Category Archives: Αφιερώματα

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΒΡΕΛΛΗ


Τον άνθρωπο, που ίδρυσε το Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας στο Μπιζάνι Ιωαννίνων, αποχαιρέτησαν  τα Γιάννενα. Ο διάσημος γλύπτης, Παύλος Βρέλλης, «έφυγε» αφήνοντας μας, μια τεράστια κληρονομιά. Στο μουσείο του, ο επισκέπτης έρχεται σε επαφή με την ιστορία, μέσα από τα κέρινα ομοιώματα των ξακουστών, αλλά και των αφανών ηρώων, οι οποίοι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο τόσο στην δημιουργία του ελληνικού κράτους, όσο και μετέπειτα. Από την προεπαναστατική περίοδο έως και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο διάσημος γλύπτης και ιδρυτής του Μουσείου Ελληνικής Ιστορίας Παύλος Βρέλλης, έφυγε στις 26/7/2010 σε ηλικία 87 ετών.
Γεννημένος στα Γιάννενα στις 25/3/1923, ορφάνεψε σε ηλικία 4 ετών από μητέρα. Εννέα χρόνια αργότερα χάνεται και ο πατέρας του…

Η θεία του, Σοφία Παραμυθιώτη, αδερφή της μητέρας του, τον μεγαλώνει και τον σπουδάζει. Ο ρόλος της, τόσο σαν παιδαγωγός (δασκάλα η ίδια), όσο και σαν παρουσία με σπουδαία καλλιτεχνική αγωγή, τον επηρεάζει βαθύτατα. 
Το έργο της δύσκολο. Όχι μόνο επειδή ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος άφησε έντονα τα σημάδια του, αλλά επειδή ο Παύλος είναι ο πλέον ζωντανός από τους ανιψιούς της. Η καλλιτεχνική του πλευρά, είχε αρχίσει ήδη να διαφαίνεται από την παιδική του ηλικία, όταν είχε ζωγραφίσει ή σμιλέψει σε ξύλο ή πέτρα, αγαπημένους του ήρωες. Η άλλη του πλευρά όμως ήταν αυτή που στάθηκε η αιτία να προχωρήσει μπροστά στη ζωή.
Ο ζωντανός του χαρακτήρας και η αγάπη του για δράση και ανακαλύψεις, τον κράτησε ζωντανό πνευματικά, όταν -έφηβο πια- τον συνέλαβαν οι Γερμανοί κατά την περίοδο της κατοχής, χρησιμοποιώντας τον μαζί με άλλα παιδιά για να καθαρίζει απομεινάρια πολεμικού υλικού, που δεν είχε εκραγεί…
Έχοντας ζήσει σα μελλοθάνατος, σκάλιζε στη φυλακή απλά αντικείμενα σε ξύλο, περίμενε τις τελευταίες του στιγμές, είδε φίλους να χάνονται για πάντα, αποτύπωνε μορφές συγκρατούμενων του, με διαφορετική πια ενόραση. Άρχισε να έχει τις πρώτες του πνευματικές ανησυχίες, οι οποίες τώρα πια δε βασίζονταν απλά σε μια παρόρμηση για εξερεύνηση, αλλά σε μια ανάγκη για έκφραση, μέσα απ’ αυτά που ένιωθε ότι τον αντιπροσώπευαν περισσότερο.
Μετά από επιθυμία και προτροπές της θείας του, θα τον δούμε το 1945, να μπαίνει στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία και να αποφοιτά το 1947.
Σε ηλικία 23 χρονών (πριν μπει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών), καταπιάνεται με τη δημιουργία προτομών.

