελικώς η ιστορία δεν μας μαθαίνει τίποτε;
«Και στο Ισραήλ βλέπουμε αυτό που είπαμε πριν για τον μαρξισμό· από τη στιγμή που το όραμα έγινε πραγματικότητα έπεσε θύμα της πραγματικότητας και από εκεί που ήταν ένα όραμα ελευθερίας και συνύπαρξης με το θείον, έγινε και αυτό ένα εξουσιαστικό κράτος».
­ Υπάρχουν στιγμές όπου ο άνθρωπος μπορεί να υπερβεί τον άνθρωπο;
«Πιστεύω ότι είναι πολλές αυτές οι στιγμές, χωρίς ο ίδιος ο άνθρωπος να το ξέρει».
­ Μου λέτε μία;
«Και σε μια ερωτική σχέση και σε μια φιλική σχέση και κοιτάζοντας έναν πίνακα, ακούγοντας τόνους μουσικής, ο άνθρωπος υπερβαίνει και το υποκείμενό του και τον άνθρωπο ως άνθρωπο. Είναι ακριβώς όπως όταν συνομιλεί με τον κόσμο που περιέχει τους ανθρώπους».
­ Δηλαδή είναι σαν να συμμετέχει σε μια ομήγυρη που δεν τη βλέπει, αλλά όμως διαλέγεται μαζί της.
«Ακριβώς».
­ Πιστεύετε σε αυτόν τον διαχωρισμό ψυχής και μυαλού; Ο Ντοστογέφσκι αναρωτιέται σε κάποιο σημείο του έργου του: «Τα μεγάλα έργα είναι αποτέλεσμα ενός λαμπερού μυαλού ή μιας φλογισμένης ψυχής;» Εσείς τι λέτε;
«Την ψυχή θα έλεγα ότι πρέπει να την κατανοήσουμε στην αρχαιοελληνική έννοιά της και από εκεί και πέρα να πάμε πιο εδώ. Η ψυχή δεν είναι ένα από τα τρία κομμάτια του συνόλου ­ ψυχή, νους, σώμα. Η ψυχή είναι η πηγή της ίδιας της σωματικότητας και της διανοητικότητας. Η ψυχή, ο ψυχισμός, είναι η επαφή μας με το όλον, δεν είναι ένα μέρος. Αντίθετα η ψυχολογία περιορίζει την ψυχή σε ένα αντικείμενο επιστημονικής έρευνας, σε ένα ψυχολογικό δηλαδή αντικείμενο».
­ Αν υποθέσουμε ότι το εργαστήρι της σκέψης είναι ένα μεγάλο δωμάτιο, μπαίνοντας κανείς μέσα τι βλέπει; Τι περιέχει αυτό το δωμάτιο;
«Αυτό που κάθε φορά βλέπει κανείς, αυτό που του επιβάλλεται να δει… Περιέχει επίσης τις παρουσίες τις οποίες είμαστε έτοιμοι να δούμε και τις υπόλοιπες που θα μας προκαλέσουν να τις δούμε. Συγχρόνως όμως μέσα από αυτό το δωμάτιο της σκέψης εκφράζονται και όλες οι απουσίες».
­ Απόν είναι ό,τι έχει τελειώσει; Το τέλος;
«Απόν είναι ή κάτι που υπάρχει με έναν τρόπο κρυφό ή κάτι που έχει αποτραβηχτεί. Η απουσία όμως για μας τους ανθρώπους είναι πιο δυνατή από την παρουσία».
­ Γιατί;
«Γιατί η απουσία προκαλεί μια ένταση, μια τάση προς. Η απουσία της γιαγιάς μου είναι πολύ περισσότερο υπαρκτή από τη σχέση παρουσίας που έχω με έναν ταχυδρομικό υπάλληλο ο οποίος βάζει γραμματόσημα στα γράμματά μου. Την παρουσία είναι σαν να τη θεωρούμε κτήμα μας».
­ Στη φύση γιατί συμπεριφέρονται έτσι οι άνθρωποι;
«Γιατί βρισκόμαστε στην εποχή ­ από την Αναγέννηση και πέρα ­ του κυρίαρχου εγώ, είτε του συνολικού εγώ που είναι οι άνθρωποι (είτε του ατομικού). Πίστεψε δηλαδή ο άνθρωπος ότι είναι αυτός το κέντρο και μπορεί και πρέπει να καταπολεμήσει τη φύση. Ετσι, με όλους τους τρόπους προσπαθούμε να την καταπολεμήσουμε. Ακόμη και αυτός ο αθώος τουρισμός είναι ένας τρόπος εκμετάλλευσης της φύσης. Αντί να δούμε ένα δάσος, το περπατάμε. Στα γαλλικά λένε «faire une forest» (κάνω ένα δάσος). Θα ήταν και αυτό μία από τις τεχνικές επιτεύξεις του ανθρώπου».
­ Ολη αυτή η ανάπτυξη της τεχνολογίας και της επιστήμης είναι μια θανάτωση της φύσης;
«Είναι ένα σκότωμα της φύσης. Βέβαια αυτό που δεν καταλαβαίνουμε είναι ότι η φύση υπάρχει παρά τη θέλησή μας και μπορεί να ετοιμάζει εκδικήσεις, μπορεί όμως και να μας οδηγήσει σε μια φιλικότερη σχέση απέναντί της».
­ Πιστεύετε δηλαδή ότι θα μας εκδικηθεί η φύση για το ότι προσπαθούμε μέσω της επιστήμης να επιμηκύνουμε το όριο της ζωής;
«Η φύση σε κάθε στιγμή μάς εκδικείται. Ολες αυτές οι προσπάθειές μας αυξάνουν την αγωνία και την καταθλιπτικότητα. Ολη η ζωή του ανθρώπου είναι σήμερα πια σαν μια ζωή μετά θάνατο. Σήμερα μοιάζει σαν να έχει κάτι επιτελεστεί ήδη και γι’ αυτό περισσότερο από ζώντες είμαστε επιζώντες. Από την άλλη αυτό κάνει πιο φιλική την παρουσία του θανάτου στην εποχή μας».
­ Ποια είναι η κύρια διαφορά του έργου του στοχαστή από το έργο του καλλιτέχνη; Υπάρχουν διαφορές δηλαδή;
«Υπάρχουν. Αυτός που λέμε στοχαστής δουλεύει με λέξεις, τις οποίες σκέφτεται και προσπαθεί να πει το διαρθρωμένο όλον. Ο καλλιτέχνης σκέπτεται αισθανόμενος, δείχνει τα στοιχεία του κόσμου χωρίς να έχει και την επίγνωση αυτού που κάνει. Ενας ζωγράφος που βάζει κάπου ένα κόκκινο, το βάζει επειδή έτσι του επιβάλλεται εκείνη τη στιγμή. Δεν συγκρίνει το κόκκινο με τα κόκκινα φανάρια, την κόκκινη σημαία ή με το αίμα…».
­ Αρα είστε της άποψης ότι πρώτα δημιουργεί ο καλλιτέχνης και μετά ερμηνεύει το έργο.
«Η ερμηνεία του είναι η δημιουργία του, αλλά όχι ότι δεν χρειάζεται η αυτογνωσία. Γι’ αυτό συχνά πολύ μεγάλοι καλλιτέχνες, όταν μιλάνε για τη δουλειά τους, λένε τελείως δευτερεύοντα πράγματα, ενώ η δουλειά τους μιλάει πολύ περισσότερο, είναι πολύ πιο καίρια».
­ Συγγραφέας πιστεύατε ότι θα γίνετε όταν μεγαλώσετε;
«Ναι».
­ Εχετε επιχειρήσει ποτέ να γράψετε μυθιστόρημα;
«Δεν μπορώ να γράψω αφηγηματικά».
­ Πώς το εξηγείτε αυτό;
«Επειδή δουλεύω με έννοιες».
­ Δεν μπορείτε δηλαδή να δημιουργήσετε πλοκή;
«Οχι μόνο πλοκή αλλά και τη χθεσινή μου ημέρα να μου ζητήσουν να περιγράψω, θα βγάλω έννοιες από την ημέρα που πέρασα. Δεν θα αναφερθώ δηλαδή σε γεγονότα ­ μου φαίνονται ασήμαντα τα γεγονότα. Δίνω μεγαλύτερη προσοχή στις αισθήσεις, στα συναισθήματα και στις σκέψεις».
­ Σας ευχαριστώ
«Κι εγώ».

Κορνήλιος Καστοριάδης – Ο Φιλόσοφος (1922-1997)


από αναγνώστη

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης γεννήθηκε στις 11 Μαρτίου 1922 στην Κωνσταντινούπολη. Την ίδια χρονιά εγκαταστάθηκε με τους γονείς του στην Αθήνα. Ο πατέρας του Καίσαρας Καστοριάδης τον ανέθρεψε σύμφωνα με τα γαλλικά πρότυπα μόρφωσης, ενώ η μητέρα του Σοφία τού μετέδωσε την αγάπη της για τις τέχνες και το πιάνο. Σε ηλικία μόλις 13 ετών ο Καστοριάδης ήλθε σε επαφή με τη μαρξιστική σκέψη μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου που αγόρασε σε υπαίθριο βιβλιοπωλείο. Στη συνέχεια σπούδασε νομικά, φιλοσοφία και οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, σπουδές τις οποίες συμπλήρωσε αργότερα στο Παρίσι … 

…με υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου. Επί δικτατορίας Μεταξά (1937) προσχώρησε στην Κομμουνιστική Νεολαία, γεγονός που του κόστισε μια σύλληψη και μια επίσκεψη στην Ασφάλεια. Το 1941 ενεγράφη στο κομμουνιστικό κόμμα της κατοχικής Ελλάδας, από το οποίο όμως αποχώρησε ένα χρόνο αργότερα για να γίνει μέλος τροτσκιστικής ομάδας. Η ενεργή συμμετοχή του στην Αντίσταση συνοδεύθηκε από καταδίωξη τόσο από την πλευρά των κομμουνιστών όσο και από τους συνεργάτες των Γερμανών. 
Μετά τα Δεκεμβριανά, και αφού αποδοκίμασε τη στάση του ΚΚΕ, εγκατέλειψε την Ελλάδα με πλοίο και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Παρίσι, όπου άσκησε το επάγγελμα του στατιστικού οικονομολόγου. Στη συνέχεια έγινε μέλος της τροτσκιστικής Τετάρτης Διεθνούς και του Διεθνιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Από το 1948 εργάστηκε ως διευθυντής κλάδου της Στατιστικής Εθνικών Λογαριασμών και Μελετών Ανάπτυξης στον Οργανισμό Οικονομικής Ανάπτυξης και Συνεργασίας (ΟΟΣΑ), μια θέση την οποία διατήρησε ως και το 1970. Τη νέα του απασχόληση συνόδευσαν η απομάκρυνσή του από τα τροτσκιστικά κόμματα και η γνωριμία του με τον διανοούμενο Κλοντ Λεφόρτ, με τον οποίο ξεκίνησαν την έκδοση του περιοδικού «Socialisme ou Barbarie» («Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα»). Το εν λόγω έντυπο συγκέντρωσε επί δεκαετίες τις αντιφρονούσες τροτσκιστικές φωνές εξεχουσών προσωπικοτήτων των γραμμάτων, όπως ο Λιοτάρ και ο Γκιγιόμ, οι οποίοι έβαλλαν διά των κειμένων τους κατά του υπαρκτού σοσιαλισμού. 
Ο Καστοριάδης, μάλιστα, επηρεασμένος από το έργο του Μαξ Βέμπερ και λαμβάνοντας ως παράδειγμα το εφαρμοσμένο πολιτικό σύστημα της τότε Σοβιετικής Ενωσης, έλεγε χαρακτηριστικά: «Η ρωσική επανάσταση οδήγησε στην εγκαθίδρυση ενός νέου τύπου καθεστώτος εκμετάλλευσης και καταπίεσης όπου μια νέα κυρίαρχη τάξη, η γραφειοκρατία, σχηματίστηκε γύρω από το κομμουνιστικό κόμμα». Οσο για τις ταξικές κοινωνίες, υποστήριζε ότι χωρίζονταν όχι σύμφωνα με την κατοχή ή τον έλεγχο της ιδιοκτησίας, αλλά σύμφωνα με την κατοχή ή την άσκηση της εξουσίας. Ο ίδιος, κινητήρια δύναμη πίσω από το ιστορικό περιοδικό και συντάκτης των βασικών κειμένων της έκδοσης, υπέγραφε τα άρθρα του χρησιμοποιώντας πλήθος ψευδώνυμα (Pierre Chaulieu, Paul Cadran, Jean-Marc Coudray, Jean Delvaux και Marc Noiraud). Η σκέψη του συνάντησε μεγάλη απήχηση στους επαναστατικούς κύκλους, τα δοκίμιά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και τυπώθηκαν σε δεκάδες επαναστατικά φυλλάδια. 
Το 1958 ο Καστοριάδης δημιούργησε άλλο ένα περιοδικό, το «Pouvoir Ouvrier» (1958-1965), καθώς και ομάδες συζητήσεων σε ολόκληρη τη γαλλική επικράτεια, αλλά και στη Βρετανία και στις ΗΠΑ. Το 1967 η ομάδα του Καστοριάδη διαλύεται, η σκέψη του ωστόσο γίνεται σημαία των εξεγερμένων φοιτητών τον Μάη του 1968. Το 1970 αποτέλεσε έτος-σταθμό στη ζωή του έλληνα διανοουμένου. Μετά την απόκτηση της γαλλικής υπηκοότητας (ως τότε κινδύνευε να απελαθεί ανά πάσα στιγμή) απορροφήθηκε στη μελέτη της ψυχανάλυσης, ενώ διετέλεσε και εκδότης του περιοδικού «Textures» από το 1971 ως το 1975. Στο μεταξύ ο Καστοριάδης, ψυχαναλυτής πλέον, έλαβε μέρος στην Τέταρτη Ομάδα, όπως ονομάστηκε το κίνημα διαφωνούντων μέσα στη σχολή του Λακάν. Στο πλάι του η πρώτη σύζυγός του και ψυχαναλύτρια Πιέρα Ολινιέ. Εν συνεχεία διετέλεσε εκδότης του περιοδικού εντύπου «Libre» ως το 1980, οπότε και εξελέγη διευθυντής σπουδών στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, όπου διοργάνωσε σεμινάριο με τίτλο «Η θέσμιση της κοινωνίας και η ιστορική δημιουργία».
Το 1989 ο Καστοριάδης επισκέφθηκε την Ελλάδα, όπου έδωσε σειρά διαλέξεων στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (το οποίο τον αναγόρευσε επίτιμο διδάκτορα), στον Βόλο, στο Ρέθυμνο και στο Ηράκλειο. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 75 ετών στο νοσοκομείο Λαενέκ του Παρισιού, στις 26 Δεκεμβρίου 1997, ύστερα από εγχείρηση ανοικτής καρδιάς. Σύμφωνα με δική του επιθυμία, στην κηδεία του δεν ακούστηκαν θρησκευτικοί ψαλμοί, παρά μόνον μια σονάτα του Μπετόβεν, και οι μνείες από τους φίλους και μαθητές του. Η σορός του ετάφη παρουσία της δεύτερης συζύγου του Ζωής και των δύο θυγατέρων του Κυβέλης και Σπάρτης, στο Κοιμητήριο του Μονπαρνάς. Κηδεύτηκε χωρίς την παρουσία ιερέων.
Στα σημαντικότερα έργα του που έχουν μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα συγκαταλέγονται: «Η γραφειοκρατική κοινωνία», «Η πείρα του εργατικού κινήματος», «Υπάρχει σοσιαλιστικό μοντέλο ανάπτυξης; Σκέψεις πάνω στην ανάπτυξη και την ορθολογικότητα», «Ουγγρική επανάσταση 1956», «Λαϊκές εξεγέρσεις στην Ανατολική Ευρώπη», «Η γαλλική κοινωνία», «Μπροστά στον πόλεμο», «Σύγχρονος καπιταλισμός και επανάσταση», «Χώροι του ανθρώπου», «Από την οικολογία στην αυτονομία», «Το επαναστατικό πρόβλημα σήμερα», «Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα», «Πρώτες δοκιμές», «Καιρός», «Οι ομιλίες στην Ελλάδα», «Τα σταυροδρόμια του λαβύρινθου», «Ο θρυμματισμένος κόσμος», «Ανθρωπολογία, πολιτική, φιλοσοφία», «Η ορθολογικότητα του καπιταλισμού», «η φανταστική θέσμιση της κοινωνίας», «Η άνοδος της σημαντότητας», «Διάλογοι», «Ο πολιτικός του Πλάτωνα». Μερικά από τα θέματα με τα οποία επανειλημμένα καταπιάστηκε ο Καστοριάδης είναι ο ρόλος των διανοουμένων και των πολιτών στις παρηκμασμένες δυτικές κοινωνίες του καπιταλισμού, η θέση των σύγχρονων ΜΜΕ, καθώς και η ανάπτυξη μιας δικής του θεωρίας για την εγκαθίδρυση μιας νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας η οποία πηγάζει απευθείας από την αυτόνομη δράση του προλεταριάτου χωρίς την παρεμβολή γραφειοκρατικών μηχανισμών.

Μια συνέντευξη (1993) 
                                    