Προτομές των Γ. Καλούδη, Γ. Λύτρα, Στρατηγού Ρέππα, προηγήθηκαν αυτής του Μητροπολίτη (και αργότερα Αρχιεπίσκοπου) Σπυρίδωνα Βλάχου.  Η δουλειά του αυτή, τον σημάδεψε, όχι τόσο με την πορεία της, όσο με το τέλος της. Επαινώντας τον για την προτομή που του ετοίμασε, ο Σπ. Βλάχος του πρόσφερε ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό για αμοιβή. Το αρνήθηκε, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι: «δε θέλω να αρχίσω την καριέρα μου με χρήματα». Έτσι απέκτησε μικρή πείρα σε προτομές, με τις λίγες γνώσεις ανατομίας και οστεολογίας, που έγιναν κτήμα του ύστερα από πολλούς κόπους. Εκείνα τα χρόνια, ασχολήθηκε πολύ με χαρακτική, κυρίως σε όρθιο και πλάγιο ξύλο, με εργαλεία που κατασκεύασε ο ίδιος. Έργα του με τεχνική λινόλεουμ, δημοσιεύτηκαν τότε σε τοπικές εφημερίδες.

Η παρατηρητικότητά του και η αγάπη για το αντικείμενο αυτό, καθώς και η πίστη του στην Τέχνη και τη Ζωή, ήταν οι κινητήριες δυνάμεις του. Έτσι, μετά από επιθυμία του ίδιου, τον βρίσκουμε σπουδαστή της Α.Σ.Κ.Τ., το 1949. Δυστυχώς όμως, η θητεία του στο στρατό την περίοδο του εμφύλιου πολέμου, όχι μόνο τον σημαδεύει ψυχικά, αλλά τον φέρνει πίσω σε όλη την πορεία, που είχε αρχίσει με τόσο κόπο να χαράζει.

Σαν καλλιτέχνης-δημιουργός, αρχίζει να εξερευνεί διάφορα μονοπάτια. Δημιουργεί με πρώτη ύλη πηλό και πατίνες δικές του, φρούτα που δεν απέχουν σχεδόν καθόλου σε εμφάνιση από τα φυσικά, σκιτσάρει οτιδήποτε τον ενδιαφέρει, δοκιμάζεται στη Ζωγραφική και τη Χαρακτική, παίρνοντας εγκωμιαστικές κριτικές από καθηγητές της Α.Σ.Κ.Τ., που ήθελαν να τον κρατήσουν στις Τάξεις τους.

Παράλληλα με το τέλος της θητείας του και τη συνέχιση των μαθημάτων, αθλείται στο γυμναστήριο του Φωκιανού και συμμετέχει ενεργά (και μάλιστα με διακρίσεις και πρωτιές), ως αθλητής στο άλμα επί κοντώ («Άκτια»/1950, «Δωδωναία»/1950). Και δε σταματά τις αναζητήσεις του στην Τέχνη που διάλεξε και στον αθλητισμό που αγαπούσε. Επίσης, παρακολουθεί μαθήματα Βυζαντινής μουσικής και ορθοφωνίας.

Κάποιες από τις δραστηριότητες αυτές, πρέπει να διακοπούν, διότι τα μαθήματα της Α.Σ.Κ.Τ. γίνονται όλο και πιο απαιτητικά. Ο ίδιος, αργότερα, θα θεωρήσει τη διακοπή αυτή ευεργετική, μιας που η αφοσίωσή του, τον βοήθησε να τελειοποιήσει την Τέχνη του.

Διδάχθηκε Καλλιτεχνική Ανατομία από τον Αποστολάκη (πάνω σε πτώματα, όπως και οι φοιτητές της Ιατρικής) και όπως μας λέει, αυτή η γνώση αποτέλεσε την «ορθογραφία της δουλειάς του». Διδάχθηκε Ιστορία της Τέχνης από τον Παντελή Πρεβελάκη, ο οποίος ήταν και ο φορέας της πρότασης που του έκανε ο σπουδαίος Άγγλος γλύπτης Henry Moore, να γίνει επιμελητής του. Η απάντηση ήταν ότι, αφού «κάτω από μεγάλο δέντρο δε φυτρώνει τίποτε», θα ήθελε να γίνει αυτόνομη μονάδα και να αποτελέσει ο ίδιος, με το έργο του, σημείο αναφοράς.