Pascale Egre : Τι είναι για σας η Οικολογία;
Κορνήλιος Καστοριάδης: Η οικολογία αποτελεί την κατανόηση του βασικού γεγονότος ότι η κοινωνική ζωή  δεν μπορεί να μη λαμβάνει υπόψη με ένα κεντρικό τρόπο το περιβάλλον μέσα στο οποίο ξεδιπλώνεται αυτή η κοινωνική ζωή. Όλως περιέργως, αυτή η κατανόηση μοιάζει να έχει υπάρξει σε μεγαλύτερο βαθμό προηγουμένως, σε άγριες ή παραδοσιακές κοινωνίες. Ακόμη και μια γενιά πριν, στην Ελλάδα, υπήρχαν αγρότες που ανακύκλωναν σχεδόν τα πάντα. Στη Γαλλία, η διατήρηση των ρέοντων υδάτων, των δασών και πάει λέγοντας έχει αποτελέσει ένα ανανεούμενο ενδιαφέρον για αιώνες. Χωρίς καμιά «επιστημονική γνώση», οι άνθρωποι είχαν μια απλοϊκή αλλά σαφή επίγνωση της ζωτικής τους εξάρτησης από το περιβάλλον [δες επίσης και την ταινία (του Akira Kurosawa) Dersu Uzala]. Αυτό άλλαξε ριζικά με τον καπιταλισμό και τη σύγχρονη τεχνοκρατία[2], που είναι βασισμένα στην αέναη και ραγδαία αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης και τα οποία συνεπάγονται ήδη κάποια προφανή σήμερα καταστροφικά αποτελέσματα για την οικόσφαιρα της Γης. Αν σας φαίνονται βαρετές οι επιστημονικές συζητήσεις, απλώς ρίξτε μια ματιά στις παραλίες ή στον αέρα των μεγαλουπόλεων. Οπότε, δεν μπορούμε πλέον να πιστεύουμε σε μια πολιτική, που να αξίζει το όνομά της, από την οποία θα έλειπε ένα σοβαρό ενδιαφέρον για την οικολογία.
P.E.: Μπορεί η οικολογία να γίνει επιστημονική;
Κ.Κ.: Η οικολογία είναι βασικά πολιτική. Δεν είναι «επιστημονική». Η επιστήμη είναι ανίκανη, ως επιστήμη, να θέσει τα όρια ή τους σκοπούς της [finalités]. Αν η επιστήμη ερωτηθεί για το πιο ικανό ή το πιο οικονομικό μέσο εξολόθρευσης του πληθυσμού της Γης, είναι ικανή (θα έπρεπε να είναι ικανή!) να σας παράσχει μια επιστημονική απάντηση. Ως επιστήμη, δεν έχει απολύτως τίποτα να πει σε σχέση με το αν αυτό το σχέδιο είναι «καλό» ή «κακό». Κάποιος μπορεί, κάποιος πρέπει, σίγουρα, να θέσει σε κίνηση τις πηγές της επιστημονικής έρευνας για να εξερευνήσει τον αντίκτυπο που μια τέτοια και μια τέτοια ενέργεια, εντός της σφαίρας της παραγωγής, μπορούν να έχουν πάνω στο περιβάλλον ή, κάποιες φορές, το μέσο αποφυγής κάποιου ανεπιθύμητου παράπλευρου αποτελέσματος. Σε τελευταία ανάλυση, όμως, η απάντηση μπορεί να είναι μόνο πολιτική.
Το να πούμε, όπως λέχθηκε απ’ όσους υπέγραψαν την «Έκκληση της Χαϊλδεβέργης» (την οποία, από την πλευρά μου, μάλλον θα ονόμαζα Έκκληση της Νυρεμβέργης), ότι η επιστήμη και μόνο η επιστήμη μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα, είναι αποκαρδιωτικό. Ερχόμενη από τόσο πολλούς κατόχους του βραβείου Νόμπελ, εκφράζει μια βασική αγραμματοσύνη, μια αποτυχία να στοχαστούν πάνω στην ίδια τους τη δραστηριότητα, και την πλήρη ιστορική αμνησία[3]. Δηλώσεις σαν κι αυτήν γίνονται όταν, όπως και λίγα χρόνια πριν, οι βασικοί εφευρέτες και κατασκευαστές των πυρηνικών βομβών διακήρυσσαν δημοσίως μια βαθειά μεταμέλεια, χτυπώντας τα στήθη τους, φωνάζοντας για την ενοχή τους κοκ. Μπορώ να αναφέρω τους Οπενχάϊμερ και Ζαχάροφ, για να μην πούμε άλλους. Είναι ακριβώς η ανάπτυξη της τεχνοεπιστήμης και το γεγονός ότι οι επιστήμονες δεν είχαν ποτέ, και δε θα έχουν ποτέ, οτιδήποτε να πούνε σε σχέση με τη χρήση της ή ακόμη και τον καπιταλιστικό της προσανατολισμό που δημιούργησε το περιβαλλοντικό πρόβλημα και την παρούσα βαρύτητα του προβλήματος. Και αυτό που παρατηρούμε σήμερα είναι το τεράστιο περιθώριο της αβεβαιότητας που περιέχεται στα στοιχεία και τις εξελικτικές προοπτικές για το περιβάλλον της Γης. Αυτό το περιθώριο, προφανώς, έχει δύο πλευρές. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι οι πιο σκοτεινές προοπτικές είναι και οι πιο πιθανές.
Το αληθινό ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι αυτό αλλά η πλήρης εξαφάνιση της σωφροσύνης, της φ ρ ο ν ή σ ε ω ς. Δεδομένου ότι κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι το φαινόμενο του θερμοκηπίου θα οδηγήσει ή όχι σε μια άνοδο της στάθμης της θάλασσας, ούτε και πόσα χρόνια θα πάρει μέχρι η τρύπα του όζοντος να καλύψει όλη την ατμόσφαιρα, η μόνη συμπεριφορά που μπορούμε να υιοθετήσουμε είναι αυτή του diligens pater familias, του ευσυνείδητου ή συνεπούς πατέρα της οικογένειας που λέει στον εαυτό του «Αφού το ρίσκο είναι τεράστιο και ακόμη και οι πιθανότητες είναι αβέβαιες, θα προχωρήσω με τη μεγαλύτερη επιφύλαξη [σωφροσύνη] και όχι σα να ήταν όλο το ζήτημα επουσιώδες».
Τώρα, αυτού που γινόμαστε μάρτυρες προς το παρόν, για παράδειγμα κατά τη διάρκεια του Καρναβαλιού του Ρίο (που του έχει δοθεί η ταμπέλα της «Διάσκεψης»), είναι η πλήρης ανευθυνότητα. Αυτή η πλήρης ανευθυνότητα μπορεί να ιδωθεί στην αποφασιστικότητα του Προέδρου George Herbert Walker Bush και των φιλελεύθερων {με την ευρωκεντρική έννοια των συντηρητικών οπαδών της «ελεύθερης αγοράς»}, οι οποίοι επικαλούνται ακριβώς την αντίθετη πλευρά του επιχειρήματος της αβεβαιότητας (καθώς τίποτα δεν έχει «αποδειχθεί», ας συνεχίσουμε όπως και πριν . . . ). Μπορεί να ιδωθεί στην τερατώδη συμμαχία μεταξύ των δεξιών Αμερικάνων Προτεσταντών και της Καθολικής Εκκλησίας να εναντιωθούν σε οποιαδήποτε βοήθεια ελέγχου των γεννήσεων στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, όταν η σύνδεση ανάμεσα στη δημογραφική έκρηξη και τα περιβαλλοντικά προβλήματα είναι έκδηλη. Την ίδια στιγμή – το μέγεθος της υποκρισίας – κάποιοι ισχυρίζονται ότι ενδιαφέρονται για το βιοτικό επίπεδο αυτών των πληθυσμών. Για να βελτιώσει όμως κάποιος το βιοτικό επίπεδο εκεί θα έπρεπε να επιταχύνει την καταστροφική παραγωγή και κατανάλωση των μη ανανεώσιμων πηγών.
P.E.: Κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης του Ρίο, δύο συμβάσεις, με κάποια ιστορική σημασία το καθένα υιοθετήθηκαν: η σύμβαση για την κλιματική αλλαγή και η άλλη για τη βιο-ποικιλότητα. Αποτελούν κι αυτές κομμάτι του «Καρναβαλιού»;
Κ.Κ.: Ναι, καθώς δεν προτείνουν συγκεκριμένα μέτρα και δε συνοδεύονται από συγκεκριμένες κυρώσεις. Είναι οι τιμές που αποδίδει το Κακό στην Αρετή. Και μια λέξη για τη βιο-ποικιλότητα. Κάποιος/-α θα έπρεπε να θυμάται ότι από όσους υπέγραψαν την Έκκληση της Νυρεμβέργης κανείς δεν ξέρει πόσα ζωντανά είδη μπορούν να βρεθούν σήμερα στη Γη. Οι υπολογισμοί γίνονται μέσα στην κλίμακα των 10 και των 30 εκατομμυρίων ειδών, αλλά ακόμη και η κλίμακα των 100 εκατομμυρίων έχει τεθεί στο τραπέζι. Τώρα, από αυτά τα είδη, γνωρίζουμε μόνο ένα μέσο ποσοστό. Αυτό που γνωρίζουμε, ωστόσο, με σχετική βεβαιότητα είναι ο αριθμός των ζωντανών ειδών που εξαφανίζονται κάθε χρόνο, συγκεκριμένα μέσω της καταστροφής των τροπικών δασών. Σήμερα, ο E. O. Wilson υπολογίζει ότι, τα επόμενα τριάντα χρόνια, θα έχουμε εξολοθρεύσει περίπου το 20% των υπαρχόντων ειδών – ή, για να χρησιμοποιήσουμε το χαμηλότερο συνολικό υπολογισμό, γύρω στα 70,000 είδη το χρόνο, διακόσια είδη την ημέρα! Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη σκέψη, η καταστροφή ενός μόνο είδους μπορεί να οδηγήσει στην κατάρρευση της ισορροπίας, συνεπώς την καταστροφή, ενός ολόκληρου οικό-τοπου[4].
P.E.: Διαβάζοντας κάποια από τα άρθρα σας, κάποιος θα μπορούσε να έχει την εντύπωση ότι η οικολογία αποτελεί μόνο την κορυφή του παγόβουνου που καλύπτει μια επανα-διαπραγμάτευση όχι μόνο της επιστήμης αλλά και του οικονομικού-πολιτικού συστήματος. Είστε ένας επαναστάτης;
Κ.Κ.: Η επανάσταση δε σημαίνει χείμαρρους αίματος, την κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων κοκ. Η επανάσταση σημαίνει τον ριζικό μετασχηματισμό των θεσμών της κοινωνίας. Με αυτή την έννοια, φυσικά είμαι επαναστάτης. Αλλά για να υπάρξει μια επανάσταση με αυτή την έννοια, προφανείς αλλαγές πρέπει να λάβουν χώρα στην ψυχο-κοινωνική οργάνωση του δυτικού ανθρώπου, στη στάση που έχει για τη ζωή, εν συντομία, στο φαντασιακό του. Η ιδέα ότι ο μόνος σκοπός στη ζωή μας είναι να παράγουμε και να καταναλώνουμε περισσότερο –  μια ιδέα που είναι και παράλογη και εξευτελιστική – πρέπει να εγκαταλειφθεί. Το καπιταλιστικό φαντασιακό της ψευτο-ορθολογικής ψευδο-κυριαρχίας, της άνευ ορίων επέκτασης, πρέπει να εγκαταλειφθεί. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να γίνει μόνο από όλους τους άνδρες και τις γυναίκες. Ένα άτομο, ή μια οργάνωση μόνο, μπορούν – στην καλύτερη περίπτωση – να προετοιμάσουν, να ασκήσουν κριτική, να διεγείρουν, να σκιαγραφήσουν πιθανές κατευθύνσεις.
P.E.: Ποιο παραλληλισμό θα μπορούσαμε να κάνουμε ανάμεσα στην υποχώρηση του μαρξισμού και στη ραγδαία ανάπτυξη της πολιτικής οικολογίας;
Κ.Κ.: Η σχέση τους είναι προφανώς περίπλοκη. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει κανείς να παρατηρήσει ότι ο Μαρξ μετέχει πλήρως του καπιταλιστικού φαντασιακού: σύμφωνα με αυτόν, όπως και με την κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής του, τα πάντα εξαρτώνται από την αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων. Όταν η παραγωγή φθάνει σε ένα αρκετά υψηλό επίπεδο είναι κανείς σε θέση να μιλήσει για μια αληθινά ελεύθερη κοινωνία, για μια κοινωνία ισότητας και πάει λέγοντας. Δεν βρίσκει κανείς στον Μαρξ καμία κριτική της καπιταλιστικής τεχνικής, είτε όσον αφορά την μέθοδο παραγωγής είτε όσον αφορά τον τύπο και τη φύση των προϊόντων που παράγονται. Για αυτόν, η καπιταλιστική τεχνική και τα προϊόντα της αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας της ανθρώπινης προόδου. Ούτε ασκεί κριτική στην εργασιακή διαδικασία του εργοστασίου. Επικρίνει, βεβαίως, μερικά «υπερβολικά» στοιχεία αλλά, υπό αυτήν τη μορφή, αυτή η οργάνωση φαίνεται για αυτόν να αποτελεί μια πραγμάτωση της ορθολογικότητας, χωρίς την προσθήκη εισαγωγικών. Το βασικό κομμάτι της κριτικής του έχει να κάνει με την χρήση αυτής της τεχνικής και αυτής της οργάνωσης: πως, δηλαδή, από αυτές επωφελείται μόνο το κεφάλαιο και όχι η ανθρωπότητα ως σύνολο. Δεν εντοπίζει την ανάγκη να γίνει μια εσωτερική κριτική στην τεχνική και την οργάνωση της καπιταλιστικής παραγωγής.
          Το ότι ο Μαρξ «ξεχνάει» αυτά τα πράγματα είναι περίεργο, λόγω του ότι στην εποχή του αυτή η σκέψη απασχολεί πολλούς συγγραφείς. Ας θυμηθούμε, για να αναφερθούμε σε ένα γνωστό παράδειγμα, τους Άθλιους του Βικτόρ Ουγκό. Όταν, με σκοπό να σώσει τον Μάριο, ο Γιάννης Αγιάννης τον κουβαλάει μέσα από τους υπονόμους του Παρισιού, ο Ουγκό παραδίδεται σε μία από τις πολυαγαπημένες παρεκβάσεις του. Βασισμένος, χωρίς αμφιβολία, στους υπολογισμούς των μεγάλων χημικών της εποχής, πιθανόν του Justus Liebig, λέει πως από το Παρίσι καταλήγει στην θάλασσα κάθε χρόνο, μέσω των υπονόμων του, χρηματικό ποσό ίσο με 500 εκατομμύρια χρυσά φράγκα. Αυτό το αντιπαραβάλλει στη συμπεριφορά των κινέζων αγροτών, οι οποίοι λιπαίνουν το χώμα με τα δικά τους περιττώματα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μας λέει ουσιαστικά ότι το έδαφος της Κίνας είναι τόσο εύφορο όσο ήταν και την πρώτη μέρα της Δημιουργίας. Γνωρίζει πως οι παραδοσιακές οικονομίες ήταν οικονομίες ανακύκλωσης, ενώ η σημερινή είναι μια οικονομία σπατάλης.
          Ο Μαρξ όλα αυτά τα παραβλέπει ή τα περιθωριοποιεί. Και αυτό επρόκειτο να παραμείνει, μέχρι το τέλος, η τοποθέτηση του μαρξιστικού κινήματος. Αρχίζοντας από το τέλος της δεκαετίας του 50′, αρκετοί παράγοντες θα ενώνονταν προκειμένου να αλλάξει αυτή η κατάσταση. Καταρχάς, μετά το εικοστό συνέδριο του ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος, την ουγγρική επανάσταση το ίδιο έτος (1956), την Πολωνία, την Πράγα και πάει λέγοντας, η μαρξιστική ιδεολογία χάνει την γοητεία της. Κατόπιν άρχισε η κριτική της καπιταλιστικής τεχνικής. Σε αυτό αναφέρομαι σε ένα από τα κείμενά μου του 1957, «Το περιεχόμενο του Σοσιαλισμού»[5], όπου ανέπτυξα μια εκ βάθρων κριτική στον Μαρξ, για το ότι παραμελεί εντελώς την κριτική στην καπιταλιστική τεχνολογία, ειδικότερα σε ότι αφορά το στάδιο της παραγωγής, ότι συμμερίζεται εντελώς, εν προκειμένω, την κυρίαρχη αντίληψη της εποχής του. Κατά την ίδια χρονική περίοδο, οι άνθρωποι άρχιζαν να ανακαλύπτουν τον όλεθρο που ο καπιταλισμός επέφερε στο περιβάλλον. Ένα από τα πρώτα βιβλία που άσκησαν μεγάλη επιρροή ήταν το «Silent Spring»[6] (Η σιωπηλή Άνοιξη) της Rachel Carson, το οποίο περιέγραψε τις καταστροφές που τα εντομοκτόνα επέφεραν στο περιβάλλον: τα εντομοκτόνα καταστρέφουν τα παράσιτα των φυτών αλλά και, συγχρόνως, έντομα – επομένως και τα πουλιά που τρέφονται από αυτά. Αυτό είναι ένα σαφές παράδειγμα μιας κυκλικής οικολογικής ισορροπίας και της ολοσχερούς καταστροφής της μέσω της καταστροφής ενός μόνο από τα συστατικά της στοιχεία.
Μια οικολογική συνείδηση άρχισε κατόπιν να διαμορφώνεται. Αναπτύχθηκε ακόμα γρηγορότερα,  καθώς νέοι άνθρωποι, δυσαρεστημένοι με το καθεστώς των πλούσιων χωρών, δεν μπορούσαν πια να εντάξουν τις κριτικές τους μέσα στα παραδοσιακά μαρξιστικά κανάλια που καταντούσαν σχεδόν γελοία. Κριτικές που στηρίζονταν επάνω στη συνεχή μεγέθυνση της φτώχειας δεν ανταποκρίνονταν πια στην πραγματικότητα· δεν θα μπορούσε κανείς πλέον να κατηγορήσει τον καπιταλισμό πως οδηγεί τους εργάτες στη λιμοκτονία από τη στιγμή που η κάθε οικογένεια της εργατικής τάξης είχε από ένα – και μερικές φορές δύο – αυτοκίνητα. Συγχρόνως, υπήρξε μια συγχώνευση των καθιερωμένων οικολογικών ζητημάτων με τα αντιπυρηνικά ζητήματα.
P.E.: Αποτελεί, τότε, η οικολογία τη νέα «τελευταία μεγάλη ιδεολογία»;
Κ.Κ.: Όχι, δεν θα έλεγα αυτό. Και εν πάσει περιπτώσει, η οικολογία δεν πρόκειται να γίνει ιδεολογία υπό την παραδοσιακή έννοια του όρου. Αλλά η αναγκαιότητα να ληφθεί το περιβάλλον καθώς και η ισορροπία μεταξύ της ανθρωπότητας και των πόρων του πλανήτη σοβαρά υπόψη, είναι προφανής για οποιαδήποτε αληθινή και σοβαρή πολιτική. Η φρενήρης πορεία της αυτονομημένης τεχνο-επιστήμης και η τεράστια δημογραφική έκρηξη που θα συνεχίσει να γίνεται αισθητή για τουλάχιστον μισό αιώνα μας το επιβάλλουν. Η προσπάθεια να ληφθούν αυτά υπόψη πρέπει να διαμορφωθεί μέσα σε ένα τέτοιο πολιτικό πρόταγμα, που δε θα εξαντλείται αποκλειστικά στην οικολογία αλλά θα την υπερβαίνει. Και εάν δεν υπάρξει ένα νέο κίνημα, καμία επανα-αφύπνιση του δημοκρατικού προτάγματος, η οικολογία θα μπορούσε εύκολα να ενσωματωθεί σε μια νέο-φασιστική ιδεολογία. Ενόψει μιας παγκόσμιας οικολογικής καταστροφής, παραδείγματος χάριν, κάποιος/κάποια μπορεί πολύ εύκολα να δει αυταρχικά καθεστώτα να επιβάλλουν  δρακόντειους περιορισμούς σε έναν πανικόβλητο και απαθή πληθυσμό.
Η παρεμβολή της οικολογικής συνιστώσας σε ένα ριζοσπαστικό δημοκρατικό πρόταγμα είναι απολύτως αναγκαία. Και είναι τόσο επιτακτική, ώστε η επαναξιολόγηση της παρούσας κοινωνίας, οι αξίες και οι προσανατολισμοί, που υπονοείται από ένα τέτοιο πρόταγμα, είναι αδιαχώριστη από την κριτική του φανταστικού «της ανάπτυξης» με το οποίο ζούμε[7].
P.E.: Είναι τα γαλλικά οικολογικά κινήματα φορείς ενός τέτοιου προτάγματος;
K.K.: Πιστεύω πως μεταξύ των Πρασίνων (les Verts) όπως επίσης και μεταξύ των μελών της Génération Écologie, η πολιτική συνιστώσα είναι ανεπαρκής[8]. Δεν ασχολούνται καθόλου με τις ανθρωπολογικές δομές της σύγχρονης κοινωνίας, με τις πολιτικές και θεσμικές δομές, με το τι σημαίνει πραγματική δημοκρατία, με τα ερωτήματα που θα προέκυπταν από την παλινόρθωση και τη λειτουργία της και πάει λέγοντας. Τα κινήματα ασχολούνται, ως επί το πλείστο, με ζητήματα που έχουν να κάνουν με το περιβάλλον και σχεδόν αδιαφορούν για τα καυτά κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Είναι κατανοητό το γιατί δεν επιθυμούν να χαρακτηρίζονται «ούτε δεξιοί ούτε αριστεροί». Αλλά αυτό το «ζήτημα τιμής», το να μην παίρνεις θέση για τα καυτά πολιτικά ερωτήματα της εποχής, είναι μια στάση αρκετά εκτεθειμένη σε κριτική. Τα κινήματα αυτά τείνουν έτσι να μετατραπούν σε λόμπυ.
         Ακόμα και όταν εκφράζουν ένα ενδιαφέρον για την πολιτική διάσταση, αυτό μου φαίνεται και πάλι ανεπαρκές. Αυτό έγινε στη Γερμανία, όπου οι Πράσινοι εφάρμοσαν έναν νόμο ανακλητότητας των εκπροσώπων τους. Η εναλλαγή και η ανακλητότητα αποτελούν κεντρικές ιδέες των πολιτικών μου συλλογισμών. Διαχωρισμένοι, όμως, από τα υπόλοιπα, δεν διατηρούν πια κανένα νόημα. Έτσι συνέβη και στη Γερμανία, όπου, αφού εισήχθησαν στο κοινοβουλευτικό σύστημα έχασαν κάθε νόημα. Ο λόγος ήταν πως ο χαρακτήρας του κοινοβουλευτικού συστήματος είναι να εκλέγει «εκπροσώπους» για πέντε χρόνια με στόχο να ξεφορτωθεί τα πολιτικά ερωτήματα, να αφήνει αυτά τα ερωτήματα στους «εκπροσώπους», έτσι ώστε να μην ασχολούμαστε με αυτά. Αυτό, όμως, είναι το αντίθετο του δημοκρατικού προτάγματος.
Π.Ε.: Αυτή η καθαρά πολιτική συνιστώσα ενός προτάγματος ριζικής αλλαγής περιλαμβάνει επίσης τις σχέσεις Βορά-Νότου;
Κ.Κ.: Φυσικά, είναι ένας εφιάλτης το να βλέπεις καλοταϊσμένους ανθρώπους να κοιτάζουν τους Σομαλούς ετοιμοθάνατους απ’ την πείνα και έπειτα να γυρίζουν ξανά στον ποδοσφαιρικό τους αγώνα. Αλλά είναι επίσης, από τη ρεαλιστικότερη σκοπιά, μια τρομερά βραχυπρόθεσμη στάση. Οι άνθρωποι κλείνουν τα μάτια τους και αφήνουν αυτούς τους ανθρώπους να συνεχίζουν να λιμοκτονούν. Αλλά μακροπρόθεσμα, αυτοί δεν θα αφήσουν τους εαυτούς τους να συνεχίσουν να πεθαίνουν της πείνας. Η λαθραία μετανάστευση αυξάνεται καθώς οι δημογραφικές πιέσεις μεγαλώνουν, και αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι δεν έχουμε δει τίποτα ακόμη. Οι Τσικάνος περνάνε τα σύνορα Μεξικού-Αμερικής ουσιαστικά χωρίς κανένα εμπόδιο, και σύντομα δεν θα είναι μόνο οι Μεξικάνοι. Σήμερα, στην περίπτωση της Ευρώπης, διέρχονται, μεταξύ άλλων περιοχών από τα στενά του Γιβραλτάρ. Και αυτοί δεν είναι Μαροκινοί: είναι άνθρωποι που έρχονται από όλες τις γωνίες της Αφρικής, ακόμη και από την Αιθιοπία ή την ακτή του Ελεφαντοστού, οι οποίοι υπομένουν αφάνταστες ταλαιπωρίες ούτως ώστε να φτάσουν στη Ταγγέρη και να καταφέρουν να πληρώσουν τους λαθρέμπορους. Όμως αύριο, δεν θα υπάρχει πλέον Γιβραλτάρ. Υπάρχουν ίσως 40,000 χιλιόμετρα  Μεσογειακής ακτής, αυτό που ο Γουίνστον Τσόρτσιλ αποκάλεσε «η αχίλλειος πτέρνα της Ευρώπης». Ήδη, φυγάδες από το Ιράκ περνάνε μέσα από τη Τουρκία και λαθραία εισέρχονται στην Ελλάδα. Ύστερα, υπάρχει όλο το Ανατολικό σύνορο των Δώδεκα. Θα υψώσουν πάλι ένα νέο Τείχος του Βερολίνου 3.000 ή 4.000 χιλιόμετρα μακρύ  με σκοπό να εμποδίσει τους πεινασμένους Ανατολικούς από το να εισέλθουν στο πλούσιο ήμισυ της Ευρώπης; Γνωρίζουμε ότι μια τεράστια οικονομική και κοινωνική ανισορροπία υπάρχει μεταξύ της πλούσιας Δύσης και του υπόλοιπου κόσμου. Αυτή η ανισορροπία δεν ελαττώνεται: αυξάνεται. Το μόνο πράγμα που η «πολιτισμένη» Δύση εξάγει σε αυτές τις χώρες, αντί για πολιτισμό, είναι πραξικοπηματικές τεχνικές, όπλα και τηλεοράσεις που επιδεικνύουν καταναλωτικά πρότυπα τα οποία είναι ανέφικτα γι’ αυτούς τους φτωχούς πληθυσμούς. Αυτή η ανισορροπία δεν θα κατορθώσει να συνεχιστεί, εκτός αν η Ευρώπη γίνει ένα αστυνομοκρατούμενο φρούριο.
P.Ε.: Τι γνώμη έχετε για το βιβλίο του Luc Ferry[9], το οποίο εξηγεί ότι οι Πράσινοι (les Verts) είναι οι φορείς μιας συνολικής θέασης του κόσμου η οποία αμφισβητεί τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση;
Κ.Κ.: Το βιβλίο του Luc Ferry διαλέγει τον λάθος εχθρό και εν τέλει γίνεται μια πράξη αντιπερισπασμού. Τη στιγμή που το σπίτι έχει πιάσει φωτιά, όταν ο πλανήτης κινδυνεύει, ο Ferry τα βάζει με τον εύκολο στόχο: κάποιους περιθωριακούς ιδεολόγους οι οποίοι δεν είναι ούτε αντιπροσωπευτικοί αλλά ούτε και αληθινή απειλή και δε λέει ούτε μία λέξη, ή μετά βίας μία, γύρω από τα αληθινά προβλήματα. Την ίδια στιγμή, αντιπαρατίθεται σε μια «νατουραλιστική» ιδεολογία, μια εντελώς επιφανειακά «ουμανιστική» ή  «ανθρωποκεντρική» ιδεολογία. Ο άνθρωπος είναι ριζωμένος σε κάτι άλλο έξω από τον εαυτό του, το γεγονός ότι δεν είναι ένα «φυσικό» ον δε σημαίνει ότι αιωρείται στο κενό. Είναι ανώφελο το να επανερχόμαστε, συνέχεια, στο πεπερασμένο του ανθρωπίνου όντος όταν μιλάμε για τη φιλοσοφία της γνώσης και να ξεχνάμε αυτό το περιορισμένο όταν μιλάμε για την πρακτική φιλοσοφία.
P.Ε.: Υπάρχει φιλόσοφος, θεμελιωτής της οικολογίας;
Κ.Κ.: Δεν βλέπω κανένα φιλόσοφο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο θεμελιωτής της οικολογίας. Σίγουρα υπάρχει, μεταξύ των Άγγλων, Γερμανών και Γάλλων Ρομαντικών, μία «Αγάπη της φύσης». Αλλά η οικολογία δεν είναι  «η αγάπη της φύσης». Είναι η αναγκαιότητα του αυτό-περιορισμού (δηλαδή, η αληθινή ελευθερία ) του ανθρωπίνου είδους σε σχέση με τον πλανήτη πάνω στον οποίο, από τύχη, υπάρχει και τον οποίο έχει βαλθεί να καταστρέψει. Από την άλλη πλευρά, σίγουρα κάποιος μπορεί να βρει σε διάφορες φιλοσοφίες αυτή την υπεροψία, αυτή την ύβρη, όπως έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, την υπερβολική οίηση ή την προπετή υπερβολή, οι οποίες ενθρονίζουν τον άνθρωπο στη θέση του «άρχοντα και  κυρίου της φύσης» – ένας ισχυρισμός που είναι στην πραγματικότητα εντελώς γελοίος. Δεν είμαστε καν άρχοντες αυτού που εμείς θα κάνουμε, ξεχωριστά, αύριο ή σε μερικές βδομάδες. Όμως, η Ύβρις πάντα προκαλεί τη Νέμεση, την τιμωρία, και αυτό είναι που διακινδυνεύουμε να συμβεί σε εμάς.
P.E.: Θα ήταν ωφέλιμη μια επανεμφάνιση της αίσθησης του μέτρου και της αρμονίας της αρχαίας φιλοσοφίας;
Κ.Κ.: Μια επανεμφάνιση της φιλοσοφίας στο σύνολό της θα ήταν ωφέλιμη, λόγω του ότι διανύουμε μια από τις λιγότερο φιλοσοφικές περιόδους, για να μη πούμε αντιφιλοσοφικές περιόδους, στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η αρχαία Ελληνική συμπεριφορά, εν τούτοις, δεν ήταν μια συμπεριφορά βασισμένη στο μέτρο και την αρμονία. Ξεκινάει από την αναγνώριση των αόρατων ορίων της δράσης μας, από την ουσιαστική θνητότητά μας και από την ανάγκη για αυτό-περιορισμό.
P.E.: Θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει την ανύψωση του ενδιαφέροντος για το περιβάλλον σαν ένα χαρακτηριστικό της επιστροφής του «θρησκευτικού», κάτω από τη μορφή μίας πίστης στη φύση;
Κ.Κ.: Πρώτα απ’ όλα, δε νομίζω ότι, παρά τα όσα λέει ο κόσμος, ότι θα υπάρξει μια επιστροφή του θρησκευτικού στις Δυτικές χώρες. Ακολούθως, η οικολογία, ορθώς θεωρούμενη (και απ’ αυτή την άποψη, αυτό είναι η γενική περίπτωση), δεν κάνει τη φύση θεότητα και ούτε και τον άνθρωπο βέβαια. Η μόνη σχέση που μπορώ να δω είναι πολύ έμμεση. Έχει να κάνει με το τι διέπραξε η θρησκεία για να κρατάει στο χέρι σχεδόν όλες τις κοινωνίες. Ζούμε στην πρώτη κοινωνία, από καταβολής της ιστορίας της ανθρωπότητας, όπου η θρησκεία δεν καταλαμβάνει το κέντρο της κοινωνικής ζωής. Γιατί αυτή η τεράστια θέση της θρησκείας μέχρι πρότινος; Επειδή υπενθύμιζε στον άνθρωπο ότι δεν είναι ο άρχοντας του κόσμου, ότι υπήρχε κάτι άλλο εκτός από αυτόν, το οποίο το «προσωποποιούσε» με τον έναν ή τον άλλον τρόπο: το ονόμαζε ταμπού, τοτέμ, θεούς του Ολύμπου – ή  Μ ο ί ρ α – Ιεχωβά κτλ. Η θρησκεία παρουσίαζε την Άβυσσο και την ίδια στιγμή την κάλυπτε δίνοντας της ένα πρόσωπο: είναι ο Θεός, ο Θεός είναι αγάπη κτλ. Και αυτή με αυτό τον τρόπο ακόμη έδινε νόημα στη ζωή και στο θάνατο του ανθρώπου. Βέβαια, πρόβαλε πάνω στις θεϊκές δυνάμεις ή πάνω στο μονοθεϊστικό Θεό κάποιες ουσιαστικές ανθρωπομορφικές και ανθρωποκεντρικές ιδιότητες και έτσι ακριβώς έδινε νόημα στο υπάρχον.  Η Άβυσσος έγινε, κατά κάποιο τρόπο, οικεία και ομοιογενής με εμάς. Συγχρόνως, όμως, υπενθύμιζε στον άνθρωπο τον περιορισμό του: του υπενθύμιζε ότι το Ον είναι ανεξερεύνητο και αδάμαστο. Τώρα, μια οικολογία ενσωματωμένη σε ένα πολιτικό πρόταγμα της αυτονομίας πρέπει να υποδεικνύει αυτόν τον περιορισμό του ανθρώπου όπως επίσης και να του υπενθυμίζει ότι το Ον δεν έχει νόημα, ότι είμαστε εμείς αυτοί οι οποίοι δημιουργούμε το νόημα ιδίω κινδύνω (και με τη μορφή των διάφορων θρησκειών…)[10]. Υπάρχει συνεπώς, υπό μία έννοια, εγγύτητα, αλλά υπό μια άλλη έννοια, αμείωτη αντίθεση.
P.E.: Συνεπώς, περισσότερο από την άμυνα της φύσης επιθυμείτε την υπεράσπιση του ανθρώπου;
Κ.Κ.: Η υπεράσπιση του ανθρώπου εναντίον του εαυτού του, αυτό είναι το ζήτημα. Ο κυριότερος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Καμιά φυσική καταστροφή δεν είναι ισάξια με τις καταστροφές, τις σφαγές, τα ολοκαυτώματα που δημιουργήθηκαν από τον άνθρωπο ενάντια στον άνθρωπο. Σήμερα, ο άνθρωπος είναι ακόμη ή περισσότερο από ποτέ εχθρός του ανθρώπου, όχι μόνο επειδή συνεχίζει πιο πολύ από ποτέ να παραδίδεται σε μια σφαγή των ομοίων του, αλλά ακόμη επειδή πριονίζει το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται: το περιβάλλον. Την επίγνωση αυτού του γεγονότος θα έπρεπε κάποιος πρέπει να προσπαθήσει να αφυπνίσει ξανά σε μια εποχή όπου η θρησκεία, για πολύ καλούς λόγους, δεν μπορεί να παίξει πλέον αυτό το ρόλο. Πρέπει να υπενθυμίσουμε στους ανθρώπους τα όρια τους, όχι μόνο τα ατομικά αλλά και τα κοινωνικά. Δεν είναι μόνο ότι ο καθένας μας υπόκειται στο φυσικό νόμο και ότι μια μέρα θα πεθάνει. Είναι ότι όλοι εμείς μαζί δεν μπορούμε να κάνουμε ακριβώς τίποτα: οφείλουμε να αυτό-περιοριζόμαστε. Η Αυτονομία – η αληθινή ελευθερία – είναι ο αυτό-περιορισμός που είναι αναγκαίος όχι μόνο στους κανόνες της ενδοκοινωνικής συμπεριφοράς  αλλά επίσης και στους κανόνες  που υιοθετούμε στη συμπεριφορά μας προς το περιβάλλον.
P.E.: Αισιοδοξείτε γύρω από αυτή την αφύπνιση της επίγνωσης των ανθρώπινων ορίων;
Κ.Κ.: Υπάρχει, στους ανθρώπους, μια δημιουργική δύναμη, μια δυνατότητα να μεταβάλλουν αυτό που είναι, η οποία εκ φύσεως και εξ’ ορισμού είναι απροσδιόριστη και απρόβλεπτη. Αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι καθαυτό θετικό ή αρνητικό και το να μιλάμε για αισιοδοξία ή απαισιοδοξία σε αυτό το επίπεδο είναι απλώς επιπόλαιο. Ο άνθρωπος, ως δημιουργός δύναμη, είναι «άνθρωπος» όταν χτίζει τον Παρθενώνα ή τον καθεδρικό ναό της Παναγίας των Παρισίων, όπως επίσης και όταν στήνει το Άουσβιτς ή το Γκούλαγκ. Η συζήτηση γύρω από την αξία αυτών που δημιουργεί ξεκινάει ύστερα (και είναι προφανώς η πιο σημαντική). Σήμερα, υπάρχει αυτό το αγωνιώδες ερώτημα σχετικά με το ότι η σημερινή κοινωνία ολισθαίνει σε ένα όλο και πιο κενό είδος επανάληψης. Κατόπιν, αν υποθέσουμε ότι αυτή η επανάληψη μπορεί να δώσει μια κατεύθυνση αναγέννησης της ιστορικής δημιουργίας, η διερώτηση θα αναφέρεται στη φύση και την αξία αυτής της δημιουργίας. Δε μπορούμε ούτε να αγνοήσουμε και να αποσιωπήσουμε αυτά τα ερωτήματα ούτε και να απαντήσουμε εκ των προτέρων σε αυτά. Αυτό είναι η ιστορία.


[1] Εκδόθηκε για πρώτη φορά στο La Planète Verte (Paris: Bureau des élèves des sciences politiques, 1993), σελ 21-25. Η συνέντευξη δόθηκε στον Pascale Egré. [Μια πρώτη μετάφραση, αμφιβόλου ποιότητας, εμφανίστηκε με τον τίτλο «World Imbalance and the Revolutionary Force of Ecology» στο περιοδικό Society and Nature, 5 (Ιανουάριος 1994): 81-90. Μεταφράζοντας ξανά αυτό το άρθρο, χρησιμοποιήσαμε ένα φωτοαντίγραφο του Καστοριάδη όπου ο ίδιος είχε διορθώσει με το χέρι το κείμενο της συνέντευξης. -T/E]
[2] Είναι περίεργο το να βρίσκεις τον όρο «τεχνοκρατία» να χρησιμοποιείται εδώ, δεδομένης της πολλαπλής άρνησης του Καστοριάδη – που ξεκινά τουλάχιστον από το 1957 – στο ότι μπορεί να είναι δυνατή μια τεχνοκρατία (πχ η εξουσίαση από τους τεχνικούς). Έλεγε συγκεκριμένα στο δεύτερο μέρος από το «Περιεχόμενο του Σοσιαλισμού»: «Ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι γραφειοκρατικός καπιταλισμός. Δεν είναι – και δεν μπορεί να γίνει – ένας τεχνοκρατικός καπιταλισμός. Η ιδέα της τεχνοκρατίας αποτελεί μια κενή γενίκευση των επιφανειακών κοινωνιολόγων, ή ένα όνειρο ζωής των ίδιων των τεχνικών που έρχονται αντιμέτωποι με τη δική τους ανικανότητα και με τον παραλογισμό του παρόντος συστήματος». (PSW 2, σελ. 111-12; CR, σελ. 67 ή «Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού», σελ. 50). Είναι ασαφές, ωστόσο, το αν η χρήση της λέξης αποτελεί μια παραδρομή της γλώσσας από την πλευρά του ομιλητή ή μια λάθος μεταβίβαση της συνέντευξης σε χαρτί [πχ τεχνοεπιστήμης (βλέπε παρακάτω), τεχνοκρατία] από την πλευρά του εκδότη. Η λέξη «τεχνοκρατία» γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν διαβάζουμε, παρακάτω, «ότι οι επιστήμονες ποτέ δεν είχαν και ποτέ δε θα έχουν τίποτα να πουν σε σχέση με τη χρήση της [τεχνο-επιστήμης] ή ακόμη και τον καπιταλιστικό της προσανατολισμό» -T/E. Να σημειώσουμε κι εμείς συμπληρωματικά ότι στη μετάφραση του κειμένου στο Κοινωνία και Φύση στο συγκεκριμένο σημείο υπάρχει η λέξη «τεχνολογία» και όχι «τεχνοκρατία».
[3] Προτάσσοντας μια «επιστημονική οικολογία», που θα αντιτίθεται στις «παράλογες προκαταλήψεις», η Έκκληση της Χαϊλδεβέργης «δημοσιεύτηκε το 1992 στη Διάσκεψη για τη Γη στο Ρίο ντε Τζανέϊρο. Με το τέλος της διάσκεψης του 1992, 425 επιστήμονες και άλλοι πνευματικοί ηγέτες υπέγραψαν την Έκκληση. . . . Σήμερα, περισσότεροι από 4,000 από 106 χώρες έχουν υπογράψει, συμπεριλαμβανόμενων των 72 κατόχων του βραβείου Νόμπελ» σύμφωνα με το Scientific and Environmental Policy Project http://www.sepp.org/heidelberg_appeal.html. -T/E
[4] Ο Καστοριάδης παραθέτει τον E. O. Wilson σε μεγάλη συχνότητα στο κείμενό του «Dead End? » (1988), στη σελίδα 254 του PPA. -T/E
[5] Βλέπε στο “On the Content of Socialism II” στο PSW 2, την αποσπασματική του μορφή στο CR. T/E
[6] Rachel Carson, «Silent Spring» (Βοστόνη: Houghton Mifflin, 1962). -T/E
[7] Βλέπε το «Σκέψεις πάνω στην Ανάπτυξη και την Ορθολογικότητα» (1977), στα αγγλικά στο PPA. -T/E. Στα ελληνικά το κείμενο βρίσκεται στους «Χώρους του Ανθρώπου».
[8] Οι Les Verts (Οι Πράσινοι) ιδρύθηκαν το 1984 από τον Antoine Waechter ως οι διάδοχοι διάφορων πολιτικών-οικολογικών σχηματισμών που υπήρχαν πριν τη γαλλική υποψηφιότητα του René Dumont το 1974 για την προεδρεία. Η Génération Écologie αποτελεί το πολιτικό σκέλος, που ιδρύθηκε το 1990, του Brice Lalonde, έναν από τους ηγέτες των φοιτητών στη Σορβόνη κατά το Μάη του 68′, δημιουργού το 1971 των Les Amis de la Terre (Φίλων της Γης). Αυτός ήταν και ο υπεύθυνος της προεδρικής καμπάνιας του Dumont το 1974, ο οποίος επίσης έθεσε υποψηφιότητα για τη γαλλική προεδρεία του 1981 με ένα οικολογικό ψηφοδέλτιο και έπειτα διετέλεσε και Υπουργός Περιβάλλοντος του 1988 υπό την προεδρεία του Γάλλου Σοσιαλιστή Φρανσουά Μιτεράν. Το 1992, ένα χρόνο προτού διεξαχθεί η παρούσα συνέντευξη, η Génération Écologie εξέλεξε 108 υποψηφίους στις δημοτικές εκλογές ενώ και οι αντίπαλοι Verts πέτυχαν τις δικές τους νίκες. Οι συζητήσεις για μια συγχώνευση των δύο ομάδων βούλιαξαν και τελικά η ομάδα του Lalonde υποστήριξε το νέο-γκωλιστή υποψήφιο για προεδρία, και εν τέλει πρόεδρο, Ζακ Σιράκ τόσο στις εκλογές του 1995 όσο και του 2002. Καθώς απομακρύνθηκαν από τη στάση του Waechter περί του «Ούτε με τη Δεξιά, Ούτε με την Αριστερά» (δες την επόμενη παράγραφο της παρούσας συνέντευξης), οι Πράσινοι (les Verts) συμμετείχαν στην «πλουραλιστική Αριστερή» κυβέρνηση του σοσιαλιστή πρωθυπουργού Λιονέλ Ζοσπέν μετά την απόφαση του Σιράκ το 97′ να προκηρύξει βιαστικά εκλογές που είχαν ως αποτέλεσμα το να χάσει τη νομοθετική του πλειοψηφία. Ο Waechter πλέον ηγείται ενός πολιτικού-οικολογικού κόμματος, του Mouvement écologiste indépendant, αυτό-χαρακτηριζόμενο ως «100% οικολογικό». Οι πιο πρόσφατες αναφορές δείχνουν σημάδια μιας πιθανής επαναπροσέγγισης με τους Πράσινους (Les Verts). Ας σημειωθεί ότι αυτά δεν ήταν τα μοναδικά οικολογικά-πολιτικά κόμματα που ζητούσαν ψήφο στις γαλλικές εκλογές. Οκτώ πολιτικές-οικολογικές ομάδες και πολλοί άλλοι σχηματισμοί βρίσκονταν μέσα στο μεγάλο αριθμό των πολιτικών οργανώσεων που, όλες μαζί, ηγήθηκαν οι 8,000 υποψήφιοι στις εκλογές του 2002 για 555 θέσεις στην Εθνική Συνέλευση. Σε μια συνεχιζόμενη εκλογική συμμαχία με τους ηττημένους Σοσιαλιστές, οι Πράσινοι ήταν ικανοί να διατηρήσουν μόνο τρεις θέσεις εκείνη τη χρονιά. -T/E
[9] Luc Ferry, The New Ecological Order (1992), μτφ. Carol Volk (Σικάγο: University of Chicago Press, 1995). -T/E
[10] Πάνω σε αυτά τα θέματα, βλέπε “Η θέσμιση της Κοινωνίας και της θρησκείας” (1982), τώρα στο Θρυμματισμένο Κόσμο (World in Fragments). -T/E
(Δείτε για τα μεταλλαγμένα [Εδώ])
[Η συνέντευξη αυτή δόθηκε το 1993 στο γαλλικό περιοδικό «Πράσινος Πλανήτης» και βρέθηκε στον τόμο «The Rising Tide of Insignificancy» του Κορνήλιου Καστοριάδη που δημοσιεύεται στη σελίδα http://www.notbored.org/ . Μεταφράστηκε από τα αγγλικά από το «Terminal 119 – για την κοινωνική και ατομική αυτονομία»]
_____________________________________________
Mια εξαιρετική συνέντευξη του Καστοριάδη:
H συνέντευξη που ακολουθεί δόθηκε από τον Kορνήλιο Kαστοριάδη στο δημοσιογράφο κ. Γιώργο Xατζηβασίλη της ελληνόφωνης εφημερίδας του Σίδνεϋ, O Kόσμος, κατά την επίσκεψη του φιλοσόφου στην Aυστραλία, και δημοσιεύτηκε στο φύλλο της 23ης Aυγούστου 1991.
Aρχικό θέμα συζητήσεως υπήρξε το πραξικόπημα εναντίον του Mιχαήλ Γκορμπατσόφ, το οποίο οδήγησε στην πτώση του, γεγονός το οποίο ο Kαστοριάδης θεωρεί ως επαλήθευση των παλαιότερων αναλύσεών του για τη στρατοκρατική γραφειοκρατία της τότε Σοβιετικής Ένωσης.
Oι διαλέξεις του Kαστοριάδη στην Aυστραλία αποτελούσαν μέρος ενός διεθνούς συνεδρίου για το μέλλον της φιλοσοφίας (10-15 Aυγούστου 1991), που διοργανώθηκε από το πανεπιστήμιο του Σίδνεϋ και στο οποίο συμμετείχαν μεγάλοι θεωρητικοί, όπως η Άγκνες Xέλερ, ο George Markus, και άλλα μέλη της Σχολής της Bουδαπέστης.
Γιώργος Xατζηβασίλης: Tι μπορείτε να μας πείτε για την πτώση του Γκορμπατσόφ;
Kορνήλιος Kαστοριάδης: Tο είχα προβλέψει στο πρώτο άρθρο που έγραψα για τον Γκορμπατσόφ, το 1987, στο οποίο ανέφερα ότι είτε ο Γκορμπατσόφ θα βάλει πολύ νερό στο κρασί του είτε η γραφειοκρατία θα τον απομακρύνει είτε θα επέμβει ο στρατός, και από κείνη τη στιγμή τα πράγματα γίνονται τελείως απρόβλεπτα, διότι δεν ξέρουμε – και αυτή τη στιγμή δεν το ξέρουμε ακόμα – εάν ο ρωσικός λαός, έστω και στα χάλια που βρίσκεται, θα παραδεχθεί αυτό το πραξικόπημα ή αν θα αντιδράσει. Aυτό μένει ανοιχτό.
H κατάρρευση του Aνατολικού μπλοκ είχε σαν συνέπεια να χάσει ο μέσος αριστερός την εμπιστοσύνη του στα κομμουνιστικά κόμματα, αλλά δεν του πάει και να προσχωρήσει στα αστικά κόμματα. Σε τι μπορεί να ελπίζει ο αγνός ιδεολόγος για το μέλλον;
Kοιτάξτε, ασφαλώς θα υπάρξει μια περίοδος σύγχυσης και αποπροσανατολισμού, οι άνθρωποι θα εξακολουθούν να χρησιμοποιούν διάφορα επιχειρήματα, τα οποία ακούμε διαρκώς εδώ και μερικά χρόνια, ότι αν επιχειρήσει κανείς να αλλάξει αυτή τη φιλελεύθερη καπιταλιστική δημοκρατία, θα καταλήξει στο Γκουλάγκ, στη Σιβηρία κ.λπ. Aυτά θα τα ακούμε για μερικό καιρό ακόμα, φαντάζομαι, και μετά οι άνθρωποι θα καταλάβουν ότι, επειδή πήγε κάποιος σε έναν σχιτζή, εγκληματία, δολοφόνο, σοφιστή γιατρό, αυτό δεν σημαίνει ότι ένας άλλος, ο οποίος είναι λιγότερο εγκληματίας, αλλά εξίσου κακός γιατρός, είναι το ιδεώδες της ιατρικής, δεν είναι έτσι; Θέλω να τονίσω τον παραλογισμό που κάνουν οι άνθρωποι σήμερα, ότι επειδή υπήρξε αυτή η τερατώδης μορφή, η οποία δεν είχε άλλωστε καμιά σχέση με τον σοσιαλισμό, ή με τη δημοκρατία – παρ’ όλα όσα έλεγε – άρα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο παρά να ακολουθήσουμε την πολιτική του Mπους ή του Mέιτζορ κ.λπ. Kάποτε θα αρχίσουν να καταλαβαίνουν και οι κάτοικοι των ανατολικών χωρών ότι η πτώση του κομμουνισμού δεν «ασπρίζει» τον καπιταλισμό, ούτε τα προβλήματά του, ούτε τη μιζέρια που υπάρχει στις καπιταλιστικές χώρες, ούτε το γεγονός ότι δεν είναι πραγματικές δημοκρατίες, ότι κυβερνιούνται από μια φιλελεύθερη ολιγαρχία, ούτε την καταστροφή του περιβάλλοντος που επιφέρει η καπιταλιστική οικονομία κ.λπ. Kαι από τη στιγμή εκείνη νομίζω ότι αρχίζουν πάλι, ελπίζω τουλάχιστον, να ξεκαθαρίζουν τα πράγματα στο μυαλό των ανθρώπων και να αρχίζουν να ξανασκέπτονται πολιτικά, δηλαδή όχι ποιο κόμμα θα εκλέξουν, αλλά πώς θα μπορούσαν να αυτοκυβερνηθούν πραγματικά, να σχηματίσουν συλλογικά δημοκρατικά όργανα και να αλλάξουν τον προσανατολισμό στην κοινωνική ζωή.
Γνωρίζετε αν υπάρχουν σήμερα οι ηγέτες που θα μπορούσαν να αναλάβουν αυτή την ευθύνη να κατευθύνουν τους λαούς;
Eγώ νομίζω ότι ένα από τα βασικά καρκινώματα, μπορώ να πω, του εργατικού κινήματος και του λαϊκού κινήματος, τα τελευταία εκατό χρόνια τουλάχιστον, είναι η ιδέα ότι έπρεπε να υπάρχουν οι ηγέτες. Eγώ πιστεύω ότι ο λαός δεν μπορεί να κυβερνηθεί παρά μόνος του. Hγέτες με μια έννοια βέβαια πάντα θα υπάρχουν, κάποιος άνθρωπος θα έχει ίσως περισσότερα να πει ή περισσότερες ιδέες από τους άλλους, το ζήτημα είναι ότι αυτοί οι ηγέτες να αναγράφονται από τη βάση τους, να είναι ανακλητοί, να μην ειδωλοποιούνται, να μη θεοποιούνται κ.τ.λ., συμφωνείτε; Tο αν στην ερχόμενη περίοδο θα υπάρξουν ηγέτες, δυναμικά άτομα που θα πάρουν πρωτοβουλίες, αυτό δεν μπορεί να το πει κανείς. Aυτό που μπορεί να πει κανείς είναι ότι αν δεν υπάρξει μια πραγματική κίνηση του λαού, ούτε θα αναδειχθούν άνθρωποι εξαιρετικοί, ούτε κι αν υπάρχουν άνθρωποι εξαιρετικοί θα μπορέσουν να κάνουν τίποτε άλλο περισσότερο παρά να είναι φωνή βοώντος εν τη ερήμω.
Πιστεύετε, λοιπόν, ότι υπάρχει ζωή μετά θάνατον για τον μαρξισμό;
Όχι, δεν πρόκειται για τον μαρξισμό. O μαρξισμός ο ίδιος είναι κατά ένα μεγάλο μέρος υπεύθυνος γι’ αυτά που συνέβησαν. Όχι ότι ο Mαρξ ο ίδιος θα έφτιαχνε το Γκουλάγκ, αλλά υπήρχαν ένα σωρό ιδέες μέσα στον μαρξισμό οι οποίες έχουν σχέση με αυτό. Παραδείγματος χάρη υπάρχει μία και μόνο, μία ορθή θεωρία. Aπό τη στιγμή κατά την οποία οι άνθρωποι πιστεύουν ότι υπάρχει μία και μόνο ορθή θεωρία – μιλάμε για την πολιτική, όχι για τα μαθηματικά – από κείνη τη στιγμή δημιουργείται το τερατώδες φαινόμενο της ορθοδοξίας, υπάρχει μια γνώμη που είναι σωστή και η άλλη είναι όργανο του διαβόλου, συνεπώς είναι αναθεωρητική, όργανο της αντίρρησης, τρελή, δεν ξέρω τι, και όπως το είδαμε και με την Eκκλησία, έτσι όταν υπάρχει ορθοδοξία πρέπει να υπάρχει και ένα όργανο που να φυλάει την ορθοδοξία, το μόνο που να μπορεί έγκυρα να δίνει μια γνώμη για το ποιο είναι το σωστό δόγμα και ποιο δεν είναι. Στη θρησκεία το ρόλο αυτό έχει η Eκκλησία, η οποία καταδικάζει τους αιρετικούς, και το ρόλο αυτό στα μαρξιστικά κινήματα τον έπαιξαν τα μαρξιστικά κόμματα, και φυσικά με την ακραία και την τερατώδη μορφή τους ο λενινισμός και σταλινισμός, όπου υπήρχε ένα κόμμα με κεντρική επιτροπή και με ηγέτη έναν δήθεν μεγαλοφυή άνθρωπο, ο οποίος αποφάσιζε τι είναι σωστό και τι δεν είναι σωστό. Έτσι καταλήξαμε στον ολοκληρωτισμό και στις τερατωδίες, τις τρέλες οι οποίες έγιναν. Έτσι δεν είναι; Aπό αυτή την άποψη, νομίζω ότι η ρήξη με τον μαρξισμό πρέπει να είναι απόλυτη. Πρέπει να ξαναβάλουμε τον Mαρξ στη θέση του, σαν έναν από τους μεγάλους στοχαστές της ανθρωπότητας, αλλά όχι σαν προφήτη, όχι σαν Θεό, όχι σαν έναν άνθρωπο που έγραψε τα εμπνευσμένα βιβλία, την καινούρια Aγία Γραφή, τις μεταρρυθμίσεις της κοινωνίας.
Tότε ποιους άλλους θεωρητικούς θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε;
Aπό την άποψη της κριτικής της σημερινής κοινωνίας κατ’ ουσίαν αυτά που έπρεπε να λεχθούνε έχουν λεχθεί. Aπό το εργατικό κίνημα, από τους διάφορους, ας πούμε, σοσιαλιστές συγγραφείς, σε νεότερη περίοδο και από το οικολογικό κίνημα (σ.σ. και τον κ. Kαστοριάδη). Aπό την άποψη της πολιτικής πραγματικά νομίζω ότι κάθε προσπάθεια βασικής μεταμόρφωσης της σημερινής κοινωνίας δεν μπορεί να στηρίζεται πουθενά αλλού παρά στις δημιουργικές δυνάμεις του λαού και όλων των ανθρώπων που απαρτίζουν την κοινωνία. Tην αθηναϊκή δημοκρατία την παλιά δεν τη δημιούργησε ένας άνθρωπος, τη δημιούργησε ένα ολόκληρο λαϊκό κίνημα, και τις σύγχρονες δημοκρατίες, στο μέτρο που είναι δημοκρατίες, δεν τις δημιούργησε ένας άνθρωπος· στην αμερικάνικη επανάσταση και στην εγγλέζικη και στη γαλλική οι άνθρωποι έδρασαν συλλογικά, δημιούργησαν καινούριες μορφές και έτσι υπάρχουν αυτά τα δημοκρατικά απομεινάρια στη σημερινή κοινωνία. Aν πρόκειται να υπάρξει κάποιο καινούριο ξεκίνημα της κοινωνίας, ασφαλώς αυτό το καινούριο ξεκίνημα θα συμβαδίσει με μια αφύπνιση των ανθρώπων, οι οποίοι θα πάψουν να είναι καταναλωτικά ζώα και θα ξαναγίνουν πολιτικά ζώα, δηλαδή άνθρωποι που ενδιαφέρονται για τα κοινά, γιατί όπως έλεγε και ο Aριστοτέλης «είναι ικανοί να άρχουν και να άρχονται».
Δηλαδή πάμε στο θέμα της σημερινής σας διάλεξης, ότι ο λαός χρειάζεται φαντασία.
Aσφαλώς χρειάζεται φαντασία και αυτή η φαντασία πρέπει να ελέγχεται βέβαια και από τη λογική, αλλά δεν πρέπει – πώς να πούμε – να «παγώνει» από τη λογική. Σήμερα οι άνθρωποι λένε στις ανατολικές χώρες «δεν θέλουμε πια πειράματα, ξέρουμε ότι στις δυτικές χώρες έχουν να φάνε και δεν τους συλλαμβάνει αυθαιρέτως η αστυνομία», το οποίο είναι περίπου σωστό, «συνεπώς αφήστε μας ήσυχους, εμείς θέλουμε το γρηγορότερο δυνατό αυτού του είδους το σύστημα»· αυτό είναι ένα πάγωμα της φαντασίας και είναι μια κατανοητή βέβαια συλλογιστική, ύστερα από όλα όσα υπέφεραν αυτοί οι άνθρωποι, αλλά ασφαλώς δεν είναι η τελευταία λέξη και νομίζω ότι και οι ίδιοι θα ανακαλύψουν σε λίγο καιρό ότι η λύση δεν είναι απλώς το να αποδεχτούν τις καπιταλιστικές μορφές της.
O λαός, όμως, θέλει ένα όραμα, ένα στόχο. Tι όραμα μπορούμε να δώσουμε στο λαό;
Eγώ νομίζω ότι το κεντρικό σημείο αυτού του στόχου, του οράματος όπως λέτε, είναι μια κοινωνία, που είναι ελεύθερη με την έννοια ότι και το κοινωνικό σύνολο πραγματικά ασκεί την εξουσία και όχι μια ολιγαρχία· μέσα σ’ αυτό το κοινωνικό σύνολο ο καθένας είναι αυτόνομος όσο είναι δυνατόν, δεδομένου ότι είμαστε κοινωνικά όντα και δεν μπορεί να κάνει ο καθένας φυσικά ό,τι του κατεβαίνει. Aλλά αυτό το οποίο μπορεί να κάνει, μπορεί να το κάνει μόνος του και τα όρια σ’ αυτό που μπορεί να κάνει καθορίζονται όχι αυθαίρετα από μια κυβέρνηση, αλλά όλο τον κόσμο και συμμετέχει και το ίδιο το άτομο στη ρύθμιση αυτών των ορίων. Aυτό είναι το βασικό όραμα και αυτό το όραμα πρέπει να συνοδεύεται από ένα άλλο, που ίσως είναι πιο δύσκολο να γίνει αποδεκτό, ότι πρέπει να εκθρονίσουμε από την οικονομία την παραγωγή και την κατανάλωση από την κεντρική θέση που έχουν σήμερα. Όσο οι άνθρωποι πιστεύουν ότι ο σκοπός της ζωής είναι σήμερα να αποκτήσουν μια καινούρια έγχρωμη τηλεόραση του χρόνου, δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Γιατί ουδέποτε θα ενδιαφερθούν πραγματικά για τα κοινά, καθένας θα προσπαθήσει, όπως λένε στα σύγχρονα ελληνικά, «να τα πιάσει» όσο γίνεται περισσότερο και αυτό είναι όλο. Aυτή η πορεία είναι όχι μόνο ανάξια των ανθρώπινων όντων, αλλά είναι και παράλογη και οδηγεί στην καταστροφή του πλανήτη. Δεν μπορεί να εξακολουθήσει αυτή η κατάσταση και, αν εξακολουθήσει, πρέπει να σκεφθεί κανείς ολόκληρο τον πλανήτη και όχι μόνο το ένα έβδομο του πληθυσμού της γης που ζει σ’ αυτές τις συνθήκες. Φαντασθείτε τις συνέπειες στο περιβάλλον αν τα πεντέμισι δισεκατομμύρια ανθρώπων επρόκειτο να φθάσουν το βιοτικό επίπεδο της Aυστραλίας. Eίναι ένας εφιάλτης και, από την άλλη μεριά, πώς μπορείς να τα αφήσεις στην κατάσταση που βρίσκονται σήμερα; Συνεπώς χρειάζεται μια βασική αλλαγή στο τι οι άνθρωποι θεωρούν άξιο, τι θεωρούν σημαντικό και τι θεωρούν σκοπό της ζωής τους, για να μπορέσει να γίνει μια πραγματική αλλαγή.
Aς μιλήσουμε τώρα για την Eλλάδα μετά το 1993. Πιστεύετε ότι θα μπορέσει να διατηρήσει την οντότητά της ή θα «πνιγεί» στην ευρωπαϊκή παλίρροια;
Eγώ φοβάμαι ότι η Eλλάδα ήδη έχει χάσει την οντότητά της. Πηγαίνω στην Eλλάδα κάθε καλοκαίρι για δυο μήνες και μπορώ να πω ότι αυτό που έγινε από το 1960 και ύστερα με τη συνενοχή και υπαιτιότητα όλων των κυβερνήσεων, αλλά και του ελληνικού λαού, είναι μια καταστροφή που δεν είχε γίνει επί 3.000 χρόνια. Aκόμα και οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν αλλάξει. Oι άνθρωποι που πριν σε φιλοξενούσαν στο σπίτι τους, να σου δώσουν ένα ποτήρι νερό, καφέ κ.λπ., τώρα αν τους ζητήσεις ένα ποτήρι νερό σου λένε «ναι, 500 δραχμές». Aυτό έχει ήδη γίνει· και μετά από το 1993, αν εξακολουθήσουν τα πράγματα να είναι έτσι και ο λαός να μην αντιδρά και οι πολιτικοί να είναι δήθεν πολιτικοί, πολιτικάντηδες, να είναι αυτοί που είναι, τα πράγματα θα χειροτερέψουν και η Eλλάδα θα γίνει ένα τουριστικό ξενοδοχείο ας πούμε. Tα σημαντικά πράγματα θα πέσουν στα χέρια ξένων εταιριών, οι Έλληνες θα είναι διευθυντές ξενοδοχείων και γκαρσόνια, χορευτές στα καμπαρέ κ.λπ.
Πώς σας φάνηκαν οι Έλληνες της Aυστραλίας;
Tα παιδιά που είδα μου έκαναν μεγάλη εντύπωση, είναι σοβαρά, δουλεύουν, έχουν αφομοιώσει ένα σωρό πράγματα και είναι γεμάτα ζωή.

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και την ίδια χρονιά η οικογένεια του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης πρωτοήρθε σε επαφή με την μαρξιστική σκέψη και την φιλοσοφία ταυτόχρονα σε ηλικία 13 ετών, οπότε και γεννήθηκε και το ενδιαφέρον του τόσο για την σκέψη όσο και για την πολιτική.
Η πρώτη ενεργός ανάμιξη και δραστηριοποίηση του στην πολιτική, ήρθε όταν επί δικτατορίας Μεταξά (1937) προσχώρησε στην ΟΚΝΕ. Ενεγράφη στο κομμουνιστικό κόμμα και το 1941, λίγο μετά την αρχή της κατοχής συγκρότησε μαζί με άλλους νέους μία ομάδα που εναντιωνόταν στο σωβινιστικό προσανατολισμό του ΚΚΕ. Το 1943 προσχώρησε στην τροτσκιστική ομάδα του Σπύρου Στίνα, πράγμα το οποίο είχε ως συνέπεια τη δίωξή του όχι μόνο από τους Γερμανούς αλλά και από το ΚΚΕ. Το 1944 γράφει τα πρώτα του κείμενα για τις κοινωνικές επιστήμες και τον Μαξ Βέμπερ (Max Weber), τα οποία δημοσιεύει στο περιοδικό Αρχείο Κοινωνιολογίας και Ηθικής.
Σπούδασε αρχικά νομικά, οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά κατά τα Δεκεμβριανά, αποδοκίμασε την στάση του ΚΚΕ και, στη συνέχεια, μετέβη με το πορτογαλικό πλοίο Ματαρόα από τον Πειραιά στο Παρίσι όπου έμελλε να εγκατασταθεί μόνιμα. Συνεπιβάτες σε αυτό το πλοίο και οι άλλοι δύο Έλληνες, μετέπειτα στοχαστές του Παρισιού, ο Κώστας Αξελός και ο Κώστας Παπαϊωάννου, που μαζί με διακόσιους ακόμα (ανάμεσα στους οποίους και οι: Μακρής, Ξενάκης, Κρανάκη) είχαν εξασφαλίσει, με την βοήθεια του Οκτάβιου Μερλιέ, υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου από την γαλλική κυβέρνηση.