Στα δικά του εδάφια της γλυπτικής, καθηγητής του ήταν ο Μιχάλης Τόμπρος. Ο ίδιος, τον κατονόμασε ως τον καλύτερο πορτρετίστα μαθητή του. Μακάρι και διάφορα άλλα πρόσωπα, κυρίως Ηπειρώτες, των οποίων τις προτομές φιλοτέχνησε, να είχαν την ίδια αντίληψη για την Τέχνη που υπηρετούσε. Όχι μόνο δεν τον βοήθησαν, αλλά και δεν τον πλήρωσαν, ούτε καν για τα υλικά και τα χυτήρια! Ίσως να έφταιγε το γεγονός, ότι ήταν ρεαλιστής και στη Ζωή και στην Τέχνη του κι έτσι οποιαδήποτε προσποιητή ωραιοπάθεια, δεν είχε θέση στις δημιουργίες του.

Το 1954, αποφοιτά από τη Σχολή του με Θεωρητικό και Πρακτικό Πτυχίο. Είναι, τώρα πια, ο πρώτος Ηπειρώτης που κατάφερε να περάσει στη Σχολή αυτή και ο πρώτος Ηπειρώτης που αποφοιτεί απ’ αυτή, με τέτοια εφόδια.

Δε σταματά εκεί τις σπουδές του. Με υποτροφία, παρακολουθεί μαθήματα Τέχνης & Τεχνικής της Χαλκογλυπτικής στη Φλωρεντία (όπου εργάζεται για σύντομο χρονικό διάστημα) και Ψηφοθεσίας στη Ραβέννα.

Η αγάπη του για τη γλυπτική και τη ζωγραφική, ποτέ δεν τον αποδυνάμωσε απ’ το να αναζητά οτιδήποτε θα μπορούσε να την αναγάγει σε κάτι ανώτερο. Ούτως ή άλλως, ο ίδιος πάντα πίστευε ότι το καλύτερο είναι «εχθρός» του καλού. Οι αρμονικές χαράξεις και η Κυβερνητική επιστήμη και σα θεωρία και σαν τρόπος θεώρησης για πρακτικές εφαρμογές, ήταν το επίκεντρο της παράλληλης αυτής μελέτης του, επί χρόνια. Προσπαθεί επίσης, να μη βρίσκεται μακριά από τις εξελίξεις της εποχής του. Ταξιδεύει συχνά στο εξωτερικό, προσπαθώντας να παρακολουθεί καινούριες εκθέσεις ή να επισκέπτεται Μουσεία, των οποίων τα εκθέματα θεωρεί σημαντικά.

Από τις πιο σπουδαίες εμπειρίες του, ήταν η ανάθεση της συντήρησης τμημάτων του Μουσείου Ακροπόλεως από τον Ιερό Βράχο, κάτι που τον τιμά ιδιαίτερα και τον συγκινεί ακόμη και σήμερα. Ο ίδιος δούλεψε, μετέπειτα, για 3 περίπου χρόνια και στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Κατά την περίοδο αυτή, απέκτησε δυο αναγνωρισμένα διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Τα χρησιμοποίησε για να υλοποιήσει τη δημιουργία τμήματος αναπαραγωγής Κλασικών Αρχαιοτήτων του Μουσείου. Τη δημιουργία του την εισηγήθηκε ο ίδιος. Ανέλαβε επίσης και τη θεμελίωσή του.

Οι προβληματισμοί του για το σύστημα εκπαίδευσης, τον οδηγούν στο να καταρτίσει και να εισηγηθεί καινούργια προγράμματα μαθημάτων, με συγκεκριμένη παιδαγωγική μέθοδο. Εφαρμόζονται πρώτα στο Τζάνειο Πειραματικό Γυμνάσιο του Πειραιά, όπου δίδαξε επί χρόνια με επιτυχία. Ενδεικτικό της παρουσίας του αυτής, είναι οι ξεναγήσεις που έκανε στους μαθητές σε Αρχαιολογικούς χώρους (Βράχος Ακρόπολης, Αρχαιολογικό Μουσείο, Κεραμεικός), θεωρώντας ότι αποτελούν οργανικό [άρα και αναπόσπαστο] κομμάτι της παιδείας που θα πρέπει να δίνεται. Σαν ξεναγός, ταξίδεψε και χάρηκε παρουσιάσεις τόπων, όπως η Αρχαία Ολυμπία, οι Δελφοί, ο Μιστράς, η Κωνσταντινούπολη, η Αρχαία Δωδώνη, το Νεκρομαντείο της Νικόπολης, τα μοναστήρια του Νησιού των Ιωαννίνων,…

Παντρεύεται την (εδώ και χρόνια αγαπημένη του) Μαρία Γιαννίση το 1962 και μεταφέρει τη ζωή και τις δραστηριότητές του στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Η ζωή για ένα γλύπτη στην επαρχία, είναι πιο σκληρή απ’ ότι περιμένει. Μπορεί αρκετά έργα του να βρίσκονται τοποθετημένα σήμερα σ’ όλη την Ήπειρο, όμως αυτά είναι κυρίως προτομές ή Ηρώα. Οι δημιουργίες ενός ανθρώπου που ασχολείται με έργα πρωτοποριακής σύλληψης και σύγχρονου χαρακτήρα…. δεν ευδοκιμούν στο «Ηπειρωτικό» κλίμα. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζει να παίρνει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις γλυπτικής στην Ελλάδα. Περιοδεύει επίσης σε όλη την Ήπειρο, για να δώσει διαλέξεις, αλλά και για να μελετήσει από κοντά την Ηπειρώτικη Λαϊκή Τέχνη, όπως είχε κάνει και παλιότερα.

Εργάζεται όμως, κυρίως, σαν καθηγητής Τεχνικών σε Γυμνάσια και Λύκεια. Ανακαλύπτει τις αδυναμίες του συστήματος της εκπαίδευσης και προετοιμάζει κατάλληλα, με τα μαθήματά του αυτά, μελλοντικούς υποψήφιους Αρχιτεκτονικής. Μιας που δεν υπάρχει ανάλογος κύκλος μαθημάτων για υποψήφιους Α.Σ.Κ.Τ., ιδρύει δική του σχολή (την οποία και διατηρεί για αρκετά χρόνια), δίνοντας απαραίτητα εφόδια, όχι μόνο με μαθήματα όπως γραμμικό και ελεύθερο σχέδιο που διδάσκει, αλλά και με τη γενικότερη καλλιτεχνική αγωγή του. Αποκτά δυο παιδιά, τον Κωνσταντίνο (1966) και την Άννα (1970).

Το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων τον αποσπά για 7 χρόνια, προκειμένου να παραδώσει μαθήματα Ιστορίας της Τέχνης (και ειδικότερα, Σύγχρονα Ρεύματα Τέχνης). Μέσα από αρκετές γνωριμίες του με άλλους καθηγητές, τολμά να προκαλέσει με τη στάση του, κάποιους ανθρώπους που πίστευαν στη θεωρητική και μόνο προσέγγιση μαθημάτων. Ιδιαίτερα στο θέμα της Ιστορίας, δείχνει μια εξαιρετική ευαισθησία, μιας που τη θεωρεί πάντα ζωντανή μέσα σε όλους και πάντα απαραίτητη για όλους.

Το 1975, σαν πείραμα μιας κατάστασης που θα βοηθά τον «διδάσκοντα» να παρουσιάσει με μοναδικό τρόπο το ιστορικό θέμα που επιθυμεί, διάλεξε να εκθέσει το πρώτο θέμα που δημιούργησε, το «Κρυφό Σχολειό». Μεταμόρφωσε ένα χώρο, έτσι ώστε ο επισκέπτης να γίνεται υποκείμενο του (άρα και της ιστορίας που αναπαριστά). Τον ζωντάνεψε δημιουργώντας ανθρώπινες μορφές από κερί, οι οποίες έχουν και το ρόλο των πρωταγωνιστών. Πρώτα είχε προηγηθεί η δουλειά ενός γλύπτη, εφοδιασμένου με κλασική παιδεία, που δουλεύει το μοντέλο του πρώτα σε πηλό, δημιουργεί εκμαγείο από γύψο και χυτεύει, τέλος, το κερί. Προσφέροντας στο έργο μια ολοκλήρωση με όλα τα πνευματικά εφόδια που είχε αποκομίσει έως τώρα, δημιούργησε κάτι που ενθουσίασε, πρώτα, τον κύκλο των ανθρώπων για τον οποίο δημιουργήθηκε. Ύστερα όλη την Ελλάδα. 8.000.000 περίπου επισκέπτες πέρασαν απ’ το Μουσείο αυτό.

Συνεχίζει να γράφει ποίηση (κάτι που έκανε από νεαρή ηλικία, αλλά επειδή ο ίδιος έκρινε αυστηρά τον εαυτό του δε δημοσίευσε ποτέ τίποτε). Τα τρία πρώτα του βιβλία αυτής της περιόδου, είναι: «Θύμησες» / 1969, «Φόρμες» / 1972, «Σίδερα, Πέτρες και Λουλούδια» / 1975.

Το 1981, έχει ήδη προσθέσει και άλλα θέματα-αίθουσες. Και έχει σχέδια για πολύ περισσότερα έργα, αλλά δε μπορεί να πραγματώσει τίποτε σε τόσο μικρό χώρο.

Κυκλοφορεί τις δυο επόμενες ποιητικές του συλλογές: «Ήταν και Είναι» & «Λαμαρίνες και Παράνομοι» / 1982. Παράλληλα, έχοντας συνταξιοδοτηθεί με το βαθμό του Γυμνασιάρχη, αποφασίζει να ασχοληθεί μόνο με το έργο του.

Το 1983 (60 χρονών τότε), αγοράζει με το εφ’ άπαξ του ένα χώρο 17 στρεμμάτων, στο χωριό Μπιζάνι. Χάραξε δρόμους και πλατείες. Διαμόρφωσε τον εξωτερικό χώρο ώστε να μη δημιουργεί «οπτική μόλυνση» στο περιβάλλον. Τον πλούτισε φυτεύοντας πάμπολλα δέντρα. Τέλος, έδωσε ο ίδιος μορφή αστικής φρουριακής αρχιτεκτονικής της ενδοχώρας της Ηπείρου κατά τον 18ο αιώνα, στο κτίριο που θα στέγαζε το καινούριο του Μουσείο, με απόλυτο σεβασμό στην παράδοση.

Στο ίδιο το κυρίως κτίριο, διαιρεί το εσωτερικό με ανάλογα επίπεδα (παράλληλα, συνάλληλα, διάλληλα) και δημιουργεί έτσι ένα χώρο απολύτως μοναδικό. Αποδεσμευμένος από τις γνωστές «αίθουσες-βιτρίνες», διαμορφώνει τον εσωτερικό αυτό χώρο, προσπαθώντας να φτιάξει ποικίλα σκηνικά, που θα ενσωματώνουν τα ομοιώματά του. Όλα τους, παρμένα απ’ την Ελληνική Ιστορία. Στο δύσκολο αυτό έργο στάθηκαν πάντα δίπλα του παλιοί φίλοι και μαθητές του και ο Σύλλογος «Φίλοι του Μουσείου Παύλου Βρέλλη». Σημαντικότατη και η προσφορά του κράτους στα τελειώματα του Μουσείου, όταν η Μελίνα Μερκούρη (Υπουργός Πολιτισμού) και ο Αλέξανδρος Παπαδόπουλος (Υπουργός Οικονομικών), βοήθησαν το έργο του, υποστηρίζοντάς τον και ηθικά και οικονομικά.

Το Μουσείο αυτό αρχίζει να δέχεται επισκέπτες στις 31/7/1995 και τα σχόλια που εισπράττει ο καλλιτέχνης για το έργο του, τον δικαιώνουν για την προσπάθεια τόσων χρόνων χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας. Πίστευε ότι: «Πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει χρήματα, αλλά αυτός που προσφέρει. Και εγώ είμαι πλούσιος, γιατί κατάφερα και πρόσφερα στον Έλληνα τούτο το έργο».

Αγαπητέ Παύλο σε χαιρετώ ,σε ευχαριστώ που μου εκανες την τιμή να σε γνωρίσω!!! 
 

Χρήστος Ν. Καρακάσης 

Περισσότερες πληροφορίες στη σελίδα

http://www.vrellis.eu

Advertisements

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ


Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η χώρα μας βρίθει από ασυνήθιστα αγάλματα, έργα τέχνης δηλαδή που είτε χαρακτηρίζονται από εκκεντρική αισθητική είτε απλώς δεν περιμένει κανένας να βρει στην Ελλάδα! Τι εννοώ; Πάρτε για παράδειγμα τις «Ιπτάμενες Ομπρέλες» του Γιώργου Ζογγολόπουλου στο Φάληρο Θεσσαλονίκης, τα σουρεαλιστικά αγάλματα στον παραλίμνιο των Ιωαννίνων, αλλά και την προτομή του απελευθερωτή της Βενεζουέλας (;!) Μπολιβάρ στην Γλυφάδα!
Ο σχετικός κατάλογος του Παράξενου Ταξιδιώτη συνεχίζεται μακρύς, δεν θα ήταν όμως πλήρης αν δεν περιλάμβανε το ελληνικό Άγαλμα της Ελευθερίας, ένα (όχι πολύ πιστό είναι η αλήθεια) αντίγραφο του πασίγνωστου συμβόλου των Η.Π.Α.!…


Το ιδιαίτερο αυτό άγαλμα βρίσκεται στη Μυτιλήνη, στην περιοχή Τσαμάκια και πιο συγκεκριμένα στη θέση όπου έως και το 1922 βρισκόταν το φρούριο Καστρέλι. Εργασίες ανάπλασης ήταν ο λόγος κατεδάφισης του και τοποθέτησης στο εν λόγω σημείο του παράξενου αυτού αγάλματος. Δημιουργός φέρεται να είναι ο γλύπτης Γρηγόριος Ζευγώλης ενώ το σχέδιο επιμελήθηκε ο Λέσβιος ζωγράφος Γεώργιος Ιακωβίδης. Οι ομοιότητες με τον «μεγάλο αδελφό» που βρίσκεται στην Νέα Υόρκη πολλές: και τα δύο βρίσκονται σε είσοδο λιμανιού, έχουν υπερμέγεθες βάθρο, κρατούν ένα πυρσό με το δεξί χέρι και είναι κατασκευασμένα από μπρούτζο!
Ποιος ευθύνεται λοιπόν για την εν λόγω παραξενιά των ελληνικών νησιών; Σύμφωνα με την παράδοση, κάποιος νέος από τη Μυτιλήνη μετανάστευσε στην Αμερική κατά τις αρχές του 20ου αιώνα ψάχνοντας για ένα καλύτερο μέλλον στην «χώρα των ευκαιριών». Φθάνοντας στη Νέα Υόρκη αντίκρισε το Άγαλμα της Ελευθερίας και στη θέα του γέμισε με ελπίδα. Γι’ αυτό και υποσχέθηκε στον εαυτό του πως αν κατάφερνε να βγάλει χρήματα θα επέστρεφε στην πατρίδα του και θα έστηνε ένα άγαλμα παρόμοιο με το σύμβολο της Νέας Υόρκης! Έτσι έγινε λοιπόν, αποκτώντας η Λέσβος το δικό του Άγαλμα της Ελευθερίας!
Για να το δείτε, δεν έχετε παρά να ταξιδέψετε με πλοίο ως το νησί. Το άγαλμα βρίσκεται μερικές δεκάδες μέτρα μακριά από το λιμάνι της Μυτιλήνης και κατά πάσα πιθανότητα θα το βρείτε μόνοι σας. Αν κάπου δυσκολευτείτε, μην διστάσετε να ρωτήσετε τους ντόπιους!





Γνωρίζετε ότι;
Ένα ακόμα ελληνικό Άγαλμα της Ελευθερίας, έργο του γλύπτη Θωμά Θωμόπουλου, υπήρχε στο Ακρωτήρι Χανίων της Κρήτης μέχρι και το 1970 και απεικόνιζε τη.. θεά Αθηνά ως Ελευθερία που φωτίζει τον κόσμο; Επρόκειτο για ένα από τα μεγαλύτερα και εντυπωσιακότερα αγάλματα της σύγχρονης Ελλάδας, καθώς έφθανε σε ύψος τα 17 μέτρα και ήταν φτιαγμένο εξ’ ολοκλήρου από μάρμαρο. Τελικά, το 1970 το άγαλμα απομακρύνθηκε με τη χρήση… δυναμίτη (;!), όταν ο ΕΟΤ αποφάσισε να εξωραΐσει την περιοχή. Μάλιστα, μέχρι πριν λίγα χρόνια ο επισκέπτης μπορούσε να διακρίνει κομμάτια του πεσμένα στο έδαφος, κοντά στους τάφους των Βενιζέλων.

από Γιώργο Αδαμόπουλο


strangetravellergr.blogspot.com

ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ (1770-1861)


To 1847 ξεκινά την αμφιλεγόμενη και θυελλώδη πορεία του ως διασημότητα ένας γέρος καλό­γερος που τον φώναζαν άγιο Χριστόφορο ή Παπουλάκο. Η επίσημη ιστορία τον κατέγραψε ως απα­τεώνα, αγύρτη και πράκτορα των Ρώσων, η λαϊκή μνή­μη τον διαφύλαξε ως άγιο, μάρτυρα και προφήτη. Το πραγματικό του όνομα ήταν Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος, γεννήθηκε περίπου το 1770 στα Άρμπουνα…

…Καλαβρύ­των, ήταν για χρόνια σφάκτης και χασάπης, κι όταν έγινε εξήντα χρονών, αποφάσισε να καλογερέψει. Πή­γε στο Μέγα Σπήλαιο, αυτοχειροτονήθηκε καλόγερος με το όνομα Χριστόφορος και στα εξήντα τέσσερα του χρόνια άρχισε να κάνει περιοδείες και να κηρύττει. Αν και ως χασάπης ήξερε ελάχιστα γράμματα, είχε μάθει απέξω την Αγία Γραφή και την Αποκάλυψη του Ιωάννη και τη Σολομωνική, είχε τρομερή ευγλωττία και αμεσότητα, ενώ αντιλαμβανόταν αμέσως όχι μόνο τις εσω­τερικές αλλά και τις πρακτικές ανάγκες των αγράμμα­των, εξαθλιωμένων και εγκαταλειμμένων αγροτικών πληθυσμών. 

Η επίσημη κρατική προπαγάνδα του Όθωνα και των Βαυαρών αντιβασιλέων τον κατηγόρησε ότι είχε στρα­τολογηθεί από το δαιμόνιο Κατακάζυ, πρέσβη του τσά­ρου στην Ελλάδα, και περνούσε στον κοσμάκη την προ­παγάνδα των Ρώσων, που ήθελαν να κάνουν τη χώρα προτεκτοράτο τους. Όποια κι αν ήταν η αλήθεια, ο γε­ρο-καλόγερος ήξερε να μιλά στα πλήθη και δεν ήταν διόλου προσεχτικός ή διπλωματικός σ’ αυτά που έλεγε. 
Κατηγορούσε το βασιλιά ότι ήταν αβάπτιστος και ήθε­λε τον αποχριστιανισμό της χώρας, ονόμαζε τους Βαυ­αρούς «διαβολοτραγιά» , κατηγορούσε τους δασκάλους ότι δίδασκαν στα παιδιά «άθεα γράμματα», έλεγε ότι οι Αγγλοι είναι Εβραίοι, ονόμαζε τα δικαστήρια «γυφτόσπιτα» και κατηγορούσε την Ιερά Σύνοδο ότι απο­τελείτο από άθεους. 
Όπως ήταν φυσικό, ο Παπουλάκος μεταβλήθηκε γρήγορα σε νούμερο ένα εχθρό του κράτους και της επίσημης εκκλησίας, αλλά το κήρυγμα του είχε τρομε­ρή απήχηση στις τοπικές κοινωνίες. Απ’ όπου περνού­σε γινόταν πανζουρλισμός. Η πρώτη του περιοδεία άρ­χισε από την Αχαΐα και κατέληξε στην ορεινή Αρκαδία, περνώντας από Ολυμπία και Τριφυλία. Όλα τα γύρω χωριά συγκεντρωνόντουσαν για να τον ακούσουν Άρχισαν να τον θεωρούν μεσσία και άγιο. Του έκοβαν τρίχες από μούσι και τις έβαζαν σε κορνίζες, θεωρούσαν άγια τα μαχαιροπίρουνα που χρησιμοποιούσε, σκούπιζαν τον ιδρώτα του με μαντίλια που τα χρησι­μοποιούσαν μετά για να θεραπεύουν αρρώστιες.
 
papoulakos
Εικόνα από το Άγιο Όρος που αναπαριστά τον κωμικοτραγικό βίο του Παπουλάκου, που εικονίζεται επί εξέδρας
ενώ εκφωνεί τους πύρινους λόγους του στη Λακωνία , την οποία ο Παπουλάκος έχει μετονομάσει σε «Ισραήλ».
Η Ιερά Σύνοδος του απαγόρευσε να κηρύττει και η αστυνομία άρχισε να τον κυνηγά, όμως ο Παπουλάκος αγρίεψε ακόμα περισσότερο. Άρχισε να καλεί το λαό σε αντίσταση και συγκρότησε σώμα εθελοντών ενόπλων που τον ακολουθούσαν στις περιοδείες για να τον προ­στατεύουν από τα αποσπάσματα των χωροφυλάκων που τον ακολουθούσαν για να τον πιάσουν. Στην Τρί­πολη προσπάθησε να τον συλλάβει ο νομάρχης, αλλά τραυματίστηκε. Στο δήμο Λεύκτρου πήγαν να τον συλ­λάβουν ο έπαρχος Οιτίλου και ο υπομοίραρχος, αλλά κινδύνευσαν να λιντσαριστούν από τρεις χιλιάδες άτο­μα που ακολουθούσαν τον Παπουλάκο. Ο γερο-καλό­γερος πήρε τόσο αέρα από τη λαϊκή στήριξη, ώστε με­τονόμαζε τα χωριά από τα οποία περνούσε (το χωριό Κολοκύθι το μετονόμασε σε Νέα Ιερουσαλήμ) κι άρχι­σε να διαλαλεί ότι θα τεθεί επικεφαλής του λαού προ­κειμένου να καταλάβει την Αθήνα κι από εκεί την Κων­σταντινούπολη, για να λειτουργήσει στην Αγια-Σοφιά. 
Άρχισε να χειροτονεί δικούς του παπάδες και βε­βαίωνε τους πιστούς του ότι αν τον σκοτώσουν θα ανα­στηθεί. Η φήμη του μεγάλωνε συνεχώς. Στη Μονεμβα­σιά τον υποδέχτηκαν 7.000 άτομα, όταν μπήκε στην Καλαμάτα χτυπούσαν οι καμπάνες όλων των εκκλη­σιών, στη Μάνη έγινε ξεσηκωμός. Το κράτος αποφάσι­σε να τον σταματήσει στη Λακωνία κι έστειλε τις ακό­λουθες δυνάμεις για να συλλάβουν τον εξηντατετρά-χρονο Παπουλάκο, καλόγερο και πρώην χασάπη. Ένα τάγμα στρατού, εθνοφυλακές, δύο χιλιάδες χωροφύλακες, οροφύλακες, μια πυροβολαρχία και πέντε πολεμά κά πλοία («Κανάρης». «Όθων». «Ματθίλδη». «