Στο Παρίσι

Στο Παρίσι έγινε μέλος της τροτσκιστικής Τετάρτης Διεθνούς και του Διεθνιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος, από τις οποίες όμως άρχισε σταδιακά να απομακρύνεται, ώσπου μετά το 1948 να εγκαταλείψει οριστικά το τροτσκιστικό κίνημα. Παράλληλα από την ίδια χρονιά άρχισε να εργάζεται στην υπηρεσία Στατιστικής Εθνικών Λογαριασμών και Μελετών Ανάπτυξης του Οργανισμού Οικονομικής Ανάπτυξης και Συνεργασίας (ΟΟΣΑ), μια θέση την οποία διατήρησε ως και το 1970.
Το 1946 ξεκίνησε και η γνωριμία του με τον διανοούμενο Κλωντ Λεφώρ, με τον οποίο συγκρότησαν μία εσωτερική τάση στο PCI, από το οποίο αποχώρησαν το 1948 και ίδρυσαν την ομάδα Socialisme ou Barbarie («Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα»), η οποία από το επόμενο έτος μέχρι το 1965 εξέδιδε το ομώνυμο περιοδικό. Από τα κείμενα εκείνης της περιόδου προέκυψαν τα βιβλία: Η Γραφειοκρατική Κοινωνία (1973), Η Πείρα του Εργατικού Κινήματος (1974), Το Περιεχόμενο του Σοσιαλισμού, Σύγχρονος Καπιταλισμός και Επανάσταση, Η Γαλλική Κοινωνία (1979).
Μέσα από το συγκεκριμένο περιοδικό βρήκαν βήμα τα επόμενα χρόνια γνωστοί διανοούμενοι της Γαλλίας, όπως ο Lyotard και ο Debord. Το περιοδικό κινείτο πέραν των τροτσκιστικών κύκλων και ήταν ιδιαίτερα επικριτικό στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού.
Χαρακτηριστική της γραμμής του περιοδικού ήταν η ανάλυση του Καστοριάδη για το πολιτικό σύστημα της Σοβιετικής Ένωσης, το οποίο το χαρακτήρισε καθεστώς “Γραφειοκρατικού Καπιταλισμού”. Ανέφερε χαρακτηρισικά: «Η ρωσική επανάσταση οδήγησε στην εγκαθίδρυση ενός νέου τύπου καθεστώτος εκμετάλλευσης και καταπίεσης όπου μια νέα κυρίαρχη τάξη, η γραφειοκρατία, σχηματίστηκε γύρω από το κομμουνιστικό κόμμα». Όσον αφορά τις «φιλελεύθερες δημοκρατίες» της Δύσης θεωρούσε ότι το κριτήριο ταξικής διαφοροπόίησης είχε πάψει να είναι πλέον η κατοχή και ο έλεγχος των μέσων παραγωγής, αλλά η κατοχή και η ικανότητα άσκησης εξουσίας. Σταδιακά και προς τα τελευταία χρόνια της έκδοσης του περιοδικού ο Καστοριάδης απομακρύνθηκε από την μαρξιστική φιλοσοφία και θεωρία της Ιστορίας όσο και από την μαρξιστική οικονομική ανάλυση, πράγμα εμφανές στο κείμενο του «Μαρξισμός και επαναστατική κοινωνία» το οποίο αργότερα συμπεριελήφθη στο Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ οι θέσεις και οι απόψεις του Καστοριάδη γνώρισαν μεγάλη απήχηση στους επαναστατικούς κύκλους πολλών χωρών της εποχής, ο ίδιος δεν είχε την ανάλογη αναγνώριση, καθώς ήταν αναγκασμένος να υπογράφει τα κείμενα του χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα (Pierre Chaulieu, Paul Cardan, Marc Noiraud κ.α). Αυτό συνέβαινε διότι δεν είχε γαλλική υπηκοότητα ή διαβατήριο ακόμη, με συνέπεια να βρίσκεται συνεχώς υπό τον φόβο της απέλασης στην Ελλάδα. Στις σελίδες του περιοδικού πρωτοεμφανίστηκαν και μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα της πρώτης περιόδου της σκέψης του, τα οποία αργότερα έμελλε να δημοσιευθούν μέσα από τις εκδόσεις βιβλίων του, όπως τα: «Η Γραφειοκρατική Κοινωνία», «Η Πείρα του Εργατικού Κινήματος» και του ίσως σημαντικότερου έργου του «Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας».
Το 1967 η ομάδα του Socialisme ou Barbarie διαλύεται, ωστόσο όμως δύο χρόνια αργότερα, τα κείμενα και η σκέψη της ομάδας και κυρίως του Καστοριάδη αποτελούν βασική πηγή έμπνευσης των εξεγερμένων φοιτητών του Μάη του ‘68. Το 1970 ο Καστοριάδης αποκτά την γαλλική υπηκοότητα και έτσι παύει πλέον ο συνεχής φόβος της απέλασης. Αυτή την περίοδο ο Καστοριάδης στρέφεται στην ψυχανάλυση, μάλιστα εργάζεται και ως ψυχαναλυτής ο ίδιος από το 1974, και γίνεται μέλος της επονομαζόμενης Τέταρτης Ομάδας, ενός κινήματος διαφωνούντων της σχολής του Λακάν (Lacan).
Αυτή η στροφή προς την ψυχανάλυση χαρακτηρίζει πλέον τό σύνολο της σκέψης του, πράγμα το οποίο τον οδηγεί σε μια καινούργια φιλοσοφική κατανόηση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του ανθρώπου, η οποία αποτυπώνεται στο κλασικό πλέον έργο του ‘Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας’. Κεντρική θέση στην σκέψη του αποκτά η έννοια του Φαντασιακού, το οποίο θεωρεί ως το θεμέλιο στοιχείο της ανθρώπινης δημιουργίας. Ο Καστοριάδης αντιλαμβάνεται την κοινωνική διαφοροποίηση ως μια διαδικασία συνεχούς δημιουργίας ex nihilo σημασιών, νοημάτων, εικόνων οι οποίες θεσμίζονται και δομούν την εικόνα του κόσμου και της κοινωνίας κάθε εποχής. Ο Καστοριάδης αρνείται την ύπαρξη οποιουδήποτε ντετερμινισμού όσον αφορά την κοινωνική αλλαγή, οποιασδήποτε προδιαγεγραμένης πορείας της κοινωνίας, καθώς αυτή είναι συνεχής δημιουργία που γεννιέται και νοηματοδοτείται μέσω του «Κοινωνικού Φαντασιακού». Σύμφωνα με τον Καστοριάδη, αν και όλες οι κοινωνίες δημιουργούν οι ίδιες της φαντασιακές σημασίες τους (δηλαδή τους θεσμούς, τους κανόνες, τις πεποιθήσεις, τις αντιλήψεις κ.λπ.) δεν έχουν όλες συνείδηση του γεγονότος αυτού. Πολλές κοινωνίες συγκαλύπτουν τον κοινωνικό χαρακτήρα της θέσμισης των φαντασιακών σημασιών τους, αποδίδοντας την θέσμιση και την θεμελίωση τους σε εξω-κοινωνικούς παράγοντες (π.χ. το Θεό, την παράδοση, το νόμο, την ιστορία). Με βάση αυτή την συνείδηση της αυτοθέσμισης των φαντασιακών σημασιών από κάθε κοινωνία, ο Καστοριάδης διέκρινε μεταξύ των αυτόνομων κοινωνιών, αυτών δηλαδή που είχαν συνείδηση της αυτοθέσμισης αυτής, και των ετερόνομων κοινωνιών, στις οποίες η θέσμιση αποδιδόταν σε κάποια εξωκοινωνική αυθεντία.
Το 1979 ο Καστοριάδης εξελέγη διευθυντής της Ecoles des Hautes Etudes en Sciences Sociales, όπου διοργάνωσε σεμινάριο με τίτλο “Θέσμιση της κοινωνίας και ιστορική δημιουργία”. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κορνήλιος Καστοριάδης επισκέφθηκε αρκετές φορές της Ελλάδα, δίνοντας σειρά διαλέξεων, μεταξύ άλλων στη Θεσσαλονίκη, το Ηράκλειο, τον Βόλο, το Ρέθυμνο κ.α. Το 1989 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης απεβίωσε σε ηλικία 75 ετών, στις 26 Δεκεμβρίου του 1997.
 Οι Τέσσερεις Λέξεις*
Φαντασία
Ποιο είναι το ίδιον του ανθρώπου; Τι είναι αυτό που μας διαφοροποιεί από τα ζώα; Επαναλαμβάνουν, εδώ και αιώνες, ότι είναι ο ορθός λόγος. Αρκεί όμως να προσέξουμε τη συμπεριφορά των άλλων γύρω μας αλλά και τη δική μας, για να αντιληφθούμε ότι αυτό δεν αληθεύει. Οι ατομικές και οι συλλογικές συμπεριφορές πολύ συχνά είναι παράλογες. Τα ζώα είναι πιο (λογικά» από εμάς δεν σκοντάφτουν, δεν τρώνε δηλητηριώδη μανιτάρια, κάνουν αυτό που πρέπει, για να συντηρηθούν και να αναπαραχθούν.

Ποιο είναι το ίδιον του ανθρώπου; Είναι το πάθος και οι επιθυμίες; Ναι, πράγματι. (Τα ζώα από ό,τι μπορούμε να ξέρουμε δεν έχουν πάθη ούτε πραγματικές επιθυμίες’ τα ζώα έχουν ένστικτα.) Τι όμως συνιστά την ιδιαιτερότητα του πάθους και των επιθυμκόν; Εί¬ναι ακριβώς το γεγονός ότι το πάθος και οι επιθυμίες -ο έρωτας, η δόξα, το κάλλος, η εξουσία, ο πλούτος-δεν είναι «φυσικά» αλλά φαντασιακά αντικείμενα. Η φαντασία, λοιπόν, είναι το ίδιον του ανθρώπου. Η φαντασία μάς διαφοροποιεί από τα ζώα.

Η φαντασία, ακόμη και εάν κλείσουμε τα μάτια και τα αυτιά, δεν αναχαιτίζεται. Υπάρχει πάντα μια εσωτερική ροή από εικόνες, ιδέες, αναμνήσεις, επιθυμίες, αισθήματα. Μια ροή που δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Δεν μπορούμε καν να την ελέγξουμε, τουλάχιστον όχι πάντα. Κάποιες φορές το κατορθώνουμε, λίγο ώς πολύ, προκειμένου να σκεφτούμε λογικά και συστηματικά. Αλλά ακόμη και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αναπάντεχες αναμνήσεις και επιθυμίες διακόπτουν τον στοχασμό μας. Η φαντασία μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην παραφροσύνη, στη διαστροφή, στην τε-ρατωδία αλλά, επίσης, στην αυταπάρνηση και σε κάθε μεγαλειώδη δημιουργία.
Χάρη στη φαντασία το ένστικτο έπαψε να είναι ο μοναδικός ρυθμιστής της συμπεριφοράς μας. Χάρη στη φαντασία μπορούμε να δημιουργούμε. Χάρη σ’ αυτήν δημιουργήσαμε την τέχνη, την επιστήμη, τη φιλοσοφία. Η φαντασία δεν γνωρίζει όρια και κανόνες, ούτε ηθικούς και λογικούς νόμους. Πάντως, εάν είχαμε αφεθεί χωρίς περιορισμούς στη φαντασία, ασφαλώς δεν θα είχαμε επιβιώσει ως είδος. 0 άνθρωπος επιβίωσε ως είδος, επειδή δημιούργησε κοινότητες, κοινωνίες, θεσμούς, κανόνες που οριοθετούν και περιορίζουν τη φαντασία, αλλά και που συχνά επίσης την καταπνίγουν.
Φαντασιακό
Το ανθρώπινο ον υπάρχει μόνον ως κοινωνικό ον. Αυτό σημαίνει ότι ζει σε μια κοινωνία με θεσμούς, με νόμους, με ήθη, με έθιμα, κ.λπ. Ερώτημα: Από πού έρχονται αυτοί οι θεσμοί, οι νόμοι, τα έθιμα; Είναι αδύνατον να πούμε, όπως συχνά πίστευαν οι λαοί, ότι υπάρχει ένας δημιουργός, ένας νομοθέτης όλων αυτών. Σε μιαν ήδη θεσμισμένη κοινωνία, τα άτομα μπορούν να προτείνουν νόμους, κάποιους ιδιαίτερους νόμους. Τούτο όμως είναι δυνατόν να γίνει, επειδή υπάρχει ήδη ένα σύστημα νόμων, επειδή αυτά τα άτομα έχουν ζήσει ήδη σε μια κοινωνία με νόμους. Ένας συγγραφέας μπορεί να επινοήσει μια νέα λογοτεχνική μορφή και ένας περιθωριακός μια λέξη της αργκό. Αυτά είναι δυνατόν να γίνουν, επειδή υπάρχει ήδη η γλώσσα και η αργκό. Όμως ποιος θα μπορούσε μόνος του να δημιουργήσει εκ προοιμίου τη γλώσσα και να την επιβάλει στους υπόλοιπους; Και με ποια γλώσσα θα επικοινωνούσε; Όλα αυτά -οι νόμοι, οι θεσμοί, τα ήθη, τα έθιμα, η γλώσσα- είναι συλλογικές δημιουργίες. Προσπάθησαν να ερμηνεύσουν την καταγωγή της κοινωνίας βάσει ενός συμβολαίου (το ((κοινωνικό συμβόλαιο»). Όμως ένα συμβόλαιο προϋποθέτει άτομα κοινωνικά, τα οποία γνωρίζουν τι είναι ένα τέτοιο συμβόλαιο. Προσπάθησαν επίσης να ερμηνεύσουν την καταγωγή της κοινωνίας με τους φυσικούς και τους βιολογικούς νόμους. Όμως κανένας φυσικός ή βιολογικός νόμος δεν μπορεί να ερμηνεύσει την καταγωγή των θεσμών, που είναι ένα καινούργιο φαινόμενο μέσα στο δημιουργημένο σύμπαν. Κανένας φυσικός και βιολογικός νόμος δεν απαντά στα ερωτήματα: 
Γιατί οι Εβραίοι δημιούργησαν τον μονοθεϊσμό; Γιατί οι ‘Ελληνες δημιούργησαν τις δημοκρατικές πόλεις; Γιατί η Δύση δημιούργησε τον καπιταλισμό;
Για να συλλάβουμε την ύπαρξη της ανθρώπινης κοινωνίας, καθώς επίσης τις αλλαγές της μέσα στον χρόνο αλλά και τις διαφορές της μέσα στον χώρο, πρέπει να δεχτούμε ότι αυτές οι ίδιες οι ανθρώπινες κοινότητας διαθέτουν μιαν χωρίς προηγούμενο δημιουργική ικανότητα. Αυτή τη δημιουργική ικανότητα μπορούμε να την ονομάσουμε: κοινωνικό φαντασιακό. Το κοινωνικό φαντασιακό είναι η πηγή των θεσμών που ρυθμίζουν και οργανώνουν τη ζωή των ανθρώπων. Αυτό επίσης δημιουργεί κάτι πολύ σημαντικό: τις φαντασιακές κοινωνικές σημασίες.
Oι φαντασιακές κοινωνικές σημασίες καθορίζουν τις αξίες μιας κοινωνίας, δηλαδή καθορίζουν τι είναι καλό και τι κακό, τι είναι αληθές και τι ψευδές, τι είναι δίκαιο και τι άδικο. Οι φαντασιακές κοινωνικές σημασίες δίνουν νόημα στη ζωή των ατόμων και, τελικά, δίνούν νόημα ακόμη και στον θάνατο τους. Το κοινωνικό φαντασιακό δεν είναι σταθερό και αμετάβλητο. Αλλάζει. Και οι αλλαγές του δηλώνουν την ύπαρξη αλλαγών στην κοινωνία, το γεγονός δηλαδή ότι υπάρχει ιστορία της ανθρωπότητας. Το κοινωνικό φαντασιακό, άπαξ και δημιούργησε τους θεσμούς, μπορεί είτε να παραμείνει κατά κάποιον τρόπο σε λήθαργο (έτσι συμβαίνει στις πρωτόγονες, τις αρχαϊκές, τις παραδοσιακές κοινωνίες), είτε να προκαλέσει αλλαγές, λιγότερο ή περισσότερο γρήγορες (έτσι συμβαίνει στην εποχή μας, η οποία γνωρίζει έναν γρήγορο ρυθμό από ιστορικές μεταβολές, ανήκουστο στην μέχρι τώρα ιστορία της ανθρωπότητας).
Δημιουργία
Οι φιλόσοφοι έχουν αναρωτηθεί: Γιατί να υπάρχει κατι, ενώ θα μπορούσε να μην υπάρχει τίποτα. Το ερώτημα αυτό, σε κάθε περίπτωση, δεν έχει απάντηση. Ίσως μάλιστα να μην έχει καν νόημα. Υπάρχει όμως ένα άλλο ερώτημα που μας βασανίζει και δεν μπορεί παρά να μας βασανίζει: Πώς γίνεται και υπάρχει μια τέτοια πολυμορφία πραγμάτων; Και φυσικά δεν εννοώ μόνον την ποσοτική πολυμορφία. Πώς γίνεται και υπάρχει αυτή η απέραντη ποικιλία μορφών, από τη μη έμβια φύση, μέχρι τις πολυάριθμες ακαθόριστες μορφές ζωής, ακόμη και μέχρι τις μορφές που ακατάπαυστα η ανθρώπινη ιστορία παράγει και δημιουργεί; Έχει υποστηριχθεί ότι η δημιουργία είναι θεία πράξη. Δεν είναι θεία πράξη. Η δημιουργία είναι αυτό ακριβώς που χαρακτηρίζει το ον. Κάθε ον. Το παν υπόκειται συνεχώς σε αλλαγή και αναδημιουργία. Δεν μπορούμε να σκεφτούμε πως ό,τι παρουσιάζεται μπροστά μας είναι μια ατέρμων επανάληψη της ίδιας μορφής, διότι αμέσως ανακύπτει το ερώτημα: Μήπως, κάθε τι είναι καταδικασμένο να επαναλαμβάνει τις μορφές που έχουν ήδη υπάρξει από καταβολής χρόνου; Είναι όμως σαφές ότι υπάρχει ένας αληθινός χρόνος’ ο χρόνος της μεταβολής. Και αληθινή μεταβολή είναι η ανάδυση νέων μορφών.

Τα φαινόμενα, τα οποία παρατηρούμε μπροστά μας, προσπαθούμε να τα ερμηνεύσουμε μέσα από τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Αυτές οι ερμηνείες είναι ασφαλώς πολύτιμες αλλά είναι πάντα μερικές. Γιατί; Διότι έχουν σημασία μόνον στις περιπτώσεις όπου τα φαινόμενα επαναλαμβάνονται (οι ίδιες αιτίες δίνουν τα ίδια αποτελέσματα), αλλά δεν μπορούν να ερμηνεύσουν τις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάδυση νέων μορφών.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την περίπτωση της ζωής. Η βιολογία μας λέει ότι σε μιαν ορισμένη στιγμή, μέσα στον «πρωταρχικό χυλό» που υπήρχε στη γη, ένας μεγάλος αριθμός μορίων συνενώθηκε τυχαία και, στη συνέχεια, κάτω από ευνοϊκές συνθήκες -θερμοκρασίας, ακτινοβολίας, πίεσης- αναδύθηκαν μορφές ζωής. Αυτή όμως η απάντηση δεν στέκει. Γιατί; Διότι μια μορφή ζωής είναι κάτι άλλο από μιαν απλή συνένωση μορίων. Επί πλέον, πρόκειται για μια σύνενωση μορίων τελείως ιδιαίτερη ανάμεσα στα δισεκατομμύρια των δισεκατομμυρίων που θα μπορούσαν να συντεθούν. Είναι μια συνένωση που κατορθώνει να οργανώνεται, να συντηρείται, να αναπαράγεται. Το ίδιο ισχύει, με τρόπο πολύ πιο πυκνό και έντονο, στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η Ιστορία δεν είναι αποτέλεσμα συνδυασμού ίδιων στοιχείων. Η Ιστο-ρία είναι δημιουργία νέων στοιχείων. Είναι δημιουργία της μουσικής, της ζωγραφικής, της τέχνης, της φιλοσοφίας, της δημοκρατίας. Και φυσικά δεν μπορούμε να εξηγήσουμε με τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος τη μουσική του Μπαχ ή του Μπετόβεν. Αυτή η μουσική είναι μεγάλη, διότι είναι πρωτότυπη. Και λέγοντας πρωτότυπη, σημαίνει ότι ακριβώς δεν μπορούμε να την εξηγήσουμε.
Αυτονομία
Τπάρχει ανθρώπινη ελευθερία και σε τι συνίσταται; Ε-λευθερία δεν σημαίνει να κάνουμε ό,τι μας κατεβαίνει στο κεφάλι, ούτε, όπως νόμιζαν ορισμένοι φιλόσοφοι, να δρούμε χωρίς κίνητρα. Ελευθερία σημαίνει κατ’ αρχάς να έχουμε διαύγεια απέναντι, σ’ αυτό που σκεφτόμαστε και σ’ αυτό που κάνουμε. Μπορούμε όμως να είμαστε ελεύθεροι,, όταν ζούμε σε μια κοινωνία και κάτω από τον κοινωνικό νόμο; Θα διατυπώσω την απάντηση ως εξής: Μπορώ να είμαι ελεύθερος, εφόσον συμμετέχω στη διαμόρφωση αυτού του νόμου, εφόσον αποφασίζω ισότιμα μαζί με τους άλλους για τη δημιουργία αυτού του νόμου και, τέλος, εφόσον είμαι σύμφωνος με τον τρόπο που ο νόμος αυτός θεσμίστηκε.

Για πολύ μεγάλο διάστημα οι ανθρώπινες κοινωνίες πίστευαν ότι τους νόμους και τους θεσμούς τους δεν τους είχαν δημιουργήσει οι ίδιες. Αλλά τότε ποιος; Οι θεοί, ο Θεός, οι πρόγονοι. Σε τέτοιες συνθήκες αυτοί οι νόμοι και οι θεσμοί προφανώς θεωρούνται ιεροί. Αδύνατον να τους αμφισβητήσει κανείς. Πώς είναι δυνατόν να πω ότι ο νόμος που τον έχει δώσει ο Θεός (αν ο Θεός είναι η πηγή κάθε δικαίου) είναι άδικος; Σε μιαν τέτοια κοινωνία, που θα την αποκαλέσουμε ετερόνομη επειδή είναι υπόδουλη στους δικούς της θεσμούς-, τα ίδια τα άτομα είναι ετερόνομα. Δεν μπορούν να σκεφτούν μόνα τους, εκτός από τελείως τετριμμένα και δευτερεύοντα θέματα. Δεν μπορούν να ελέγξουν κριτικά τη συμπεριφορά τους. Δεν μπορούν να κρίνουν τι είναι καλό και τι κακό, τι είναι δίκαιο και τι άδικο, τι είναι αληθές και τι ψευδές. Αυτή ήταν η μοίρα της κοινωνίας επί χιλιετίες.

Κάποια στιγμή όμως έγινε μια ιστορική ρήξη, η οποία άλλαξε την κατάσταση των πραγμάτων. Η ρήξη αυτή παρατηρείται για πρώτη φορά στην Αρχαία Ελλάδα (στις πόλεις που δημιούργησαν τη δημοκρατία και τη φιλοσοφία) και μετά, αφού μεσολάβησαν είκοσι αιώνες έκλειψης, ξαναξεκίνησε για δεύτερη φορά στη Δυτική Ευρώπη (με την Αναγέννηση, τον Διαφωτισμό, το μεγάλο δημοκρατικό κίνημα χειραφέτησης, το εργατικό κίνημα κ.λπ.). Αυτά τα κινήματα -με το πρόταγμα της αυτονομίας- δημιούργησαν τις κάποιες ελευθερίες που διαθέτει η κοινωνία, στην οποία ζούμε. Όμως το πρόταγμα της αυτονομίας, το οποίο έφθασε στο κορύφωμα του ανάμεσα στο 1750 και το 1950, επί του παρόντος μοιάζει να είναι εξουδετερωμένο. Σήμερα ζούμε σε μια κοινωνία, στην οποία η απά-θεΐα, ο κυνισμός και η ανευθυνότητα ολοένα επεκτείνονται. Το κίνημα της αυτονομίας πρέπει να ξαναξεκι-νησει και να προσπαθήσει να εγκαθιδρύσει μιαν αληθινή δημοκρατία. Μια δημοκρατία όπου όλοι θα συμμετέ-χουν στη ρύθμιση και τον καθορισμό των κοινωνικών δραστηριοτήτων. Και αυτό είναι το μόνο πολιτικό πρόταγμα, για το οποίο αξίζει τον κόπο να εργαστούμε και να αγωνιστούμε. 
* Τέσσερεις λέξεις: Φαντασία, Φαντασιακό, Δημιουργία, Αυτονομία. Τέσσερεις έννοιες-κλειδιά στο έργο του Κορνηλίου Καστοριάδη. Αυτές τις τέσσερεις λέξεις τις (παρουσίασε» ο ίδιος στη γαλλική τηλεόραση -στην καθημερινή εκπομπή Inventer Domain του δημοσίου και με εκπαιδευτικό χαρακτήρα σταθμού La Cinquicnic-, σε τέσσερεις συνεχείς ημέρες (2,3,4,5.12.1996). Τέσσερεις λέξεις, τέσσερεις εκπομπές διάρκειας τεσσάρων λεπτών κάθε μία κάθε εκπομπή για μία λέξη. Αυτό εδώ το κείμενο είναι η μετάφραση, με ελάχιστες συντομεύσεις, των τεσσάρων εκπομπών.

  

 Βιβλιογραφία

Τα περισσότερα έργα του Καστοριάδη έχουν μεταφραστεί στα ελληνικα. Μερικά από αυτά είναι τα εξής:
  • Το Επαναστατικό Πρόβλημα Σήμερα
  • Η Πείρα του Εργατικού Κινήματος
  • Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας
  • Από της Οικολογία στην Αυτονομία
  • Τα Σταυροδρόμια του Λαβύρινθου
  • Η Άνοδος της Ασημαντότητας
  • Ο Θρυμματισμένος Κόσμος
  • Χώροι του Ανθρώπου
  • Ανθρωπολογία, Πολιτική, Φιλοσοφία
  • Η «Ορθολογικότητα» του Καπιταλισμού

Ζωή Καστοριάδη : «Το έργο του ανανεώνει και ανανεώνεται»


Το Μάρτιο του 2008, το Γαλλικό Ινστιτούτο και οι Εκδόσεις Κριτική και Υψιλον διοργάνωσαν εκδήλωση συζήτηση για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα χρόνων από τον θάνατό του (πέθανε στις 27 Δεκεμβρίου του 1997) και με θέμα την πνευματική κληρονομιά του. Για τον στοχαστή και φιλόσοφο μίλησαν οι Ολιβιέ Φρεσάρ, Σοφί Κλίμις, Αγγελος Μουζακίτης και Σεραφείμ Σεφεριάδης. Συντονίστρια της συζήτησης ήταν η σύζυγος του Κορνήλιου Καστοριάδη, Ζωή. Στο περιθώριο της εκδήλωσης μας μίλησε για το μέγεθος της πνευματικής κληρονομιάς του διανοητή ο οποίος δρούσε ενάντια στο ρεύμα.  
Σε μια εποχή που γίνεται λόγος για το τέλος της ιδεολογίας και της Ιστορίας, ποια θέση έχει η σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη; «”Οι μόδες έρχονται, παρέρχονται και δεν διαφέρουν”. Αυτή ήταν η ετυμηγορία του Καστοριάδη απέναντι στις διάφορες παριζιάνικες μόδες της διανόησης. Σχετικά βέβαια με την κατ’ εξοχήν ιδεολογία, τη μαρξιστική, διαπίστωσε την κατάρρευσή της χωρίς καμιά έκπληξη. Ως προς την Ιστορία, ο ίδιος εισήγαγε τον όρο “κοινωνικό-ιστορικό”, διότι ακριβώς θεωρούσε ότι κοινωνία και Ιστορία είναι αδιάσπαστες και ότι εφόσον υπάρχει κοινωνία θα εξακολουθεί να υπάρχει Ιστορία. Η δε Ιστορία είναι, κατ’ αυτόν, δημιουργία». 
Τι κατά τη γνώμη σας θα έλεγε σήμερα, όταν από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 είχε καταδικάσει την άνοδο του ανόητου-ασήμαντου;
«Νομίζω ότι η ασημαντότητα είναι αυτοτροφοδοτούμενη, τρέφεται από τον ίδιο της τον εαυτό και προχωράει. Το ερώτημα το οποίο έθετε ο Καστοριάδης ήταν “μέχρι πού είναι δυνατόν να φθάσει;”. Οι άνθρωποι είναι δυνατόν να συνεχίσουν επ’ άπειρον να έχουν ως μόνο νόημα της ζωής τους τα υλικά αγαθά που τους προσφέρει ο πολιτισμός μας; Προέτρεπε δε αυτούς που έχουν συνείδηση των προβλημάτων να κάνουν ό,τι είναι δυνατόν “ώστε ο κόσμος να ξυπνήσει από τον σημερινό του λήθαργο και να αρχίσει να δρα προς την κατεύθυνση της ελευθερίας”». 
Θα έκανε λόγο για «γραφειοκρατικό καπιταλισμό» σε ό, τι αφορά την Ελλάδα; «Δεν είχε ποτέ χαρακτηρίσει την Ελλάδα ως καθεστώς “γραφειοκρατικού καπιταλισμού”. Πίστευε ότι οι ειδικές ιστορικές συνθήκες, μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, δεν επέτρεψαν να συσταθεί και να διαρκέσει στον χρόνο μια πραγματική αστική τάξη η οποία θα εγκαθιστούσε έναν καπιταλισμό όπως αυτός των άλλων δυτικών χωρών». 
 Θα μπορούσατε να διακινδυνεύσετε να μας πείτε πώς θα περιέγραφε σήμερα την επανάσταση;
«Ο Καστοριάδης είχε πολύ σαφή άποψη για την επανάσταση και την είχε εκφράσει σε διάφορες ευκαιρίες. Στο κείμενό του με τίτλο “Τι σημαίνει επανάσταση;”, το οποίο περιλαμβάνεται στο Οι ομιλίες στην Ελλάδα, εξηγεί ακριβώς ότι πρέπει να απαλλαγούμε “…από τις εικόνες που είχαμε στο μυαλό μας για οδοφράγματα, για κατάληψη των “χειμερινών ανακτόρων”, για εμφύλιους πολέμους, σφαγές και τρομοκρατίες… ” και συνεχίζει ορίζοντας την επανάσταση ως “ρητή και διαυγασμένη αλλαγή των θεσμών μιας κοινωνίας, όσων θεσμών φυσικά εξαρτώνται από ρητή θέσμιση, με τη συλλογική δράση αυτής της κοινωνίας ή του μεγαλύτερου μέρους της». 
– Υπάρχουν σήμερα συνεχιστές της σκέψης του;

«Δεν ξέρω αν ο όρος “συνεχιστές” είναι κατάλληλος. Αλλωστε ο Καστοριάδης δεν είχε ποτέ εμπλακεί σε μηχανισμούς ακαδημαϊκής εξουσίας. Πολλοί νέοι ερευνητές μελετούν το έργο του και εμπνέονται από αυτό. Διδακτορικές διατριβές έχουν ήδη γραφτεί και άλλες βρίσκονται σε εξέλιξη σε διάφορα πανεπιστήμια ανά τον κόσμο. Υπάρχουν επίσης αυτήν τη στιγμή ομάδες μελέτης του έργου του σε πολλές χώρες σε τελείως διαφορετικά μήκη και πλάτη. Στην Αργεντινή, η ομάδα Magma, στις Βρυξέλλες, στο Facultes Universitaires Saint-Louis, η έδρα Φιλοσοφίας διοργανώνει μια ετήσια συνάντηση κάθε φορά με συγκεκριμένο θέμα και εκδίδει τα Cahiers Castoriadis στα οποία δημοσιεύονται οι παρεμβάσεις των ομιλητών. Μια άλλη ομάδα εργάζεται στο πλαίσιο της Nordic Summer University και συσπειρώνει μελετητές από τη Σουηδία, τη Νορβηγία και τη Δανία, ενώ στην Αυστραλία εμπνέεται από το έργο του η ομάδα πανεπιστημιακών που εκδίδει το περιοδικό Thesis Eleven”. Το κύριο χαρακτηριστικό του έργου του Καστοριάδη μοιάζει να είναι η αντίστασή του στον χρόνο. Ισως όμως τελικά το πέρασμα του χρόνου επέτρεψε την κατανόηση μιας πρωτοποριακής σκέψης επιβεβαιώνοντάς την. Ως εκ τούτου, αποκτάει διαρκώς καινούργιο κοινό που ανανεώνει το έργο με την ανάγνωσή του και ανανεώνεται από αυτό».

ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ (1770-1861)


To 1847 ξεκινά την αμφιλεγόμενη και θυελλώδη πορεία του ως διασημότητα ένας γέρος καλό­γερος που τον φώναζαν άγιο Χριστόφορο ή Παπουλάκο. Η επίσημη ιστορία τον κατέγραψε ως απα­τεώνα, αγύρτη και πράκτορα των Ρώσων, η λαϊκή μνή­μη τον διαφύλαξε ως άγιο, μάρτυρα και προφήτη. Το πραγματικό του όνομα ήταν Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος, γεννήθηκε περίπου το 1770 στα Άρμπουνα…

…Καλαβρύ­των, ήταν για χρόνια σφάκτης και χασάπης, κι όταν έγινε εξήντα χρονών, αποφάσισε να καλογερέψει. Πή­γε στο Μέγα Σπήλαιο, αυτοχειροτονήθηκε καλόγερος με το όνομα Χριστόφορος και στα εξήντα τέσσερα του χρόνια άρχισε να κάνει περιοδείες και να κηρύττει. Αν και ως χασάπης ήξερε ελάχιστα γράμματα, είχε μάθει απέξω την Αγία Γραφή και την Αποκάλυψη του Ιωάννη και τη Σολομωνική, είχε τρομερή ευγλωττία και αμεσότητα, ενώ αντιλαμβανόταν αμέσως όχι μόνο τις εσω­τερικές αλλά και τις πρακτικές ανάγκες των αγράμμα­των, εξαθλιωμένων και εγκαταλειμμένων αγροτικών πληθυσμών. 

Η επίσημη κρατική προπαγάνδα του Όθωνα και των Βαυαρών αντιβασιλέων τον κατηγόρησε ότι είχε στρα­τολογηθεί από το δαιμόνιο Κατακάζυ, πρέσβη του τσά­ρου στην Ελλάδα, και περνούσε στον κοσμάκη την προ­παγάνδα των Ρώσων, που ήθελαν να κάνουν τη χώρα προτεκτοράτο τους. Όποια κι αν ήταν η αλήθεια, ο γε­ρο-καλόγερος ήξερε να μιλά στα πλήθη και δεν ήταν διόλου προσεχτικός ή διπλωματικός σ’ αυτά που έλεγε. 
Κατηγορούσε το βασιλιά ότι ήταν αβάπτιστος και ήθε­λε τον αποχριστιανισμό της χώρας, ονόμαζε τους Βαυ­αρούς «διαβολοτραγιά» , κατηγορούσε τους δασκάλους ότι δίδασκαν στα παιδιά «άθεα γράμματα», έλεγε ότι οι Αγγλοι είναι Εβραίοι, ονόμαζε τα δικαστήρια «γυφτόσπιτα» και κατηγορούσε την Ιερά Σύνοδο ότι απο­τελείτο από άθεους. 
Όπως ήταν φυσικό, ο Παπουλάκος μεταβλήθηκε γρήγορα σε νούμερο ένα εχθρό του κράτους και της επίσημης εκκλησίας, αλλά το κήρυγμα του είχε τρομε­ρή απήχηση στις τοπικές κοινωνίες. Απ’ όπου περνού­σε γινόταν πανζουρλισμός. Η πρώτη του περιοδεία άρ­χισε από την Αχαΐα και κατέληξε στην ορεινή Αρκαδία, περνώντας από Ολυμπία και Τριφυλία. Όλα τα γύρω χωριά συγκεντρωνόντουσαν για να τον ακούσουν Άρχισαν να τον θεωρούν μεσσία και άγιο. Του έκοβαν τρίχες από μούσι και τις έβαζαν σε κορνίζες, θεωρούσαν άγια τα μαχαιροπίρουνα που χρησιμοποιούσε, σκούπιζαν τον ιδρώτα του με μαντίλια που τα χρησι­μοποιούσαν μετά για να θεραπεύουν αρρώστιες.
 
papoulakos
Εικόνα από το Άγιο Όρος που αναπαριστά τον κωμικοτραγικό βίο του Παπουλάκου, που εικονίζεται επί εξέδρας
ενώ εκφωνεί τους πύρινους λόγους του στη Λακωνία , την οποία ο Παπουλάκος έχει μετονομάσει σε «Ισραήλ».
Η Ιερά Σύνοδος του απαγόρευσε να κηρύττει και η αστυνομία άρχισε να τον κυνηγά, όμως ο Παπουλάκος αγρίεψε ακόμα περισσότερο. Άρχισε να καλεί το λαό σε αντίσταση και συγκρότησε σώμα εθελοντών ενόπλων που τον ακολουθούσαν στις περιοδείες για να τον προ­στατεύουν από τα αποσπάσματα των χωροφυλάκων που τον ακολουθούσαν για να τον πιάσουν. Στην Τρί­πολη προσπάθησε να τον συλλάβει ο νομάρχης, αλλά τραυματίστηκε. Στο δήμο Λεύκτρου πήγαν να τον συλ­λάβουν ο έπαρχος Οιτίλου και ο υπομοίραρχος, αλλά κινδύνευσαν να λιντσαριστούν από τρεις χιλιάδες άτο­μα που ακολουθούσαν τον Παπουλάκο. Ο γερο-καλό­γερος πήρε τόσο αέρα από τη λαϊκή στήριξη, ώστε με­τονόμαζε τα χωριά από τα οποία περνούσε (το χωριό Κολοκύθι το μετονόμασε σε Νέα Ιερουσαλήμ) κι άρχι­σε να διαλαλεί ότι θα τεθεί επικεφαλής του λαού προ­κειμένου να καταλάβει την Αθήνα κι από εκεί την Κων­σταντινούπολη, για να λειτουργήσει στην Αγια-Σοφιά. 
Άρχισε να χειροτονεί δικούς του παπάδες και βε­βαίωνε τους πιστούς του ότι αν τον σκοτώσουν θα ανα­στηθεί. Η φήμη του μεγάλωνε συνεχώς. Στη Μονεμβα­σιά τον υποδέχτηκαν 7.000 άτομα, όταν μπήκε στην Καλαμάτα χτυπούσαν οι καμπάνες όλων των εκκλη­σιών, στη Μάνη έγινε ξεσηκωμός. Το κράτος αποφάσι­σε να τον σταματήσει στη Λακωνία κι έστειλε τις ακό­λουθες δυνάμεις για να συλλάβουν τον εξηντατετρά-χρονο Παπουλάκο, καλόγερο και πρώην χασάπη. Ένα τάγμα στρατού, εθνοφυλακές, δύο χιλιάδες χωροφύλακες, οροφύλακες, μια πυροβολαρχία και πέντε πολεμά κά πλοία («Κανάρης». «Όθων». «Ματθίλδη». «Αμα­λία» και «Σκύλα»). Δεν τον έπιασαν. Χιλιάδες οπλι­σμένοι Μανιάτες τον περικύκλωσαν και απείλησαν ότι θα γίνει μακελειό. Ο αρχηγός του στρατού, στρατηγός Γενναίος Κολοκοτρώνης, γιος του Θεόδωρου, απέσυρε τα στρατεύματα για να μην ξεσπάσει εμφύλιος. 
Αυτό όμως που δεν κατάφερε ολόκληρο το εκστρα­τευτικό σώμα το κατάφερε η παλιά μέθοδος, η προδο­σία και η δωροδοκία. Ο Παπουλάκος είχε κρυφτεί στο μοναστήρι της Βόιδονίτσης απ’ όπου έστειλε ένα πι­στό του οπαδό, έναν αγράμματο παπά, τον παπα-Βασίλαρο, να μεταφέρει ειδήσεις και οδηγίες. Ο Βασίλαρος συνελήφθη, τον πήγαν στη Σπάρτη, τον κύκλωσαν νομάρχες, στρατηγοί και δεσποτάδες, του έδωσαν και 6.000 δραχμές δώρο και δέχτηκε να καταδώσει τον Παπουλάκο. Οδήγησε στον κρυμμένο Παπουλάκο έξι αστυνομικούς ντυμένους σαν Μανιάτες χωρικούς, οι οποίοι τον έδεσαν και τον απήγαγαν. Τον φυλάκισαν στο Ρίο, αλλά δεν τον δίκασαν ποτέ για να μην εξε­γερθούν οι οπαδοί του. 
Πέθανε στις 18 Ιανουαρίου του 1861, περιορισμένος σε ένα μοναστήρι της Άνδρου, η μνήμη του όμως έμει­νε ζωντανή στην Πελοπόννησο. Στις εκκλησίες της Μά­νης τον μνημόνευαν για χρόνια, ενώ, σύμφωνα με το θρύλο, τη μέρα του θανάτου του δάκρυσαν οι εικόνες των εκκλησιών. Φοβερά μισητό πρόσωπο έγινε ο προ­δότης παπα-Βασίλαρος, που δολοφονήθηκε μυστηριωδώς στις Σπέτσες. 

ΠΑΡΑΚΕΛΣΟΣ (1493-1541) – Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ


Ο Παράκελσος γεννήθηκε στην Ελβετία το 1493- Το αληθινό του όνομα ήταν Φίλιππος Αυρήλιος Θεόφραστος Μπομπάστους φον Χοχενχάιμ. Ήταν γιος ενός γιατρού – παιδί τόσο αδύναμο και ασθενικό που κανείς δεν περίμενε να ζήσει παραπάνω από την εφηβεία του. Όταν ήταν δέκα χρονών, αποφάσισε να πετάξει και πήδηξε από ένα ψηλό δέντρο, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί άσχημα και να κινδυνέψει να πεθάνει. Σπούδασε ιατρική στη Βασιλεία και ύστερα πήγε στο Βίρτσμπουργκ για να μαθητεύσει δίπλα στο θρυλικό ηγούμενο Τριθέμιο, που τα απόκρυφα βιβλία του γοήτευαν το νεαρό Παράκελσο….

 Όπως και ο Αγρίππας, ήταν πολύ ρομαντικός και είχε παθιαστεί με την ιδέα να ανακαλύψει τη «Φιλοσοφική Λίθο», ή το «Ελιξίριο της ζωής», αλλά συμβιβαζόταν και με το «Μέγα Καθολικόν» που υποτίθεται πως ήταν ένα φάρμακο που μπορούσε να θεραπεύσει οποιαδήποτε αρρώστια. Πήρε το όνομα Παράκελσος από το όνομα του φημισμένου Ρωμαίου γιατρού Κέλσου.

Όταν ήταν 22 χρονών, πήγε στο Τυρόλο και εργάστηκε επίπονα στα ορυχεία αργύρου για να συγκεντρώσει χρήματα. Επειτα, πήρε το δισάκι του και ξεκίνησε για μια περιπλάνηση σε όλη την Ευρώπη -που κράτησε δέκα χρόνια- δηλώνοντας ότι ήθελε να αποκτήσει περισσότερες ιατρικές γνώσεις βλέποντας όσο το δυνατόν περισσότερους αρρώστους.

Πρέπει να τονίσουμε ότι -παρά τη φήμη του- ο Παράκελσος δεν θεώρησε ποτέ τον εαυτό του μάγο ή αποκρυφιστή. Ο χαρακτήρας του ήταν ξεροκέφαλος και πίστευε στην εμπειρία και στον άνθρωπο. Πίστευε στην Αλχημεία και στην Αστρολογία, επειδή ήταν πράγματα λογικά και επιστημονικά, αλλά ήταν πολύ καχύποπτος με τα γιατροσόφια των μαγισσών και τις μαγγανείες της εποχής.

Στο Παρίσι, είχε την τύχη να συναντήσει μια από τις μεγαλύτερες ιδιοφυίες στην ιατρική, τον Αμβρόσιο Παρέ. Έγινε μαθητής του και γρήγορα βοηθός του και συνεργάτης του, εξερευνώντας με πάθος τα σκοτεινά ακόμη πεδία της ιατρικής επιστήμης. Εκείνη την εποχή, στον πόλεμο, οι πληγές καυτηριάζονταν με βραστό λάδι. Ο Παρέ και ο Παράκελσος κατασκεύασαν μια αλοιφή από κρόκο αυγού, ροδέλαιο, αποσταγμένο νερό και τερεβινθίνη που επούλωνε γρήγορα και ανώδυνα τις πληγές. Συμπέραναν ότι οι περισσότεροι στρατιώτες πέθαιναν από κλονισμό και εξάντληση από τις πρόχειρες θεραπείες παρά από τα τραύματα τους. Όταν τα ανθρώπινα μέλη συντρίβονταν από μπάλες κανονιού, οι γιατροί περίμεναν να πάθουν γάγγραινα και τα έκοβαν με πριόνια. Ο Παρέ και ο Παράκελσος ανακάλυψαν ότι αν έδεναν με ένα συνηθισμένο σπάγκο την αρτηρία που αιμορραγούσε, η αιμορραγία σταματούσε – και όταν συνέβαινε αυτό, συνήθως ο χτυπημένος γινόταν καλά. Οι δυο τους περιπλανήθηκαν στη Γερμανία, στη Δανία, στην Ιταλία και στη Ρωσία. Ο Παράκελσος έμαθε πολλά για τον πόλεμο σε αυτά του τα ταξίδια, αλλά και για τη διπλωματία, τη φυσιογνωμία και τη γεωμαντεία. Πάνω από όλα όμως, έμαθε απίστευτα πολλά για την ιατρική που τον ενδιέφερε πιο πολύ.

…Σε ένα σύγγραμμα του έγραφε:
…Η μαγεία είναι δάσκαλος ιατρικής πολύ καλύτερος από όλα τα γραπτά βιβλία. Η μαγεία είναι μια δύναμη που έρχεται κατευθείαν από το Θεό, δημιουργεί κανάλια ροής και μεταβιβάζεται κατά κάποιον τρόπο στο γιατρό. Το ονομάζω Θεραπευτικό Ένστικτο. Το ένστικτο αυτό βασίζεται στην αρχαία γνώση ότι ο άνθρωπος είναι ο μικρόκοσμος της Φύσης – και αυτό το δίδασκε ο ίδιος ο Ιπποκράτης. Η υγεία βασίζεται σε ένα είδος αρμονίας ανάμεσα στον άνθρωπο και στη Φύση. Δημιουργεί ένα αιθερικό ρευστό που υπάρχει μέσα στη Φύση και μέσα στον άνθρωπο. Η διαταραχή αυτής της αρμονίας έχει ως φυσική συνέπεια την ασθένεια…

Ο αναγνώστης ίσως αναγνωρίσει σε αυτά τα λόγια του Παράκελσου (το 1523) τις ιδέες του Μέσμερ και του Βίλχελμ Ράιχ, πολλούς αιώνες αργότερα βέβαια.

Το ρευστό για το οποίο μιλάει είναι η θεμελιώδης αρχή ζωής που οι αλχημιστές ονόμαζαν «Αζώθ» και τη συμβόλιζαν με ένα κόκκινο λιοντάρι. Το Αζώθ μπορεί να μετατρέψει όλα τα μέταλλα σε χρυσό. Υπάρχει μια ιστορία που αφηγείται ότι ο Παράκελσος θεράπευσε την κόρη ενός πανδοχέα που ήταν εκ γενετής παράλυτη από τη μέση και κάτω, με τρεις κουταλιές κρασί που περιείχαν το «Αζώθ του Κόκκινου Λιονταριού». Ο Παράκελσος είχε δώσει το όνομα «Αζώθ» και στο σπαθί του, που το αγαπούσε τόσο πολύ, ώστε κοιμόταν μαζί του στο κρεββάτι του.

…Για κάποια χρόνια, του δόθηκε η έδρα της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας. Ξεκίνησε τη θητεία του διατάζοντας τους φοιτητές να ανάψουν μια μεγάλη φωτιά στο προαύλιο και να πετάξουν εκεί μέσα όλα τα έργα του Αβικέννα, του Ραζί, του Χόλερ, του Γαληνού και άλλων παλιών μεγάλων γιατρών, φωνάζοντας ότι όλοι τους μαζί δεν άξιζαν ούτε μια τρίχα από τη γενειάδα του. Οι υπόλοιποι καθηγητές τον κατήγγειλαν για τσαρλατάνο.
Ο Παράκελσος ήταν πολύ θορυβώδης, εκκεντρικός, νευρικός, εύθικτος, συχνά χυδαίος και επιθετικός, αλλά πάντα πολύ διαυγής – ακόμη και όταν ήταν μεθυσμένος. Έκανε συχνά ένα ιδιόμορφο μαύρο χιούμορ, που ενοχλούσε τους συνομιλητές του.

Έλεγε στους συναδέλφους του – σε μια συνομιλία που την κατέγραψε ο χρονικογράφος Τ. Χαργκρέιβ:
«…Δεν είσαστε τίποτε παραπάνω από σπυριάρηδες ψευτοδάσκαλοι που χτενίζουν ψείρες, ρουφάνε βδέλλες και τρυπάνε χέρια καημένων ανθρώπων. Δεν αξίζετε ούτε για να σας κατουρήσει ένα σκυλί. Ο βασιλιάς σας ο Γαληνός βρίσκεται στην κόλαση από όπου μου έχει στείλει πολλά γράμματα. Έχουμε πολλά χρόνια τώρα αλληλογραφία. Αν ξέρατε τι μου λέει σε αυτά, θα κάνατε το σημείο του σταυρού στο μέτωπο σας με μια ουρά αλεπούς. Μη με ακουμπάτε, γιατί δεν έχω εξακριβώσει ακόμη αν η ανοησία είναι μεταδοτική…»

Θεράπευσε από σοβαρή νεφροπάθεια το μεγάλο διανοούμενο Έρασμο, ο οποίος του έγραψε «…δεν μπορώ να σου προσφέρω αμοιβή αντάξια της τέχνης και της μόρφωσης σου…»
Μια άλλη φορά, όταν θεράπευσε κάποιον πλούσιο εκδότη από ένα σάπιο πόδι που οι άλλοι γιατροί ήθελαν να του το ακρωτηριάσουν, ο εκδότης θέλησε να τον πληρώσει σε βιβλία, ο Παράκελσος τον έπιασε από το λαιμό – και τελικά κατέληξαν στα δικαστήρια. Αν και ήταν ολοφάνερο ότι είχε δίκιο, οι ορκισμένοι εχθροί του επηρέασαν το δικαστήριο και η απόφαση βγήκε σε βάρος του. Αυτός νευρίασε τόσο πολύ, που ανέβηκε πάνω στο έδρανο και άρχισε να βρίζει τους δικαστές με τα πιο περίτεχνα κοσμητικά επίθετα – που το πιο απλό ήταν «σκουληκοφαγωμένοι αγύρτες σοφιστές». Φυσικά, αυτό ήταν εξύβριση και προσβολή του δικαστηρίου και ο Παράκελσος γλίτωσε παρά λίγο τη φυλακή, δραπετεύοντας από τη χώρα. Οι εχθροί του χάρηκαν πολύ, γιατί ήξεραν τον απότομο χαρακτήρα του και ήξεραν πως θα αντιδρούσε δυναμικά.

…Ο Παράκελσος ήταν ένας χοντρός, φαλακρός άντρας, με κόκκινα μάγουλα και τσαλακωμένα ρούχα, είχε τρανταχτό γέλιο, δεν δίσταζε να πει φωναχτά αυτό που σκεφτόταν και έχανε πολύ συχνά την ψυχραιμία του. Ήταν η χαρακτηριστική περίπτωση του έντιμου και ειλικρινή ανθρώπου που δεν μπορεί να βρει το δίκιο του, γιατί το υπερασπίζεται με υπερβολικές αντιδράσεις και εύκολα έχανε το παιχνίδι των εντυπώσεων – που οι πονηροί που αντιμετώπιζε το έπαιζαν πολύ καλά. Ήταν ένας χαρισματικός άνθρωπος βαθιάς γνώσης, αλλά εκπληκτικά ασυμβίβαστος και κυνικός.

Όταν ήταν στο Στρασβούργο, του ζήτησαν να συζητήσει με τον Μπεντελίν, έναν υποστηρικτή του Γαληνού, σε ακροατήριο. Ο Μπεντελίν ήταν επιδεικτικός και πομπώδης και υποστήριξε πράγματα που εύκολα θα μπορούσε να τα αντικρούσει ο Παράκελσος και να βγει ο νικητής της βραδιάς. Αυτό θα έκανε ο καθένας. Ο Παράκελσος, όμως, έφτυσε επιδεικτικά στο πάτωμα και αποχώρησε από την αίθουσα μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων, λέγοντας «…δεν δέχομαι να απαντήσω σε τέτοια σκουπίδια…» Σε μια άλλη περίπτωση, ο πρίγκιπας του Μπάντεν ήταν ετοιμοθάνατος από οξεία δυσεντερία. Ο Παράκελσος του έδωσε να πιει ένα ποτό που είχε παρασκευάσει και τον έβαλε να κοιμηθεί. Την άλλη μέρα ο πρίγκιπας είχε θεραπευτεί και ένιωθε πολύ καλά. Έδωσε στον Παράκελσο ένα πολύτιμο κόσμημα για πληρωμή. Αυτός, αντί να πάρει το κόσμημα και να ευχαριστήσει τον πρίγκιπα αφήνοντας τον να διηγηθεί σε όλους τη θαυματουργή του θεραπεία, θεώρησε πολύ μεγάλη προσβολή που του το είχε δώσει ο ίδιος στο χέρι. Άρχισε να λέει ότι είναι επιστήμονας και όχι υποτακτικός του και ότι συνήθως έστελνε το λογαριασμό για τις υπηρεσίες του και ο ασθενής έδινε την αμοιβή μέσω ενός υπηρέτη. Φυσικά, ο πρίγκιπας δυσαρεστήθηκε με το φέρσιμο του, οι άλλοι γιατροί που τον μισούσαν έπεισαν τον πρίγκιπα ότι είχε θεραπευτεί από τα δικά τους γιατροσόφια και ότι δεν είναι δυνατόν να πρόλαβε μέσα σε μια μέρα να ενεργήσει το φάρμακο του Παράκελσου. Στο τέλος, ο Παοάκελσος κινδύνεψε να πάει φυλακή ως απατεώνας.
 Από τότε, φορούσε πάντα εκείνο χο κόσμημα στο λαιμό του «…για να θυμάται συνέχεια την αχαριστία των ανθρώπων…»

…Όταν πέθανε ένας από τους υποστηρικτές του, επειδή αγνόησε την συμβουλή του Παράκελσου να μην κουράζει την καρδιά του, οι εχθροί του τον κατηγόρησαν για το θάνατο και αναγκάστηκε να φύγει για πάντα από την πατρίδα του.

Από τότε έγινε και αυτός περιπλανώμενος σαν τον Αγρίππα για την υπόλοιπη ζωή του. Αρχισε να πίνει πολΰ και να ντύνεται σαν αλήτης. Πληγωμένος από τις πολλές αδικίες, επιτίθονταν στους αντιπάλους του με το παραμικρό. Ο θυμός του από τις διαφωνίες που είχε με όλους τους διανοούμενους -που τους θεωρούσε «προδότες του ανθρώπινου πνεύματος»- τον έσπρωχνε να γράφει συνεχώς, εκατοντάδες συγγράμματα, αλλά κανείς εκδότης δεν δεχόταν να τα αναλάβει. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του εκδόθηκε σχεδόν έναν αιώνα μετά το θάνατο του. Σώθηκαν μόνο 370 έργα του. Εκτός από το ότι ήταν ο θεμελιωτής της σύγχρονης Χημείας, ανακάλυψε τον ψευδάργυρο -το χλώριο- τις ενώσεις του σιδήρου και του αντιμονίου, αυτός που έθεσε τις βασικές αρχές της ομοιοπαθητικής, μελετητής των πιο σπάνιων βιβλίων (ο μεγαλύτερος Γερμανός μυστικιστής -ο Τζάκομπ Μπέμε- ήταν μαθητής του), ο πρόδρομος της σύγχρονης ιατρικής, ένας εξαίρετος στοχαστής και φιλόσοφος, αυτό που προκαλεί θλίψη είναι το εξακριβωμένο γεγονός ότι καμιά από τις θεωρίες του -που τις υποστήριζε τόσο ένθερμα- δεν ήταν λανθασμένη ή δεν μπόρεσε να διαψευστεί.

Μια μέρα στη Νυρεμβέργη, για να αντικρούσει τους επικριτές του, ζήτησε από τις αρχές να του φέρουν όλους τους ασθενείς που οι ασθένειες τους έχουν χαρακτηριστεί ανίατες. Είναι καταγραμμένο στα αρχεία της πόλης ότι τους γιάτρεψε όλους. Οι εχθροί του τον κατηγόρησαν για μάγο – και θα τον σκότωναν αν μέσα στους θεραπευμένους δεν ήταν και η γυναίκα του δημάρχου.

Σε πολλές περιστάσεις τού απαγόρευαν να μπει σε κάποια πόλη. Στο Ίνσμπρουκ της Αυστρίας τον περίμενε μια περίπολος έξω από την πόλη για να τον διώξει μόλις εμφανιζόταν.
Δεκαπέντε χρόνια δυσκολιών, περιπλανήσεων, περιφρόνησης και οργής, τον εξάντλησαν και τον μετέτρεψαν σε ένα σωματικό και ψυχικό ράκος. Έχασε το βροντερό γέλιο του, δεν είχε κανένα φίλο, και μια ιστορία λέει ότι επειδή δεν είχε κανέναν για να του μιλήσει, είχε αρχίσει να συνομιλεί με τη σκιά του. Άναβε ένα κηροπήγιο, καθόταν μπροστά σε έναν τοίχο και
συνομιλούσε με τη σκιά του σαν να ήταν άνθρωπος. Πολλές φορές τον άκουγαν να φωνάζει μόνος του.

Εκείνη την εποχή έγραψε το αριστούργημα του, το Signa Rerum. Δυστυχώς, σώζονται μόνο τα τελευταία κεφάλαια του, γιατί ο Παράκελσος κάθε βράδυ έσχιζε μερικές σελίδες, τις έβαζε φωτιά και τις πετούσε από το παράθυρο για να «…όουν λίγο φως μέσα στη νύχτα επιτέλους οι άνθρωποι…»

Σε κάποια από τις σελίδες που σώθηκαν γράφει:
…Ο άνθρωπος δεν είναι σώμα. Η καρδιά, το πνεύμα, είναι άνθρωπος. Και αυτό το πνεύμα είναι ένα ολόκληρο άστρο, από το οποίο είναι φτιαγμένος. Το άστρο αυτό ταξιδεύει μέσα στο σύμπαν. Δεν ξέρουμε από πού έρχεται και πού πηγαίνει. Αλλά αν ο άνθρωπος είναι τέλειος στην καρδιά του, τίποτε σε ολόκληρο το φως της φύσεως δεν μπορεί να του είναι κρυφό. Το πρώτο βήμα στη λειτουργία αυτής της επιστήμης είναι να αποκτήσει το πνεύμα από το εσωτερικό στερέωμα με τη Φαντασία.

Το 1541, ο Δούκας Ερνέστος της Βαυαρίας, που ήταν μελετητής του αποκρυφισμού, τον προσκάλεσε να έρθει να ζήσει στον πύργο του στο Σάλ-τσμπουργκ. Ο Παράκελσος πήγε και ενθουσιάστηκε. Είχε βρει το καταφύγιο που έψαχνε σε όλη του τη ζωή. Χάρισε όλα του τα υπάρχοντα στους φτωχούς και εγκαταστάθηκε εκεί. Αλλά η ξαφνική χαλάρωση έπειτα από τόσα χρόνια δυσκολιών και προσβολών τον έκανε να αρρωστήσει/Ενα πρωινό του Σεπτεμβρίου του 1541, ο Παράκελσος έκανε μια βόλτα αγναντεύοντας τη θέα των βουνών. Ένας άγνωστος τον πλησίασε και τον έσπρωξε από τον γκρεμό. Ο άγνωστος εξαφανίστηκε, ο Παράκελσος σκοτώθηκε. Φορούσε ακόμη στο λαιμό του το «κόσμημα της αχαριστίας των ανθρώπων» και είχε ακόμη περασμένο στη μέση του το ξίφος Αζώθ.Ήταν μόνο 48 χρονών.

Τα επόμενα χρόνια, όλοι οι ταξιδιώτες που περνούσαν από τον τάφο του άφηναν και από ένα λουλούδι, με αποτέλεσμα να είναι συνέχεια ο τάφος του σκεπασμένος με λουλούδια. Ακόμη και το 1830, όταν η χολέρα χτύπησε το Σάλτσμπουργκ, οργανώθηκε ένα προσκύνημα στον τάφο του – και αμέσως η επιδημία σταμάτησε…

Παντελής Γιαννουλάκης

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΘΕΟΔΩΡΗ (1873-1950) – Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ


«Κύριοι, ζητήσατε να σας απαντήσω σε χίλια δυο πράγματα, κανείς σας όμως δεν θέλησε να μάθει ποιος ήταν ο δάσκαλός μου, ποιος μου έδειξε και μου άνοιξε τον δρόμο προς την ανώτερη μαθηματική επιστήμη, σκέψη και έρευνα. Και για να μην σας κουράσω, σας το λέω έτσι απλά, χωρίς λεπτομέρειες, ότι μεγάλος μου δάσκαλος υπήρξε ο αξεπέραστος Έλληνας Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή, στον οποίο, εγώ προσωπικά, αλλά και η μαθηματική επιστήμη, η φυσική, η σοφία του αιώνα μας, χρωστάμε τα πάντα».
 
Αλβέρτος Αϊνστάιν στην τελευταία του συνέντευξη, το 1955

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή ήταν κορυφαίος σύγχρονος Έλληνας μαθηματικός που διακρίθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο. Γεννήθηκε στο Βερολίνο στις 13 Σεπτεμβρίου 1873 όπου ο πατέρας του ήταν πρεσβευτής της Τουρκίας. Ο Καραθεοδωρή ήταν γνωστός εκτός Ελλάδας ως Constantin Carathéodory. Πατέρας του ήταν ο Στέφανος Καραθεοδωρή και μητέρα του η Δέσποινα Πετροκόκκινου που η καταγωγή της ήταν από την Χίο. Γενέτειρα της οικογένειας Καραθεοδωρή ήταν το παλιό Μποσνοχώρι της Ανδριανούπολης της Ανατολικής Θράκης, του οποίου ζωντανή συνέχεια αποτελεί η Ν. Βύσσα.

Σε ηλικία 6 ετών χάνει την μητέρα του και την ανατροφή του και της 8χρονης αδελφής του Ιουλίας αναλαμβάνει η γιαγιά του Ευθαλία Πετροκοκκίνου. Μεγαλώνει σε ένα ευρωπαϊκό, επιστημονικό και αριστοκρατικό περιβάλλον, με ζωντανά τα στοιχεία της ελληνορθόδοξης οικογενειακής καταγωγής. Από μικρό παιδί μιλούσε Ελληνικά και Γαλλικά και πριν συμπληρώσει τα εφηβικά του χρόνια μιλούσε Τουρκικά και Γερμανικά. Έτσι ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή κληρονόμησε ένα ταλέντο για τις γλώσσες που επεκτείνεται πέρα από τις γενεές στην οικογένειά του. Τα ελληνικά και γαλλικά που ήταν οι πρώτες γλώσσες του και τελικά κυριάρχησαν τα γερμανικά με τα οποία μιλούσε με τέτοια τελειότητα καθ’ ότι και οι γραφές του συντίθενται στη γερμανική γλώσσα και είναι υφολογικά βασικά έργα του. Ο Καραθεοδωρή επίσης μιλούσε και έγραφε τα αγγλικά, Ιταλικά, Τουρκικά . Σπουδάζει όπως ο ίδιος γράφει 2 χρόνια στο ιδιωτικό σχολείο Βάντερστοκ, 2 χρόνια ζει για λόγους υγείας στην Γαλλική και Ιταλική Ριβιέρα και μετά πήγε 1 χρόνο σε Βελγικό γυμνάσιο, μέχρι το 1891 σπούδασε στο Athenee Royal d’ Ixelles. Το 1890 και 1891 πήρε μέρος σε μαθηματικούς διαγωνισμούς που διεξάγονταν μεταξύ των μαθητών όλων των γυμνασίων του Βελγίου και πήρε και στις δύο φορές το πρώτο βραβείο, την δεύτερη μάλιστα πήρε μόνο αυτός βραβείο, διότι δεν έλυσε τις ασκήσεις κανείς άλλος.

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής στην στρατιωτική σχολήΤο 1891 μετά από εξετάσεις γράφτηκε στην στρατιωτική σχολή Ecole Militaire de Belgique στο τμήμα των μηχανικών σαν αλλοδαπός μαθητής, απoφοιτεί το 1895 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του μηχανικού, τον βαθμό διατήρησε μια ημέρα γιατί ήταν αλλοδαπός.
Τον Ιούλιο του 1895 ο θείος του Αλέξανδρος Καραθεοδωρή που ήταν γενικός διοικητής της Κρήτης τον προσκαλεί στα Χανιά όπου γνωρίζει τον Ελευθέριο Βενιζέλο με τον οποίο θα τον συνδέσει μια μακροχρόνια φιλία. Ακολούθως επισκέπτεται την Λέσβο, όπου ο μηχανικός εξάδελφός του Ιάκωβος Αριστάρχης πραγματοποιούσε έργα οδοποιίας και μετά πάει στην Σάμο. Τον πόλεμο του 1897 τον παρακολουθεί από την Αθήνα και το επόμενο έτος προσλαμβάνεται σαν βοηθός μηχανικός στην Βρετανική Εταιρεία κατασκευής του Φράγματος στο Ασσουάν και ανέλαβε υπηρεσία στα έργα του Νείλου. Εκεί, όταν τα νερά του Νείλου δεν επέτρεπαν εργασίες στο Φράγμα, μελετούσε μαθηματικά συγγράμματα και ιδιαίτερα το βιβλίο ανάλυσης του Jordan. Στην Αίγυπτο έμεινε για 2 χρόνια και στο διάστημα αυτό, μεταξύ άλλων, μυήθηκε σε θέματα αρχαιολογίας κι έκανε και μετρήσεις στην κεντρική είσοδο της πυραμίδας του Χέοπα, τις οποίες και δημοσίευσε. Οι αρχαιολογικές μελέτες του αναφέρονται σε κατασκευές της αρχαίας Ελλάδας και της αρχαίας Αιγύπτου (σε ναούς, σε πυραμίδες, σε αρδευτικά έργα κτλ.).

Στην Αίγυπτο, ο Καραθεοδωρή κατάλαβε πόσο μεγάλη γοητεία και επιρροή ασκούσαν επάνω του τα Μαθηματικά και συνειδητοποίησε πως η δουλειά του μηχανικού δεν ήταν εκείνη που αναζητούσε το ανήσυχο πνεύμα του. Έτσι το 1900, ο 27χρονος πια Καραθεοδωρή, προς μεγάλη έκπληξη των δικών του, αποφάσισε να εγκαταλείψει το επάγγελμα του μηχανικού και να πάει στην Γερμανία για να σπουδάσει Μαθηματικά. Για δύο χρόνια παρακολούθησε μαθήματα Μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Στο Βερολίνο ο Καραθεοδωρή είχε την τύχη να παρακολουθήσει μαθήματα από μεγάλους μαθηματικούς όπως ο Χέρμαν Σβαρτς (Herman Schwarz), ο Γεώργιος Φρομπένιους (Georg Frobenius), ο Έρχαρντ Σμιτ (Erhard Schmidt) και ο Λάζαρος Φουξ (Lazarus Fuchs). Ο Σμιτ το φθινόπωρο του 1901 έφυγε για το πανεπιστήμιο της Γοτίγγης (Γκέτινγκεν) και παρακίνησε τον Καραθεοδωρή να αποφασίσει να εγκατασταθεί κι εκείνος εκεί. Έτσι το 1902, ο Καραθεοδωρή μεταγράφηκε στο Πανεπιστήμιο της Γοτίγγης για να κάνει διδακτορική διατριβή, όπου δίδασκαν τρεις μεγάλοι της μαθηματικής επιστήμης, ο Φ. Κλάιν, Ν. Χίλμπερτ και ο Χέρμαν Μινκόφσκι, υπό την επίβλεψη του οποίου βρισκόταν.

Στο Πανεπιστήμιο του Γκέτιγκεν, τελείωσε τις σπουδές του και έκανε την διατριβή του με άριστα, σε 9 μήνες παρουσίασε την υφηγεσία του που γίνηκε δεκτή από ακροατήριο με παρατεταμένα χειροκροτήματα. Έτσι το 1905 έγινε υφηγητής στο Γκέτινγκεν, ενώ ήταν ακόμα στο 9ο εξάμηνο σπουδών του. Το 1908 έγινε διδάκτορας του ίδιου Πανεπιστημίου. Η διδακτορική του διατριβή «Περί των ασυνεχών λύσεων στο λογισμό των μεταβολών» είναι η πρώτη μελέτη η οποία ασχολείται συστηματικά με τη θεωρία των σποραδικών λύσεων, καθώς μέχρι τη στιγμή αυτή υπάρχουν μόνο περιορισμένα συμπεράσματα. Η μετέπειτα έρευνά του στον κλάδο αυτό αποφέρει σημαντικά αποτελέσματα σε σειρά άλλων τομέων. Την ίδια χρονιά, το 1908, παντρεύεται στην Κωνσταντινούπολη την 24χρονη Ευφροσύνη, το γένος Καραθεοδωρή, μακρινή συγγενή του. Αυτός ήταν 35 ετών και η σύζυγός του 24. Από τον γάμο αυτόν αποκτά δύο παιδιά, τη Δέσποινα και τον Στέφανο.

Το ίδιο χρονικό διάστημα έρχεται αντιμέτωπος με την ελληνική πραγματικότητα. Ζητά από την Ελληνική πολιτεία εργασία στο Πανεπιστήμιο ή στην σχολή Ευελπίδων, και οι αρμόδιοι του απαντούν ότι θα μπορούσε να διοριστεί μόνο ελληνοδιδάσκαλος σε επαρχιακό σχολείο και τίποτα παραπάνω!
Έκτοτε ταξίδεψε πολλές φορές στο Παρίσι, όπου είχε επαφές με τους μεγάλους Γάλλους μαθηματικούς όπως τους Πικάρ (Picard), Πουανκαρέ (Poincare) και Μοντέλ (Montel). Το 1908 μετέβη στη Βόννη.
Το 1909 τον βρίσκει ως τακτικό καθηγητή στο Πολυτεχνείο του Ανόβερου. Πήγε ευχαρίστως εκεί, παρά το γεγονός ότι επί δέκα χρόνια είχε ασχοληθεί με αφηρημένα μαθηματικά. Αυτό ίσως οφειλόταν στο ότι αρχικά ήταν μηχανικός και επειδή είχε μεγάλο ενδιαφέρον για τις εφαρμογές.

Την ίδια χρονιά δημοσίευσε μία εργασία με τίτλο «Έρευνα επί των βάσεων της Θερμοδυναμικής» στο περιοδικό Mathematische Annalen. Η εργασία αυτή έγινε ευρέως γνωστή στους κύκλους των φυσικών μόνο το 1921 από ένα σχετικό άρθρο του Μαξ Μπορν (Max Born) στο περιοδικό Physikalische Zeitschrift. Στην εργασία του 1909 περιέχεται και η περίφημη Αρχή Καραθεοδωρή που λέει ότι:

«σε κάθε κατάσταση θερμοδυναμικής ισορροπίας ενός συστήματος υπάρχουν μερικές απείρως γειτονικές καταστάσεις ισορροπίας στις οποίες δεν μπορούμε να φτάσουμε με αδιαβατικές μεταβολές».

Το 1910 βρέθηκε στο Breslau, όπου έμεινε μέχρι το 1913, όταν διαδέχτηκε στη Γοτίγγη τον Felix Klein, ένα από τα σπουδαιότερα μαθηματικά πνεύματα, έπειτα από επιθυμία του ίδιου.
Το 1911 επιτέλους οι Έλληνες ξυπνούν η Ελληνική κυβέρνηση τον καλεί να μετάσχει στην κριτική επιτροπή η οποία διόρισε τους καθηγητές της Φυσικομαθηματικής σχολής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Κατά το 1918 ανέλαβε στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου την έδρα που κατείχε ο Schwarz.

Τον Σεπτέμβριο του 1919 τον καλεί ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο Παρίσι και εκεί ο Καραθεοδωρή του αναπτύσσει τις απόψεις του για ένα δεύτερο ελληνικό πανεπιστήμιο. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς παραδίδει στον Ελευθέριο Βενιζέλο, γραμμένο στα γαλλικά, ένα σημαντικό κείμενο, με πολλά επιχειρήματα για την ίδρυση στη Σμύρνη ενός ελληνικού πανεπιστημίου. Η απόφαση του Καραθεοδωρή να επιστρέψει στην πατρίδα του προκειμένου να της φανεί χρήσιμος, παρόλο που μεσουρανούσε στην Γερμανία, είναι μάλλον ενδεικτική της αγάπης του για την Ελλάδα. Είναι τόσο πειστικός ο Καραθεοδωρή ώστε τον Αύγουστο του 1920, σε ένα πολεμικό πλοίο στο λιμάνι της Σμύρνης, ο Βενιζέλος, ο ύπατος αρμοστής της Ελλάδας στη Σμύρνη Στεργιάδης και ο Καραθεοδωρή συμφωνούν και αποφασίζουν την ίδρυση του Πανεπιστημίου της Σμύρνης, το οποίο θα είχε ως έμβλημα τη φράση «Φως εξ Ανατολών».

Το Πανεπιστήμιο θα περιελάμβανε:

  • Γεωπονικής και Φυσικών επιστημών
  • Ανατολικών γλωσσών και πολιτισμού
  • Σχολή δημοσίων υπαλλήλων
  • Εμπορική
  • Χωροσταθμών και εργοδηγών
  • Μουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο
  • Ινστιτούτο υγιεινής
  • Δημόσια βιβλιοθήκη.

Αγοράστηκαν σπουδαία συγγράμματα που στάλθηκαν στην Σμύρνη σε 36 μεγάλα κιβώτια, που αργότερα προστέθηκαν και άλλα σπάνια βιβλία σχετικά με την Μ.Ασία.

Εν τω μεταξύ βρέθηκαν άξιοι καθηγητές για την επάνδρωση των σχολών όπως:
  • ο Γεώργιος Ιωακείμογλου καθηγητής Πανεπιστημίου Βερολίνου για την έδρα της Μικροβιολογίας.
  • ο επί 12ετία υπάλληλος της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Βερολίνου δρ. J.Ausserer (ο οποίος ήξερε και Τούρκικα).
  • ο Φρίξος Θεοδωρίδης διπλωματούχος του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης για την έδρα της Φυσικής.
  • ο Π.Κυρόπουλος για πολλά χρόνια βοηθός του σπουδαιότερου φυσικοχημικού της εποχής Α.Tamann για την έδρα της Χημείας.
  • ο Θεολόγος Κεσίσογλου από την Καισάρεια με σπουδές στο Βέλγιο και είχε οργανώσει γεωργικές σχολές στην Κίνα, Κολομβία και Ουραγουάη με αξιόλογο συγγραφικό έργο, για την έδρα Αγρονομικής Επιστήμης.
  • ο Ε.Πάσκεβιτς για μηχανουργός για την οργάνωση εργαστηρίων.
  • ο Νικόλαος Κριτικός, που τότε υπηρετούσε στην μεραρχία Κυδωνιών, για γραμματέας του Πανεπιστημίου.
  • η Κ.Γιωτούλα στο αρχιτεκτονικό γραφείο του Πανεπιστημίου.

Ο Βενιζέλος φαίνεται πως είχε βρει στο πρόσωπο του Καραθεοδωρή τον ιδανικό κινητήριο μοχλό για ένα τόσο δύσκολο έργο. Η ιδέα του πανεπιστημίου αυτού υποστηρίχθηκε από τον Βενιζέλο και τον Στεργιάδη οικονομικά και ηθικά πάρα πολύ. Και είναι κάπως δύσκολο να εξηγήσουν αυτή τη στάση όσοι πιστεύουν ότι ήταν προσχεδιασμένη η κατάρρευση του μετώπου στη Μικρά Ασία από τον Βενιζέλο ώστε να γεμίσουν οι μεγάλες ακαλλιέργητες εκτάσεις της Ελλάδας από τους πρόσφυγες μεν, αλλά πάντοτε δραστήριους και δημιουργικούς Ελληνες της Μικράς Ασίας.

Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής Η εισβολή των Τούρκων στη Σμύρνη τον Αύγουστο του 1922 διέλυσε τα οράματα και εξανέμισε τους κόπους του 49χρονου Καραθεοδωρή, που είχε εν τω μεταξύ παραγγείλει εξοπλισμό, βιβλία και έπιπλα για το πανεπιστήμιο. Και μέσα στον θρήνο των προσφύγων πλέον της Σμύρνης και στην αγωνία τους για μια θέση σε κάποιο πλεούμενο, ο Καραθεοδωρής δεν το έβαλε στα πόδια. Έστειλε την οικογένειά του, γυναίκα και δύο ανήλικα παιδιά, στο άγνωστο με κάποιο πλοίο και ο ίδιος έμεινε πίσω, ως δημόσιος υπάλληλος, μιας άλλης όμως νοοτροπίας και εποχής, για να περισώσει τα όσα του είχε εμπιστευθεί το ελληνικό κράτος! Και κατάφερε να φέρει πίσω σχεδόν τα πάντα, αρχεία και άλλο υλικό. Κατόρθωσε να διασώσει την βιβλιοθήκη και πολλά από τα εργαστηριακά όργανα του Ιωνίου Πανεπιστημίου και να τα μεταφέρει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η δωρεά Καραθεοδωρή βρίσκεται μέχρι τις μέρες μας στο Μουσείο Φυσικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το 1922 διορίστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1923 διορίσθηκε καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.Έμεινε μέχρι την κατάρρευση του μετώπου, μετά την οποία ακολούθησαν τα λυπηρά για το έθνος μας γεγονότα.

Μάλλον απογοητευμένος από την μίζερη κατάσταση των ελληνικών πανεπιστημίων, εγκατέλειψε την Ελλάδα το 1924, για να αναλάβει καθηγητική θέση στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου ως διάδοχος του Lindemann, που εκείνο τον καιρό ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της Γερμανίας και δίδασκαν σ’ αυτό κορυφαία ονόματα. Οπως ανέφερε επί λέξει στο «Βήμα» ο κ. Α. Κανδήλης, αυτόπτης μάρτυρας στις παραδόσεις εκείνης της εποχής, τα ελληνικά του ήταν άθλια και δεν μπορούσε να εκφραστεί καλά. Τον είχαν βάλει να διδάσκει μαθηματικά σε πρωτοετείς της Χημείας και οι φοιτητές-ακροατές του δυσφορούσαν και θορυβούσαν στη διάρκεια των παραδόσεων, μη γνωρίζοντας ποιον είχαν μπροστά τους και τι θα μπορούσε να τους προσφέρει αν έβρισκαν έναν τρόπο συνεννόησης. Στο Μόναχο, ήταν προσκεκλημένος από τον διάσημο Ζόμερφελντ, που είπε τότε: «Το Πανεπιστήμιο του Μονάχου είναι αρκετά μεγάλο για να επιτρέπει στον εαυτό του την πολυτέλεια ενός Καραθεοδωρή», ενώ για το Πανεπιστήμιο του Αμβούργου, που είχε εκφράσει και εκείνο τη διάθεση να τον εντάξει στο προσωπικό του, είχαν πει ειρωνικά άλλοι γερμανοί πανεπιστημιακοί: «Ιδέα που την έχουν για τον εαυτό τους στο Αμβούργο…».

Το Νοέμβριο του 1926, διορίστηκε μέλος στην νεοϊδρυθείσα της Ακαδημία Αθηνών για την τάξη των Θετικών Επιστημών. Το 1928, ανταποκρινόμενος σε πρόσκληση από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και την Αμερικανική Μαθηματική Εταιρεία, επισκέφθηκε τις ΗΠΑ μαζί με την γυναίκα του για έναν σχεδόν χρόνο, για να δώσει διαλέξεις σε διάφορα αμερικανικά πανεπιστήμια. Από ‘κει το 1930 και πάλι από πρόσκληση του Ελ. Βενιζέλου – πήγε στην Αθήνα για τρίτη φορά, ως κυβερνητικός επίτροπος για να συμβάλλει στην αναδιοργάνωση του Πανεπιστημίου Αθηνών και στην οργάνωση του νεοσύστατου πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης. Στη θέση αυτή παρέμεινε για δύο χρόνια ενώ αμέσως μετά επέστρεψε στην έδρα του στο Μόναχο και παρέμεινε στην πόλη αυτή ακόμα και μετά την έξοδό του από την υπηρεσία, μέχρι το θάνατό του.

Στο διάστημα 1919-1929 υπήρξε μέλος των Ακαδημιών Βερολίνου το 1919, Γοτίγγης το 1920, Μονάχου το 1925, Κολωνίας το 1926, Αθηνών το 1927 και της Ρώμης το 1929.
Πολύπλευρος και παραγωγικός μαθηματικός πια, ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή βάζει την σφραγίδα της επιτυχίας στα θέματα με τα οποία ασχολείται, τα οποία όμως λατρεύει… Το πεδίο της έρευνάς του, ευρύ. Λογισμός των μεταβολών, μερικές διαφορικές εξισώσεις, πραγματικές συναρτήσεις, μιγαδικές συναρτήσεις, γεωμετρική οπτική, θερμοδυναμική, γεωμετρία, θεωρία των συνόλων, αστρονομία, ειδική θεωρία της σχετικότητας του Α. Αϊνστάιν.
Οι μαθηματικές του αποδείξεις χαρακτηρίζονται από «κομψότητα και απλότητα», αλλά και αυστηρότητα που δίνει απόλυτη ασφάλεια στα συμπεράσματα που προκύπτουν. Με την συμβολή του στον Λογισμό των Μεταβολών άνοιξε τον δρόμο για την Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας προκαλώντας τον θαυμασμό του ίδιου του Αϊνστάιν.
Αλβέρτος ΑϊνστάινΗ θεωρία της σχετικότητας εμφανίζεται από τον Αϊνστάιν περίπου το 1905 και περνάει σχεδόν απαρατήρητη από την τότε επιστημονική κοινότητα. Και τούτο διότι σαν θεωρία , της έλειπε το βασικό ερώτημα , το βασικό κίνητρο. Δεν απαντούσε δηλ. σε κάποιο ερώτημα που να έχει ήδη τεθεί. Τα πρώτα σπέρματα της είχαν τεθεί από τους Ίωνες Φυσικούς Φιλόσοφους πριν από περίπου 2500 χρόνια σαν Φιλοσοφικό ερώτημα που αφορούσε την συνέχεια της ύλης. Δηλαδή, έχοντας σαν βάση, οι Ίωνες Φυσικοί, ότι τίποτα δεν δημιουργείται για να «χαθεί» κατέληξαν στο συμπέρασμα της συνέχειας της ύλης. Η σκέψη τους όμως έμεινε ημιτελής διότι δεν «είχαν» στη διάθεσή τους όρους όπως «ενέργεια» με τη σημερινή τους έννοια. Άρα δεν είχαν τα κατάλληλα «εργαλεία» ώστε να φτάσουν εκεί που έφτασε ο Αϊνστάιν διατυπώνοντας τον τύπο που συμπυκνώνει τη θεωρία σχετικότητας: è =m.c².

Φτάνοντας όμως εκεί η σκέψη του «βάλτωσε». Και τούτο διότι η διατύπωση του περιλάμβανε και την ύπαρξη μιας τέταρτης διάστασης δηλ. του χρόνου συνθέτοντας ένα νέο «τόπο» τον χωροχρόνο. Για την εφαρμογή του όμως χρειαζόταν να εκληφθεί ο χρόνος ως «κλειστό διάστημα», ως «κλειστό τμήμα γραμμής» διότι η συμβατική του έννοια ως «συνεχούς διαστήματος» δεν επέτρεπε την θεμελίωση της θεωρίας του Αϊνστάιν. Εκεί λοιπόν ο Αϊνστάιν ζητάει τη βοήθεια του Καραθεοδωρή, διότι μπορεί ο ίδιος να ήταν ένας εξαίρετος φυσικός αλλά σίγουρα η μαθηματική του σκέψη «υστερεί».

Πρέπει να σημειωθεί η στενή επιστημονική συνεργασία και αλληλοεκτίμηση μεταξύ του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή και του Αϊνστάιν. Ο Αϊνστάιν τον θεωρεί δάσκαλό του. Δεν έχει σημασία ότι ο Καραθεοδωρής δεν είναι τόσο γνωστός στο ευρύ κοινό όσο ο Αϊνστάιν.
Ο Κ. Καραθεοδωρής διατηρούσε τακτική αλληλογραφία με τον μαθητή του, Αλβέρτο Αϊνστάιν. Την ύπαρξη της αλληλογραφίας αυτής, η κόρη του την ανακάλυψε μετά τον θάνατο του πατέρα της. Κάποιες από τις επιστολές πουλήθηκαν, άγνωστο πώς. Σε μια από αυτές, που έμειναν στην κόρη του, ο Αϊνστάιν γράφει:

«Αγαπητέ κύριε συνάδελφε, βρίσκω θαυμάσιο τον υπολογισμό σας… Θα έπρεπε να δημοσιεύσετε τη θεωρία σε αυτή τη μορφή στα Χρονικά της Φυσικής, καθόσον οι φυσικοί κατά κανόνα αγνοούν αυτό το αντικείμενο, όπως κι εγώ άλλωστε. Με το γράμμα μου θα πρέπει να σας φαίνομαι σαν τον Βερολινέζο που μόλις ανακάλυψε το Crunewald* και αναρωτιέται αν ζούσαν εκεί άνθρωποι πιο πριν. Αν θέλετε να μπείτε στον κόπο να μου εκθέσετε επιπλέον και τους κανονικούς μετασχηματισμούς, θα βρείτε σε μένα έναν ευγνώμονα και ευσυνείδητο ακροατή. Αν, όμως, λύσετε το πρόβλημα των κλειστών γραμμών του χρόνου, θα σταθώ μπροστά σας με σταυρωμένα χέρια… Πίσω από αυτό το ζήτημα κρύβεται κάτι που είναι αντάξιο του ιδρώτα των αρίστων».

 (* Το Grunewald ήταν φημισμένο προάστιο του Βερολίνου με πολυτελέστατες βίλες).
 


Επιστολή του Αϊνστάιν προς τον Καραθεοδωρή, 1916

Εκτός από το πλήθος των πρωτότυπων επιστημονικών εργασιών που δημοσιεύει, πλουτίζει τη διεθνή μαθηματική βιβλιογραφία με σειρά συγγραμμάτων. Κοινό χαρακτηριστικό τους, η μαθηματική τους αυστηρότητα που συνδυάζεται με επιμελημένη επεξεργασία λεπτομερειών και, κυρίως, μια διαυγή διατύπωση των εννοιών και των αποδείξεων. Διερευνά προβλήματα μεταβολών των m-διάστατων επιφανειών εντός ενός n-διάστατου χώρου. Κάνει ευρεία χρήση των μερικών διαφορικών εξισώσεων πρώτου βαθμού ή πρώτης τάξης, των πολλαπλών ολοκληρωμάτων και των γεωμετρικών μεθόδων.

Συμβάλλει με την έρευνά του στη θεωρία των μιγαδικών συναρτήσεων. Ασχολείται με το θεώρημα του Εμίλ Πικάρ, περί προβλημάτων των συντελεστών με τις κανονικές οικογένειες συναρτήσεων πολλών μεταβλητών ή με τη σύμμορφη απεικόνιση… Στον Καραθεοδωρή οφείλεται η αναγνώριση της σπουδαιότητας θεωρήματος του Χέρμαν Σβαρτς, το οποίο δεν είχε έως τότε παρατηρηθεί. Η παρέμβασή του, όμως, σε συνδυασμό με άλλες μαθηματικές έρευνες, ανοίγει νέους ορίζοντες στη μαθηματική επιστημονική έρευνα, οι οποίοι οδηγούν στη μετονομασία από τον Καραθεοδωρή του εν λόγω θεωρήματος σε «λήμμα του Σβαρτς», όπως άλλωστε γίνεται γνωστό στη διεθνή βιβλιογραφία. Ο Καραθεοδωρή, ασχολούμενος με τις πραγματικές συναρτήσεις, εμπνέεται μια αξιωματική διατύπωση για τη μετρικότητα και το μέτρο των σημειοσυνόλων στο n-διάστατο ευκλείδειο χώρο. Εργάζεται με τον ίδιο ζήλο και όταν η «Γενική Ανάλυση» περιλαμβάνει ως ειδικές περιπτώσεις και τις υπόλοιπες «Αναλύσεις». Στο πλαίσιο αυτό, επεξεργάζεται την αλγεβροποίηση της έννοιας του ολοκληρώματος.

Τα συγγράμματά του αποτελούν, από την εποχή του μέχρι τώρα, πηγή πληροφόρησης για τους μαθηματικούς… «Λογισμός των μεταβολών και μερικές διαφορικές εξισώσεις πρώτης τάξης»… η πραγματεία που είχε προηγηθεί για το ίδιο θέμα, με τίτλο «Σύμμορφη απεικόνιση»… και δημοσιεύσεις, όμως, όπως οι «Πραγματικές συναρτήσεις»… Πολλές εργασίες του δημοσιεύονται λίγο μετά τον θάνατό του. Το διάστημα 1954-1957, η Βαυαρική Ακαδημία Επιστημών εκδίδει σε πέντε τόμους όλα τα συγγράμματά του. Το επιστημονικό έργο του επεκτείνεται σε πολλούς τομείς και της φυσικής ή της αρχαιολογίας. Η συμβολή του στην Θεωρητική Φυσική θεωρείται κολοσσιαία, καθώς συνέβαλε ουσιαστικά στην μαθηματική θεμελίωση τομέων της Φυσικής όπως η Θερμοδυναμική, η Γεωμετρική Οπτική, η μηχανική και η Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας.

Κωνσταντίνος ΚαραθεοδωρήςΣτο Μόναχο έζησε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Οπως έγραψε ο Νικόλαος Κριτικός, που τον γνώρισε αρκετά καλά:
«Η διανόησή του, που ήταν φιλελεύθερα προσανατολισμένη, είχεν αποκτήσει, ωριμάζοντας με τον καιρό, μια δύναμη και ένα πλάτος που δεν μπορούσαν να μην αισθανθούν και όσοι συνομιληταί του υπεστήριζαν τα αντίθετα. Τον θυμάμαι, λ.χ., στην αρχή του Πρώτου Πολέμου να προλέγει την ήττα της Γερμανίας ή στην χιτλερική περίοδο να προβλέπει την επίθεση του Χίτλερ και την τελική του καταστροφή με ένα κύρος που κλόνιζε τους μορφωμένους Γερμανούς, όσους οι επιτυχίες των ηγετών τους είχαν ήδη επηρεάσει. Για την πατρίδα του την Ελλάδα έτρεφε απέραντη αγάπη».

Δυσκολεύτηκε πολύ στη διάρκεια του πολέμου, όπως όλοι, ενώ και με την απελευθέρωση οι επιστήμονες γερμανοί ή ξένοι κάτοικοι της Γερμανίας εθεωρούντο από τους Συμμάχους εχθροί. Γι’ αυτό ο Ι. Καλιτσουνάκης στις 13 Ιουνίου του 1947 σε επίσκεψη που έκανε στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον και στον ίδιο τον Αϊνστάιν, όταν η συζήτηση ήρθε στον Καραθεοδωρή, που τον θεωρούσε φίλο του, ο διάσημος μαθηματικός είπε ότι είναι πρόθυμος να γράψει στις αμερικανικές αρχές τις εγκατεστημένες στη Γερμανία για να διευκολύνουν την επιστροφή όλης της οικογενείας στην Ελλάδα. «Er ist ein feiner Mensch» είπε ο Αϊνστάιν, κλείνοντας τη συζήτηση, για έναν άνθρωπο ορθολογιστή φυσικά, ελάχιστα γνωστό στην Ελλάδα, αν και κάποιο παγκοσμίως γνωστό θεώρημα φέρει το όνομά του, που δεν πλούτισε από την επιστήμη του, αλλά ήθελε πολύ να δει εκείνη να πλουτίζει.

Χαρακτηριστικά στοιχεία του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή: Πηγαία και άδολη ευγένεια, σεμνότητα, μετριοφροσύνη, πραότητα, χιούμορ, αξιαγάπητος και γλυκομίλητος, πατριώτης λάτρης της μεγάλης Ελλάδος και των ελληνοχριστιανικών ιδεωδών, ευσεβής Χριστιανός, εξαίρετος άνθρωπος, με ανατροφή ελληνοπρεπή.
  • Στις 10-12-1923 δίδασκε σε πρωτοετείς φοιτητές, οι οποίοι παρακολουθούσαν αδιάφορα, ένας φοιτητής γιος ναυάρχου κληρονόμος μεγάλης περιουσίας τον διέκοψε με την φράση Noch ein mal (ακόμα μια φορά). Τότε ο ήρεμος και ευγενέστατος αυτός άνθρωπος κυριολεκτικά εξεμάνη και κραυγάζοντας «Είμαι Έλλην, είμαι Έλλην» βγήκε από το αμφιθέατρο.
  • Την περίοδο 1938-1944 περιορίστηκε μόνο στην επιστημονική του εργασία, αρνήθηκε να υπηρετήσει το ναζιστικό καθεστώς και δεν έκρυβε την αντίθεσή του προς τον ναζισμό.
  • Κατά την διάρκεια του πολέμου όταν οι σειρήνες κτηπούσαν συναγερμό ποτέ δεν διέκοπτε την εργασία του για να πάει σε καταφύγιο.
  • Το 1922 μετά την Μικρασιατική καταστροφή εισηγείται την ίδρυση του Πανεπιστημίου με την ονομασία Πανεπιστήμιο του Αιγαίου με έδρα την Μυτιλήνη ή την Σάμο, σκέψη που πραγματοποιήθηκε πολλές δεκαετίες αργότερα.
  • Αρνήθηκε την πρόσκληση του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ γιατί δεν ήθελε να «αμερικανοποιηθούν» τα παιδιά του Δέσποινα και Στέφανος.
  • Όταν μιλούσε για το θεώρημα Καραθεοδωρή έλεγε «σύμφωνα με το θεώρημα που έχω την τιμή να φέρω το όνομα του».
  • Κάθε φορά που μάθαινε ότι στο Πανεπιστήμιο που δίδασκε φοιτούσε Έλληνας, τον καλούσε στο σπίτι του και πατριωτικό και πατρικό ενδιαφέρον του παρείχε πάσα δυνατή διευκόλυνση, στις συνομιλίες του εξεφράζετο με θαυμασμό για την αιωνία Ελλάδα, για τις προόδους της και τις επιτυχίες στους διαφόρους πολέμους.
  • Στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, αν και έμενε στην Γερμανία, αρνήθηκε να υπογράψει μανιφέστο υπέρ των θέσεων του Γερμανικού μιλιταρισμού, προέβλεψε την ήττα της Γερμανίας, πίστευε στην είσοδο της Ελλάδος με την Αντάντ και μιλούσε με θαυμασμό για τον Ελληνικό στρατό που τον θεωρούσε καλύτερο του Πρωσσικού.

Όσον δε για την γλωσσομάθεια του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή, ο αξιοσέβαστος καθηγητής για τις αρχαίες γλώσσες Kurt von Fritz, εγκωμίασε τον Καραθεοδωρή, λέγοντας ότι κανείς από όλους δεν θα μπορούσε να μάθει ένα ατελείωτο ποσό για την παλαιά και νέα Ελλάδα, η παλαιά ελληνική γλώσσα και τα ελληνικά μαθηματικά. Ο φιλόσοφος Kurt von Fritz διοργάνωνε έναν αναρίθμητο αριθμό συζητήσεων με Καραθεοδωρή για τις γλώσσες αυτές, τις οποίες αναφερόμαστε, για τις οποίες είχε βαθιά στην καρδιά του, διότι ο Καραθεοδωρής έκανε αισθητό σε όλους ότι πάνω από όλα είχε τα «ελληνικά» . Η ελληνική γλώσσα μιλήθηκε αποκλειστικά στο σπίτι του Καραθεοδωρή. Ο γιος του Στέφανος και η κόρη Δέσποινα πήγαν σε ένα γερμανικό γυμνάσιο, αλλά έλαβαν την καθημερινή πρόσθετη οδηγία στην ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό από έναν Έλληνα ιερέα. Στο σπίτι του Καραθεοδωρή δεν επιτρέπετο για να μιλήσουν οποιαδήποτε άλλη γλώσσα εκτός των Ελληνικών.

Ο Καραθεοδωρή έγραψε περίπου 232 εργασίες, από τις οποίες δημοσιεύθηκαν οι 165. Ολες οι εργασίες του είναι θεμελιώδεις έρευνες εξαιρετικής εμπνεύσεως, οι οποίες τον αναδεικνύουν ρυμοτόμο της μαθηματικής διανοήσεως. Είναι ο εκπρόσωπος του νέου μαθηματικού πνεύματος του 20ού αιώνα το οποίο χαρακτηριζόταν από την επάνοδο στην κλασική εντέλεια των αρχαίων ελλήνων μαθηματικών. Συγχρόνως το ενδιαφέρον του για τη σύγχρονη πολλαπλή πνευματική κίνηση εκδηλώθηκε με συγγραφές και διαλέξεις. Για πολλά χρόνια ήταν συνεκδότης του περιοδικού «Mathematische Annalen», ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού «Circolo Mathematico di Palermo» και πρόεδρος της συντακτικής επιτροπής της «Encykloradie der Mechanik» (1931-1935).

Το μαθηματικό έργο του (βιβλία, άρθρα, κ.λπ.) συλλέχθηκε επιμελώς από τον γιο του, Στέφανο, και εκδόθηκε στα γερμανικά το 1957. Η κόρη του, Δέσποινα Καραθεοδωρή-Ροδοπούλου, επιμελήθηκε την έκδοση της βιογραφίας του στα ελληνικά.

Διακρίσεις
  • 3-7-1919: Γίνεται μέλος της Πρωσσικής Ακαδημίας.
  • Το 1927 του απενεμήθηκε ο πολύ τιμητικός τίτλος του Μυστικοσύμβουλου του Πανεπιστημίου του Μονάχου (Geheimrat).
  • Το 1932 διορίζεται Κυβερνητικός επίτροπος στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Θεσσαλονίκης.
  • Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
  • Μέλος της Ακαδημίας Βερολίνου από το 1919.
  • Μέλος της Ακαδημίας Γκέτινγκεν από το 1920.
  • Μέλος της Ακαδημίας Μονάχου από το 1925.
  • Μέλος της Ακαδημίας Μπολόνιας από το 1926.
  • Μέλος της Παπικής Ακαδημίας από το 1928.
  • Μέλος της Ακαδημίας Ρώμης από το 1929.
  • Στο Πολυτεχνείο Βροσλάβ της Πολωνίας (Μπρεσλάου) ιδρύθηκε έδρα Καραθεοδωρή (είχε οργανώσει το Πανεπιστήμιο όταν ήταν στην Γερμανία).
Επιστημονική Εργασία
  • Το 1904 γράφει την διατριβή του: «Για τις ασυνεχείς λύσεις του Λογισμού των Μεταβολών» που παραδίδει στον Χ Μινκόφσκι τον θεμελιωτή της ειδικής θεωρία της σχετικότητας.
  • Το 1905 γράφει την υφηγεσία του : «Ισχυρά μέγιστα και ελάχιστα των απλών ολοκληρωμάτων».
  • Το 1919 αποδεικνύει το θεώρημα του Α.Πουανκαρέ.
  • Ασχολείτο με τα μαθηματικά των Πλατωνικών διαλόγων.
  • Το 1924 παρουσιάζει στην Πρωσική Ακαδημία Επιστημών την Αξιωματικής της Θεωρίας της Σχετικότητας.
  • Μαθηματική ανάλυση της Γεωμετρίας.
  • Μαθηματικές απεικονίσεις στη Θερμοδυναμική
  • Μελετά την Γεωμετρική Οπτική που οδήγησε σε εφαρμογές αξιόλογες, ώστε ένα σύστημα τηλεσκοπίων στο αστεροσκοπείο του Πάλομαρ έχει βασιστεί σε θεωρίες του Κ.Καραθεοδωρή.
  • Μελέτησε και παρουσίασε θεώρημα που έφερνε το όνομα του (θεώρημα Καραθεοδωρή).

Η παγκόσμια μαθηματική κοινότητα θρήνησε την απώλεια του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή στις 2 Φεβρουαρίου 1950. Μαζί της θρήνησε και ο πνευματικός κόσμος της Ελλάδας και της Γερμανίας αφού και οι δύο τον θεωρούσαν τον καλύτερο εκπρόσωπό τους. Ετάφη στο Μόναχο.
Ένα Ελληνικό γραμματόσημο εκδόθηκε το 1994 προς τιμήν του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή .

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής σε ελληνικό γραμματόσημο

ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770-1827) – Ο ΜΟΥΣΟΥΡΓΟΣ


Ο μεγαλύτερος κλασικός μουσουργός όλων των εποχών και μια από τις μεγαλύτερες ιδιοφυΐες της ανθρωπότητας γεννήθηκε στη Βόννη κάποια σκοτεινή νύχτα του Δεκέμβρη του 1770, από μια ταπεινή μουσική οικογένεια. Όσο ήταν μικρός, ο πατέρας του, Γιόχαν, μουσικός της αυλής του Εκλέκτορα της Κολονίας, τον βασάνισε πολύ για να αποκτήσει «σωστή μουσική πειθαρχία», κάτι που τραυμάτισε την ευαίσθητη ψυχή του μικρού Λούντβιχ, που μπορούσε από τη φύση του να παίζει με άνεση οποιαδήποτε μουσική φανταζόταν, φτάνει να ακουμπούσε τα δάχτυλά του στα πλήκτρα του πιάνου…

Ο Λούντβιχ αγαπούσε πολύ τους ήχους, τόσο που στη διάρκεια των καταιγίδων έβγαινε στη βροχή και διεύθυνε τους κεραυνούς, χωρίς να τον ενοχλεί που γινόταν μούσκεμα. Η παραδοσιακή μουσική «αρμονία» δεν ήταν αρκετή για να εκφράσει τη μουσική φαντασία του, γιατί έβλεπε απίστευτη ομορφιά ακόμη και σε εκείνους τους ήχους που ξέφευγαν πολύ από τις συνηθισμένες «μελωδίες».
Στα 12 του χρόνια είχε ήδη εκδώσει αρκετά μουσικά έργα. Στα 17 του έγινε δεκτός στη Βιέννη, το τότε λαμπρό πολιτιστικό κέντρο της Βόρειας Ευρώπης, όπου μελέτησε δίπλα στους μεγάλους μουσουργούς της εποχής, τον Χάι-ντν, τον Σενκ και τον Σαλιέρι. Με τους περισσότερους από αυτούς μάλωσε αργά ή γρήγορα λόγω του ευέξαπτου χαρακτήρα του και του εύθικτου εγωισμού του, αλλά δεν διατήρησε καμιά έχθρα μαζί τους, γιατί οι διαφωνίες του Μπετόβεν με τους άλλους ήταν σχεδόν πάντα φιλοσοφικές. Σύντομα, η φήμη της δεξιοτεχνίας, της μουσικής του φαντασίας και του τεράστιου συναισθήματος που έβαζε στη μουσική του μεγάλωσε τόσο πολύ, που η αριστοκρατία της Βιέννης τον υποστήριξε και τον αγκάλιασε. Έφτασε, μάλιστα, στο σημείο να θεωρηθεί μεγαλύτερο ταλέντο από τον Μότσαρτ, που εκείνη την εποχή θεωρούταν ο ημίθεος της μουσικής.
Ο Μπετόβεν, κυκλοφορώντας στα τότε ανοιχτόμυαλα στρώματα της αριστοκρατίας, όεν φοβόταν να δηλώσει τις ριζοσπαστικές απόψεις του για τα κοινωνικά θέματα, την αγάπη του για το Διαφωτισμό (που εκείνη την εποχή είχε αρχίσει να φουντώνει σαν ιδέα) και την υποστήριξη του προς όλους τους επαναστάτες που οραματίζονταν έναν καλύτερο κόσμο. Αν και συνάντησε πολλά προσωπικά προβλήματα εξαιτίας της ταπεινής του καταγωγής (που αποτέλεσμα είχαν να πληγωθεί ο εγωισμός του και η αξιοπρέπεια του), έγινε φίλος με αρκετά μέλη της αριστοκρατίας, όπως ήταν ο πρίγκιπας Karl και η πριγκίπισσα Marie-Chrisiane Lichnowsky, με τους οποίους μοιραζόταν τις ίδιες επαναστατικές απόψεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τον πλησιάσουν διανοούμενοι της αστικής τάξης και να του ζητήσουν να συνεργαστεί μαζί τους, για να προωθηθούν τα σχέδια τους και μέσα στα κυκλώματα της αριστοκρατίας. Από ό,τι φαίνεται, από πολλά επιβεβαιωμένα στοιχεία (όπως η αλληλογραφία του), κάποια στιγμή τον πλησίασαν τα υψηλόβαθμα στελέχη της περίφημης μυστικής εταιρίας των Bavarian Illuminati (Πεφωτισμένων της Βαυαρίας) και του ζήτησαν να παίξει διάφορους ρόλους στα σχέδια τους, καθώς και να γίνει ο μουσικός εκφραστής της ιδεολογίας τους.
Το πύρινο ταμπεραμέντο του και το χάρισμα του να διεισδύει η μουσική του στις καρδιές όλων των ακροατών θεωρήθηκαν μεγάλο «κοινωνικό όπλο», ειδικά από τους ριζοσπάστες διανοούμενους εκείνης της εποχής, που είχαν αρχίσει να συνειδητοποιούν πως κάθε είδος τέχνης μπορεί να προωθήσει και μια αντίστοιχη ιδεολογία. Και ο Μπετόβεν, εκτός των άλλων, είχε το σπάνιο ταλέντο να μπορεί να μεταδίδει κρυστάλλινες ιδέες μέσα από τους ήχους… Έτσι, σύμφωνα με πολλούς μελετητές της ζωής του, έγινε δεκτός ως μέλος των Ιλλουμινάτων. Το πρώτο έργο του που περιέχει επαναστατικές αιχμές ήταν η Καντάτα του Αυτοκράτορα Ζοζέφ, το οποίο παρήγγειλαν οι Ιλλουμινά-τοι, προς τιμήν του πρώτου «διαφωτισμένου» (illuminated) αυτοκράτορα της Αυστρίας, του Ζοζέφ του 2ου.
Ο Μπετόβεν ήταν αχόρταγος αναζητητής της γνώσης. Διάβαζε όσο περισσότερα βιβλία μπορούσε και σύντομα είχε μελετήσει όλους τους μεγάλους φιλοσόφους της εποχής του, όπως τον Καντ, τον Βολταίρο και τον Ρουσσώ. Με τη βαθιά γνώση της φιλοσοφίας και την έμπνευση του, κατάφερε να περάσει μέσα από τους ήχους του συμβολισμούς που κανείς πριν από αυτόν δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα μπορούσαν να εκφραστούν μουσικά. Επίσης, ο Μπετόβεν βασανιζόταν από πολλά μεταφυσικά παράδοξα: ένιωθε να τον καταλαμβάνουν παράξενες νοητικές οντότητες, αντιλαμβανόταν δαιμονικές εκφάνσεις του ίδιου του του εαυτού τις οποίες προσπαθούσε να καταπολεμήσει, έβλεπε οράματα και παράξενα όνειρα. 
Όλα σχεδόν τα έργα του χαρακτηρίζονται από ανησυχίες αυτού του είδους, όπως και από αστείρευτο ανθρωπισμό (όπως π.χ. η αξεπέραστη Σονάτα στο Σεληνόφως), τραγικά και ταυτόχρονα ηρωικά συναισθήματα όπως η συμφωνία του Πεπρωμένου, ενώ σχεδόν παντού είναι φανερές οι μεταφυσικές και φιλοσοφικές του ανησυχίες, ακόμη και στα πιο ρομαντικά και όμορφα κομμάτια του, όπως το Αθάνατη Αγαπημένη (Immortal Beloved) ή το Fur Elise (Για την Ελίζα -το οποίο, μάλιστα, «άκουσε» πρώτη φορά να παίζεται από «φασματικά» δάχτυλα μέσα σε ένα εγκαταλειμμένο κτίριο…) Μέσα σε αυτή τη φιλοσοφική ενατένιση, ο Μπετόβεν δεν ξεχνούσε και τις κοινωνικές του ευαισθησίες. Έσβησε π.χ. νευριασμένος την αφιέρωση της Ηρωικής συμφωνίας του προς τον Ναπολέοντα, τον οποίο αρχικά θεωρούσε «ήρωα της Δημοκρατίας», όταν εκείνος ανακήρυξε τον εαυτό του αυτοκράτορα…
Ο Μπετόβεν πέρασε διάφορα στάδια στη ζωή του. Απέρριψε για κάποιο χρονικό διάστημα τις επαναστατικές ιδέες του Διαφωτισμού και των Ιλλουμινάτων, αλλά προς το τέλος της ζωής του φάνηκε να τις υποστηρίζει ξανά. Τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του, σαν από ειρωνεία, η μοίρα αφαίρεσε από τον Μπετόβεν την πιο αγαπημένη του αίσθηση, την ακοή. Ο Μπετόβεν προσπάθησε να ξεπεράσει αυτή την έλλειψη δαγκώνοντας το πιάνο όταν έπαιζε, προσπαθώντας έτσι να ακούσει τις νότες. Αυτό ήταν μεγάλο πλήγμα για τον εγωισμό του, όπως και το γεγονός πως δεν είχε καταφέρει να παντρευτεί, ενώ ήταν αγαπημένος πολλών γυναικών. (Πολλοί μελετητές ισχυρίζονται πως γι’ αυτό ευθύνεται η παράνομη σχέση του με τη χήρα του αδελφού του -της οποίας το γιο είχε υιοθετήσει- ενώ άλλοι εντοπίζουν κάποιον κρυφό δεσμό με την πριγκίπισσα Marie-Chriniane, ένα δεσμό που δεν επισημοποιήθηκε ποτέ λόγω ταξικών διαφορών.)
Ο Μπετόβεν πέθανε κουφός, μόνος και απογοητευμένος, αφού πρώτα ένιωσε πως κατάφερε να δώσει στην τέχνη όλα όσα είχε μέσα του. Αν και άφησε μέσα στην απόλυτη μοναξιά την τελευταία του πνοή, στην κηδεία του παραβρέθηκαν 10.000 άτομα. Από τότε, ο Μπετόβεν έγινε κτήμα όλης της ανθρωπότητας. Τα έργα του έγιναν θέμα χιλιάδων διαφωνιών, απαγορεύτηκαν ή επιβλήθηκαν από τα διάφορα καθεστώτα, αντιμετωπίστηκαν με εχθρότητα ή αγάπη. Όλοι όμως οι ακροατές του παραδέχονται την τεράστια μαγική δύναμη που τα διαπερνά…
Λουκάς Καβακόπουλος

 

ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΑΓΡΙΠΠΑΣ (1486-1535) – Ο ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ ΣΟΦΟΣ


Ο πιο φημισμένος από τους μεγάλους αλχημιστές, (μαζί με τον Παράκελσο και το Μεγάλο Αλβέρτο) ήταν ο Κορνήλιος Αγρίππας.Ένας άνθρωπος των θαυμάτων που περιπλανήθηκε στον κόσμο αλλά και στα πεδία της γνώσης, αφήνοντας πίσω του θρύλους, αλλά έζησε μέσα στη θλίψη, στην καταφρό­νηση και στην ατυχία. Υπάρχουν πολλές εκδοχές για το αληθινό του όνομα…

…Οι δυο επικρατέστερες λένε πως ονομαζόταν Ερρίκος Κορνέλις και γεννή­θηκε στην Κολωνία το 1486 ή ότι το αληθινό του όνομα ήταν Αγκρίπα φον Νεττεσχάιμ και προερχόταν από μια μεγάλη οικογένεια ευγενών που είχε ιδρύσει την πόλη της Κολωνίας…
 Έχει παρατηρηθεί ότι οι περισσότεροι μεγάλοι αλχημιστές και μυστικι­στές δεν χρησιμοποιούσαν τα αληθινά τους ονόματα, μένοντας γνωστοί με κάποιο ψευδώνυμο. Αυτό έχει εξηγηθεί πρόχειρα ότι γινόταν είτε για να μπορούν να αποφεύγουν τους διώκτες τους -όπως την Ιερά Εξέταση- είτε για να μη δημιουργούν πρόβλημα στην οικογένεια τους. Οι εξηγήσεις αυ­τές προφανώς δεν έχουν λάβει υπόψη τους την επιστήμη της Γκεμάτρια (της επιστήμης των αριθμών ή και Αριθμοσοφίας): όλα τα γράμματα -κυ­ρίως στα Ελληνικά και στα Εβραϊκά- έχουν μια αριθμητική τιμή. Αν προ­στεθούν οι αριθμητικές τιμές των γραμμάτων μιας λέξης, βγαίνει ένας αριθμός. Οποιαδήποτε άλλη λέξη σχημάτιζε τον ίδιο αριθμό θεωρούταν σχετική με την πρώτη, ως αποκάλυψη, έστω και αν φαινομενικά ήταν ασύν­δετες. Π.χ. αν ένας που εφάρμοζε την Γκεμάτρια ήθελε να μάθει αν μια γυ­ναίκα θα ήταν κατάλληλη σύζυγος, πρόσθετε τα γράμματα του ονόματος της… και αν το άθροισμα ήταν το ίδιο με τα αθροίσματα των λέξεων «πόρ­νη» ή «σπάταλη», αυτό ήταν πολύ κακό για εκείνη. Ο Λούθηρος και οι εχθροί του περνούσαν τον καιρό τους μετατρέποντας τα ονόματα ο ένας του άλλου σε υβριστικά επίθετα με την Γκεμάτρια. Η Γκεμάτρια χρησιμοποιούταν κυ­ρίως για θεολογικούς σκοπούς, συνδέοντας μεταξύ τους έννοιες και ονό­ματα της Αγίας Γραφής, για να μελετηθούν (εφόσον είχε δοθεί από το Θεό, δεν υπήρχε τίποτε τυχαίο εκεί μέσα).
 Είναι σχεδόν βέβαιο, λοιπόν, ότι άλλαζαν τα ονόματα τους με ονόματα που μέσω της Γκεμάτρια συνδέονταν με έννοιες ή με ιδιότητες που τους εν­διέφεραν (όσο πιο πολλές ταίριαζαν με ένα όνομα τόσο καλύτερα). Με απλά λόγια, μετέτρεπαν το όνομα τους σε επίκληση μιας ιδιότητας, ώστε να χαρακτηρίσει τη ζωή τους ή το έργο τους.
 Αν ισχύει αυτό, τότε το όνομα του Αγρίππα θα έπρεπε να συνδέεται με τις λέξεις άτυχος ή κατατρεγμένος. Τόσο πολλές ατυχίες είχε στη ζωή του και τόσο πολλή καταφρόνηση είχε συναντήσει.
 Οι πλούσιοι γονείς του τον έστειλαν να μορφωθεί στο πρόσφατα ιδρυμέ­νο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας. Μελετούσε από πολύ νεαρός τον Πλάτωνα, τον Πλωτίνο και τον Πρόκλο, σχηματίζοντας απόψεις που έθεσαν τις κατευ­θύνσεις της ζωής του πριν από την ενηλικίωση του. Ο Πρόκλος έλεγε ότι η ανθρώπινη συναίσθηση μπορεί, με ένα είδος «Θεϊκής Τρέλας», να κάνει ένα άλμα προς τον «Εναν και Μοναδικό» που βρίσκεται στην καρδιά όλων των πραγμάτων και να ενωθεί μαζί του. Ο Αγρίππας επηρεάστηκε βαθιά από αυτή την άποψη, που αργότερα την ανακάλυψε και μέσα στην Καμπά­λα. Και ο Πρόκλος και η Καμπάλα (που το μεγαλύτερο μέρος της βρίσκεται στο βιβλίο Ζοχάρ που γράφτηκε από έναν Ισπανό Εβραίο μυστικιστή, τον Μόζες ντε Λεόν, το 1280) μιλούν για έναν αριθμό «εκπορεύσεων» από την «υπέρτατη θεϊκή κεφαλή» και για μια περίπλοκη οδό που μπορεί να ακο­λουθήσει ο άνθρωπος της γνώσης για να πλησιάσει τη «θεϊκή κεφαλή». Αυ­τό προσπάθησε να το κάνει πράξη στη ζωή του ο Αγρίππας, προσελκύοντας όμως όλες τις συμφορές και τις παράξενες περιπέτειες.
 Στα τελευταία χρόνια της εφηβείας του έκανε σημαντική εντύπωση στην Κολωνία/Ηταν πολύ καλός γλωσσολόγος και είχε πάθος με τα βιβλία. Αργό­τερα, έγινε γραμματέας της Αυλής του βασιλιά της Ρώμης και της Γερμανίας
Μαξιμιλιανού Α’, αλλά η Αγία Αυλή της Ρώμης δεν ήταν κατάλληλο μέρος για ένα διανοούμενο. Ο Μαξιμιλιανός τον χρησιμοποίησε ως κατάσκοπο και τον έστειλε σε ηλικία είκοσι χρονών στο Παρίσι. Στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού ήρθε σε επαφή με μερικά συγγενή πνεύματα, αποκρυφιστές και φιλοσό­φους. Εκεί συνάντησε έναν Ισπανό ευγενή, τον Ροντρίγκες Δον Χερόνα, που ήθελε να δει τον Μαξιμιλιανό. Στην Καταλονία όπου ζούσε, οι χωρικοί είχαν επαναστατήσει και τον είχαν διώξει από το κτήμα του. Ο Αγρίππας που, εκτός των άλλων, ήταν πολύ δυναμικός, τυχοδιώκτης και περίεργος, αποφά­σισε να τον βοηθήσει. Η περιπέτεια του αυτή μας δίνει πολλά στοιχεία για το εφευρετικό μυαλό του. Επινόησε πολύπλοκα σχέδια για να κυριεύσει ξανά με πονηριά το Μαύρο Φρούριο, το οχυρό του Χερόνα. Το σχέδιο πέτυχε, αλ­λά ο Αγρίππας έγινε μισητός στους χωρικούς, οι οποίοι ήθελαν να τον σκο­τώσουν. Σε λίγο έγινε γενική εξέγερση, ο Αγρίππας κινδύνευε να μην μπο­ρέσει να φύγει ζωντανός από την Ισπανία, έτσι αποφάσισε να οχυρωθεί σε ένα μισοερειπωμένο πύργο μέσα στους βάλτους της Βιλλαρόντνα. Πίσω του ήταν ένα ψηλό βουνό που το πλησίαζε κανείς από μια στενή κοιλάδα που την απέκλεισαν με αναποδογυρισμένα κάρα. Οι χωρικοί δεν μπόρεσαν να σπά­σουν το φράγμα, αλλά αποφάσισαν να τους πολιορκήσουν, ώστε να πεθά­νουν της πείνας. Πέρασαν δύο μήνες. Πίσω από το βουνό υπήρχε μια λίμνη που τριγυριζόταν από ψηλά βράχια, που λεγόταν Μαύρη Λίμνη, που στην άλ­λη πλευρά της είχε ένα μοναστήρι. Σκέφτηκε ότι ο ηγούμενος ίσως μπορού­σε να τους βοηθήσει αν του έστελναν κάποιο μήνυμα, αλλά για να το κάνουν έπρεπε να περάσουν μέσα από τις γραμμές των χωρικών γιατί δεν είχαν βάρκες, ούτε μπορούσαν να περάσουν τα βράχια.
 Ο Αγρίππας μεταμφίεσε έναν νεαρό σε λεπρό, λεκιάζοντας το δέρμα του με χυμό γαλατοθάμνου και άλλα βότανα και βάφοντας το με εξανθήμα­τα λέπρας. Έκρυψε ένα γράμμα μέσα στο μπαστούνι του και του φόρεσε ένα κουδούνι. Τραυλίζοντας και κουτσαίνοντας ήρθε από τη μεριά των βάλ­των και πέρασε ανάμεσα από τους φοβισμένους χωρικούς, πήγε το μήνυμα στον ηγούμενο να στείλει βάρκες και ανεμόσκαλες για τα βράχια, και έπει­τα επέστρεψε με τον ίδιο τρόπο. Αλλά δεν μπορούσαν να φύγουν νύχτα στο βουνό, γιατί ήταν πολύ σκοτάδι και αν χρησιμοποιούσαν φανάρια, θα τους έβλεπαν. Ο Αγρίππας έφτιαξε δεκάδες σκιάχτρα που τα τοποθέτησε στις θέσεις της φρουράς και, αφού μελέτησε τα χρώματα της Φύσης που είχε η περιοχή, έκανε ένα περίπλοκο καμουφλάζ στους ανθρώπους του, χρησιμο­ποιώντας μονάχα βαμμένα υφάσματα (παρουσιάζοντας έτσι το 1508, τις στολές παραλλαγής που φορούν οι σύγχρονοι στρατιώτες).
 Την επόμενη  ημέρα ανέβηκαν ανενόχλητοι το βουνό και με τη βοήθεια των μοναχών κα­τέβηκαν τα βράχια της Μαύρης Λίμνης, μπήκαν στις βάρκες τους και σε λί­γη ώρα έτρωγαν στο μοναστήρι το πρώτο καλό γεύμα των τελευταίων μηνών. Η ιστορία αυτή ενέπνευσε πάρα πολλές παρόμοιες στη λογοτεχνία και στους θρύλους των εποχών που ακολούθησαν.
 Αλλά η αποστολή του όεν είχε πετύχει καθόλου, παρ’ όλη την εφευρε­τικότητα του. Οι χωρικοί είχαν συλλάβει στο μεταξύ τον Χερόνα και τον σκότωσαν.
Ο Αγρίππας ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη. Στη Βαρκελώνη, στη Μαγιόρ­κα, στη Σαρδηνία και στη Λυών, οι ομιλίες του παραλίγο να του στοιχίσουν τη ζωή, γιατί οι απόψεις του ήταν εντελώς αντίθετες με αυτές της εποχής. Επιπλέον, είχε αποκτήσει πολλούς εχθρούς ανάμεσα στους πανίσχυρους κληρικούς και τους προστατευόμενους τους, που δεν έχανε ευκαιρία να τους γελοιοποιεί.
 Ερωτεύτηκε τη Μαργαρίτα, την κόρη του Μαξιμιλιανού (έγραψε και ένα δοκίμιο Η Ευγένεια των Γυναικών που της το αφιέρωσε) και θα είχε πολλές πιθανότητες να κερδίσει την αγάπη της, αν ένας πικρόχολος φραγκισκανός μοναχός με μεγάλη επιρροή δεν τον κατηγορούσε από τον άμβωνα ότι με­λετούσε την Καμπάλα και ότι ήταν νεκρομάντης και τυμβωρύχος, μπροστά στην έντρομη Μαργαρίτα. Όπως συνήθως, η τύχη του τον είχε εγκαταλείψει για μια ακόμη φορά και έτσι έφυγε για την Αγγλία.
 Εκείνη την εποχή, σε πλήρη απομόνωση, έγραψε το θρυλικό έργο του ϋβ Οcculta Philosophia (Περί της Απόκρυφης Φιλοσοφίας, μια τρίτομη γραμ­ματεία), που θεωρείται το σπουδαιότερο σύγγραμμα των τελευταίων αιώνων σε αυτό το ζήτημα. Ηταν μόνο 24 χρονών!
Κάπου μέσα σε αυτό το έργο αναφέρει: …Η φαντασία, η δύναμη της φαντασίας, έχει μια εξουσία πάνω στα πάθη της ψυχής, όταν δε­σμεύονται με αισθησιακούς φόβους. Γιατί η φαντασία από μόνη της, σύμφωνα με τα διάφορα πάθη, πρώτα από όλα αλλάζει το φυ­σικό σώμα με μια αισθητή μεταμόρφωση, αλλάζοντας τα τυχαία γε­γονότα στο σώμα και μετακινώντας το πνεύμα προς τα πάνω ή προς τα κάτω, προς τα μέσα ή προς τα έξω     Η αποφασιστική φαντασία είναι η αρχή κάθε μαγικής ενέργειας. Είναι δυνατόν το πνεύμα μου μόνο με φλογερή θέληση και χωρίς σπαθί να μπορέσει να μαχαι­ρώσει και να πληγώσει τους άλλους ή να τους θεραπεύσει χωρίς κανένα φάρμακο…
Σε όλο αυτό το κεφάλαιο (που δεν είναι και το πιο ενδιαφέρον του έργου) θίγει τρομερά ψυχολογικά και ψυχαναλυτικά ζητήματα τέσσερις αιώνες πριν από τον Φρόυντ, είναι ο πρώτος που μιλά για ψυχοσωματικά αίτια των ασθενειών, αναφέρεται στο ζήτημα της υποβολής και της αυθυποβολής… και άλλα πολλά.
Ολες οι ιστορίες που έχουν διασωθεί σχετικά με τον Κορνήλιο Αγρίππα εί­ναι συγκλονιστικές.
 Πλήρωνε τους πανδοχείς με χρυσά νομίσματα που φαίνονταν αρκετά γνήσια, αλλά γίνονταν αργότερα όστρακα. Είχε ένα μαύρο σκύλο που τον έλεγε «Σων» σαν μέλος της οικογένειας του, με τον οποίο συνομιλούσε και ο σκύλος τον καταλάβαινε. Μια μέρα ο Αγρίππας ένιωσε ότι είχε μπει μέ­σα του ένας δαίμονας, έκανε μπάνιο με παγωμένο νερό και τον πρόσταξε να βγει έξω. Ο δαίμονας τρομαγμένος πετάχτηκε έξω και πήδηξε μέσα στον Σων. Ο σκύλος ξαφνικά άρχισε να μιλά με ανθρώπινη φωνή τρομο­κρατώντας τους πάντες στο σπίτι. Ο Αγρίππας τον κυνήγησε και ο Σων ανέ­βηκε στα κεραμίδια, από όπου πήδηξε και σκοτώθηκε. Ήταν η μοναδική φορά που ο μεγάλος σοφός έκλαψε σαν παιδάκι. Όταν τον ρώτησαν γιατί έκλαιγε, απάντησε ότι ήταν ολομόναχος σε αυτόν τον κόσμο και ότι στη ζωή του είχε ένα μοναδικό φίλο. Οι «άνθρωποι του θεού» τον κυνηγούσαν μα­νιασμένα και ο διάβολος μόλις του είχε σκοτώσει το μοναδικό του φίλο.
 Όταν επισκέφτηκε τον εκλέκτορα της Σαξονίας, κάλεσε το πνεύμα του σοφού Τούλιου, για να απαγγείλει έναν από τους λόγους του και το πνεύμα έκανε όλο το ακροατήριο να κλάψει.
 Μια από τις γνωστότερες ιστορίες (την οποία ο Ντίσνεϊ διασκεύασε στο φιλμ Φαντασία με το θέμα του «Μαθητευόμενου Μάγου» σε ένα σκετς με τον Μίκυ Μάους) λέει πως ο Αγρίππας άφησε στη γυναίκα του το κλειδί του εργαστηρίου του.Ένας μαθητής του που έμενε μαζί τους την παρακάλεσε για το κλειδί, ώσπου αυτή του το έδωσε. Μπήκε στο δωμάτιο και διάβασε το μαγικό βιβλίο που υπήρχε πάνω στο τραπέζι, φορώντας και το καπέλο του δασκάλου του. Καθώς διάβαζε, μια σκούπα που υπήρχε δίπλα του ζωντάνε­ψε και άρχισε να τον χτυπάει. Τρομαγμένος, προσπάθησε να προφυλαχτεί πίσω από ένα τραπέζι, ώσπου εμφανίστηκε ένας δαίμονας ρωτώντας τον γιατί τον είχε καλέσει. Ο μαθητής άρχισε να τραυλίζει από φόβο και ο δαί­μονας, βλέποντας το καπέλο, τον πέρασε για τον Αγρίππα, νομίζοντας ότι τον είχε πετύχει σε αδύναμη στιγμή όρμηξε πάνω του για να μη χάσει την ευκαιρία και τον στραγγάλισε. Όταν ο Αγρίππας γύρισε και είδε το πτώμα, συνειδητοποίησε ότι θα τον κατηγορούσαν για τη δολοφονία του φοιτητή. Τότε ξανακάλεσε τα δαιμόνια και τα διέταξε να αναστήσουν για ένα μικρό χρονικό διάστημα το νεκρό, έτσι ώστε να φύγει από το σπίτι και να «πεθά­νει» την άλλη μέρα κάπου αλλού. Ο φοιτητής, τώρα φαινομενικά ζωντανός και υγιής -αλλά στην ουσία ένα νεκρό ανδρείκελο που περπατούσε- ανε­βοκατέβηκε πολλές φορές την πλατεία της αγοράς και ύσιερα κατέρρευσε ξαφνικά και πέθανε από καρδιακή προσβολή. Αλλά η προσεκτική εξέταση του σώματος αποκάλυψε ότι είχε στραγγαλιστεί και ο Αγρίππας αναγκάστη­κε να φύγει από την πόλη…
 …Δύο γυναίκες του πέθαναν και η τρίτη τον άφησε συναισθηματικά συ­ντετριμμένο και οικονομικά κατεστραμμένο. Οι συγκρούσεις του με τον κλήρο -ήταν βίαια αντικληρικός έχοντας πολλές εμπειρίες από τη ζήλια και την άγνοια τους, αλλά δεν ήταν αντιχριστιανός- τον έκαναν να εγκαταλεί­ψει πολλές πόλεις, χωρίς να μπορεί να παραμείνει σε ένα μέρος για να πε­ράσει τη ζωή του με ειρηνική μελέτη, όπως επιθυμούσε. Σε διάφορες επο­χές έκανε διαλέξεις περί θεολογίας στην Κολωνία, περί αποκρυφισμού στην Ιταλία, έγινε δικηγόρος στην Ελβετία (όπου η υπεράσπιση μια χωριά-τισσας που την κατηγορούσαν για μαγεία τον οδήγησε σε σύγκρουση με τον ιεροεξεταστή, που τον ανάγκασε πάλι να φύγει, ενώ η γυναίκα κατέληξε στην πυρά/Επειτα βασανιζόταν από τύψεις ότι μπορεί να μην την έκαιγαν αν δεν την είχε υπερασπιστεί).Ένας διορισμός του ως γιατρός της βασιλο-μήτορος της Γαλλίας, Λουίζας, ήταν ακόμη πιο καταστροφικός, αφού πέ­ρασε όλο το χρόνο προσπαθώντας να εισπράξει το μισθό του και τελικά φυ­λακίστηκε στη Λυών από το 1524 ως το 1526. Κατά τη διάρκεια της αιχμα­λωσίας του έγραψε έναν τόμο με ποιήματα, που είναι χαρακτηριστικά για τη μελαγχολία τους. Αυτός συνέχισε να επιθυμεί με όλη του την καρδιά την ήρεμη ζωή ενός διανοούμενου, με μια ευχάριστη οικογενειακή ατμόσφαι­ρα. Καθώς γερνούσε, άρχισε να νιώθει ότι η μαγεία είναι χάσιμο χρόνου και μονάχα η θεολογία άξιζε να μελετηθεί.
 Το 1530, εξέδωσε στην Αμβέρσα ένα βιβλίο με τίτλο Περί της Ματαιότη­τας των Επιστημών και των Τεχνών, ένα παράξενο μηδενιστικό έργο, που εξιστορεί ότι η γνώση φέρνει στον άνθρωπο μονάχα την απογοήτευση, το φθόνο των συνανθρώπων του, αλλά και την απελπισία της αναγνώρισης του πόσο λίγα αληθινά ξέρει/Ενα μέρος του συγκλονιστικού αυτού βιβλίου δια­βάζεται από τον Φάουστ σε μια ομιλία του, στην πρώτη πράξη του ομώνυμου έργου του Γκαίτε. Η μόνη αξιόλογη μελέτη, λέει ο Αγρίππας, είναι η θεολο­γία και η λογοτεχνία.
Το βιβλίο του αυτό εξόργισε τον προστάτη του, Κάρολο Ε’, που είχε διορίσει τον Αγρίππα χρονογράφο. Ο Αγρίππας φυλακίστηκε πάλι και ανα­κηρύχτηκε αιρετικός. Η καθυστερημένη έκδοση του De Οcculta Ρhilosophia που είχε γράψει παλαιότερα χειροτέρεψε τα πράγματα, γιατί φαινόταν σαν να ανακαλούσε όσα είχε πει στο προηγούμενο βιβλίο, γεγο­νός που εξόργισε τους διανοούμενους και χαρακτηρίστηκε ασυνεπής ή τρελός. Όταν γύρισε καταδιωγμένος στην Κολωνία, έπεσε στη δυσμένεια —ς Ιεράς Εξέτασης, δραπέτευσε στη Γαλλία, αλλά επειδή είχε κάνει πα­λαιότερα κάποια ενοχλητικά σχόλια σχετικά με την πεθαμένη πια βασιλο-μήτορα, ξαναφυλακίστηκε. Αργότερα, προσπάθησε να χτίσει ένα σπίτι στην Αμβέρσα, αλλά του το έκαψαν πράκτορες του Πάπα και κινδύνεψε να δο­λοφονηθεί. Ένα εργαστήριο που διατηρούσε στη Φλωρεντία κατασχέθηκε φα τα χρέη που είχε σε έναν τοπικό ευγενή χωρίς να ειδοποιηθεί για την πληρωμή τους, γιατί ο αντικειμενικός σκοπός του δανειστή του ήταν να πά­ρει στα χέρια του τα παράδοξα όργανα που έκρυβε εκεί ο Αγρίππας. Αργό­τερα φυλακίστηκε πάλι στη Βασιλεία, γιατί η Ιερά Εξέταση θεώρησε ότι τα ριβλία του ήταν προσβλητικά για τη θρησκεία.
 Πέθανε στην Γκρενόμπλ το 1535. ολομόναχος, μην έχοντας ακόμη κλεί­σει τα πενήντα, εξαντλημένος και νικημένος, μισητός από όλο τον κλήρο και τους ευγενείς της Ευρώπης.
Δεν έχει τάφο.

ΠΛΙΝΙΟΣ Ο ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ(23-79 μ.Χ.) – Ο ΛΟΓΙΟΣ ΤΗΣ ΧΑΜΕΝΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ


Ο Γάιος Πλίνιος Σεκούνδος, ένα από τα λαμπρότερα πνεύματα της πρώτης μεταχριστιανικής εποχής, έζησε μεταξύ του 23-79 μ.Χ. Πολύπλευρος και φιλομαθής, ήταν ένας από τους κύριους εμπνευστές του αρχαίου εγκυκλοπαιδισμού, αφού…

…κατέγραψε τεράστιο όγκο αρχαίας «μυστικής» γνώσης. Έδειξε μεγάλη αγάπη τόσο για το διάβασμα, το γράψιμο και τη μετάδοση της πληροφορίας, όσο και για την πατρίδα του, την οποία υπηρέτησε πολλές φορές.

Ο Πλίνιος γεννήθηκε στο Novum Comum της βόρειας Ιταλίας, αλλά αρκετά νωρίς εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, για να σπουδάσει κοντά στους σημαντικότερους Έλληνες και Λατίνους δασκάλους της εποχής του. Ιδιαίτερα ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία, τη ρητορική, τη βοτανική και τα νομικά, ενώ λέγεται ότι για ένα διάστημα άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Αν και ήταν άνθρωπος αφιερωμένος στη γνώση, ωστόσο δεν απείχε καθόλου από τη δράση. Κυνηγούσε συνεχώς την περιπέτεια και ανέλαβε πολλά αξιώματα μακριά από τη Ρώμη. Σε ηλικία μόλις 23 ετών κατατάχθηκε στο στρατό και διακρίθηκε ως αξιωματικός του ιππικού, υπηρέτησε στη Γερμανία και στη Συρία, διορίστηκε διοικητής της Ισπανίας και επί Βεσπασιανού ανέλαβε και άλλες υπηρεσίες. Έτσι από τη μια υπηρέτησε την πατρίδα του και από την άλλη μελέτησε τη γεωγραφία και το φυσικό περιβάλλον αυτών των περιοχών αφήνοντάς μας καταγεγραμμένα τα αποτελέσματα των παρατηρήσεών του.

Ο Πλίνιος είχε τη μανιώδη συνήθεια να συλλέγει πληροφορίες και να καταγράφει σχόλια για ό,τι διάβαζε. Ο ανιψιός του, Πλίνιος ο Νεότερος —που ήταν και ο ίδιος συγγραφέας και αποτελεί τη βασικότερη πηγή από όπου μαθαίνουμε πληροφορίες για τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του Πλίνιου—  αναφέρει ότι ο θείος του άρχιζε να διαβάζει πολύ πριν την αυγή και ότι παρομοίαζε τη γνώση με αγκίστρι ψαρέματος· πίστευε δηλαδή ότι ο,τι πιάνεται στο αγκίστρι, από το πιο μικρό ως το πιο μεγάλο, έχει ιδιαίτερη αξία. Συνήθιζε μάλιστα να λέει ότι οποιαδήποτε ενασχόληση πέραν του διαβάσματος ήταν απλώς χάσιμο χρόνου…


Το μοναδικό έργο του που έχει φτάσει στα χέρια μας ως τώρα είναι το Naturalis Historia (Φυσική Ιστορία), το οποίο αποτελείται από 37 τόμους. Όπως μας πληροφορεί ο ίδιος οι τόμοι αυτοί περιλαμβάνουν πληροφορίες τις οποίες κατέγραψε έχοντας διαβάσει περισσότερα από 2.000 βιβλία (!) Ευτυχώς φρόντισε να παραθέσει έναν αναλυτικότατο κατάλογο των βασικότερων πηγών του. Έτσι χιλιάδες τίτλοι βιβλίων και εκατοντάδες ονόματα συγγραφέων έχουν φτάσει —ονομαστικά έστω— ως εμάς χάρη στην προνοητικότητα και την οξύνοια του Πλίνιου. Ο κατάλογος αυτός είναι ενδεικτικός του όγκου της αρχαίας γνώσης, που δυστυχώς ως επί το πλείστον έχει χαθεί για πάντα…Το περιεχόμενο του τεράστιου αυτού έργου περιλαμβάνει τις εξής κατηγορίες: κοσμολογία και αστρονομία (απίστευτο και όμως αληθινό: υπάρχει κεφαλαίο αφιερωμένο στους κομήτες, τους οποίους ανάλογα με τη την κίνηση, την κατεύθυνσή τους, τη φωτεινότητά τους και το σχήμα της ουράς τους, τους χώριζε σε δέκα είδη), φυσική και ιστορική γεωγραφία, ανθρωπολογία και φυσιολογία του ανθρώπου, ζωολογία, βοτανική (αναφέρεται εκτενώς στα εξωτικά δέντρα και φυτά, στα καρποφόρα, στα άγρια είδη, στη γενική βοτανική και στη δεντροκαλλιέργεια, στα δημητριακά και στην ιατρική βοτανική), φαρμακευτική, ορυκτολογία και ιστορία της ζωγραφικής, της γλυπτικής, των αρχιτεκτονικών ρυθμών και της ρωμαϊκής τεχνολογίας.


Κατά καιρούς πολλοί έχουν κατηγορήσει τον Πλίνιο για έλλειψη κριτικού πνεύματος. Κάποια μεταφραστικά του λάθη από την αρχαία ελληνική στη λατινική γλώσσα και η αναφορά του σε παράξενα πλάσματα ήταν οι αιτίες της έντονης κριτικής που δέχτηκε. Είπαν ότι ο Πλίνιος ήταν αντιεπιστημονικός, κατάφεραν να υποτιμήσουν την σπουδαία προσφορά του και να τον οδηγήσουν στη λήθη. Κι όμως, είναι τόσο θαυμαστός, πιστευτός και ζωντανός ο φυτικός και ζωικός κόσμος της αρχαιότητας που περιγράφει, ώστε η αναφορά του σε παράξενα όντα μας βάζει σε σκέψεις. Ισχυρίζεται ότι υπάρχουν άνθρωποι ακέφαλοι που ‘χουν τα μάτια τους στην πλάτη, άνθρωποι με κεφάλι σκύλου που επικοινωνούν μεταξύ τους γαβγίζοντας, φίδια που πετάγονται με ένα σάλτο από το έδαφος και πιάνουν πετούμενα πουλιά, καθώς και ένα είδος ερπετού της Αφρικής που κομματιάζει βράχους μόνο με την ανάσα του και που είναι τόσο δηλητηριώδες, ώστε όταν κάποια μέρα ένας άνθρωπος σκότωσε κάποιο που βρισκόταν στην πλάτη του αλόγου του, το δηλητήριο απλώθηκε στη λόγχη του άντρα με αποτέλεσμα να πεθάνει τόσο ο ίδιος, όσο και το άλογο. Άραγε ο Πλίνιος, αυτός ο συστηματικός και τόσο επιστημονικός στη μέθοδό του, ήταν στην πραγματικότητα απλώς ένας δεισιδαίμονας που μπέρδευε την αλήθεια με το μύθο ή μήπως η αρχαιότητα έκρυβε μυστικά για κόσμους και πλάσματα παράξενα που είτε δεν υπάρχουν πια, είτε δεν μας κάνουν τη χάρη να μας επισκεφτούνε πια;


Η αγάπη του Πλίνιου για τη Φύση είναι διάχυτη και στη φιλοσοφική άποψη που εκφράζει σχετικά με το Θεό και την οικολογία, σε μια εποχή μάλιστα που κανείς δεν προβληματιζόταν για το περιβάλλον. Πίστευε ότι η ανθρώπινη κοινωνία για να ευημερεί οφείλει να βρίσκεται σε ισορροπία με το Θεό, τον οποίο για να τον καταλάβει ο άνθρωπος πρέπει πρώτα να καταλάβει τη Φύση· η περιφρόνηση, η απληστία και η αναζήτηση της πολυτέλειας έρχεται σε αντίθεση με την ισορροπία, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει στην εξαφάνιση των ειδών, στην αδιαφορία για το αν υποφέρουν άλλα πλάσματα και στην εξάντληση των φυσικών πόρων της Γης (!)


Άλλη σπουδαία δουλειά που έκανε ο Πλίνιος είναι ότι μετέφρασε όλα τα ονόματα των ελληνικών φυτών στα λατινικά. Αυτό σημαίνει ότι εξαιτίας του μπορέσαμε να καταλάβουμε σε τι φυτά ακριβώς αναφέρονται δεκάδες αρχαία ελληνικά κείμενα. Επίσης ο Πλίνιος έχει γράψει ένα έργο για τη χρήση του ακοντίου από τους ιππείς, μια βιογραφία του Πομπονίου Σεκούνδου, μια έκθεση για τους γερμανικούς πολέμους (είκοσι βιβλία), το έργο Studiosus για την εκπαίδευση ενός ρήτορα και μια Ιστορία της εποχής του από τη βασιλεία του Νέρωνα ως του Βεσπασιανού σε τριάντα ένα τόμους. Δυστυχώς κανένα από τα συγκεκριμένα πονήματα δεν έχει διασωθεί.


Συνεπής προς την αναζήτηση νέων συγκινήσεων, ο Πλίνιος κέρδισε έναν ηρωικό θάνατο – και πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι άλλωστε; Τη χρονιά που έγινε η μεγάλη έκρηξη του Βεζούβιου, το 79 μ.Χ. ο Πλίνιος ήταν διοικητής της ναυτικής βάσης του Μισηνού, στην Καμπανία. Στις 24 Αυγούστου, ενώ είχε ήδη αρχίσει να παρουσιάζει έντονη δραστηριότητα το ηφαίστειο, ο Πλίνιος παρασυρόμενος από την έμφυτη ερευνητική του φύση, αποφάσισε να πάει ο ίδιος στην περιοχή, για να εξετάσει το φαινόμενο, αλλά και για να σώσει τη γυναίκα ενός φίλου του που ήταν εγκλωβισμένη εκεί. Όταν έφτασαν τα πάντα είχαν σκεπαστεί από την καυτή λάβα, η θερμοκρασία ήταν πολύ υψηλή και οι αναθυμιάσεις πολύ πυκνές. Ωστόσο ο Πλίνιος δεν το έβαλε κάτω· ήθελε πάση θυσία να βοηθήσει όσο περισσότερο κόσμο μπορούσε και να αξιολογήσει το φαινόμενο. Το άσθμα, όμως, από το οποίο έπασχε και μια ενδεχόμενη καρδιακή προσβολή νίκησαν τον Πλίνιο, που εξέπνευσε λίγη ώρα αφού είχε αποβιβαστεί σε μια περιοχή νοτιότερα του Βεζούβιου. Ο Πλίνιος κέρδισε επάξια το θάνατό του αποδεικνύοντας ως την τελευταία του στιγμή τον ηρωισμό του…

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ


Με το αφιέρωμα στον Νίκολα Τέσλα ξεκινήσαμε μία νέα θεματική ενότητα. «ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ».  Ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι; Ήταν συγγραφείς, φιλόσοφοι, μάγοι, επαναστάτες, επιστήμονες, εξερευνητές, ποιητές, ζωγράφοι κτλ. Άνθρωποι μεγαλοφυείς, αλλά και παρεξηγημένοι. Άνθρωποι που ήταν πιο μπροστα απ’την εποχή τους και πολλοί από αυτούς είχαν βρει μαρτυρικό θάνατο, μιας και η σκέψη τους θεωρήθηκε καταραμένη και απαγορευμένη. ‘Ανθρωποι που τα οράματά τους, έγιναν όραμα για άλλους ανθρώπους.
Αρέσει σε %d bloggers: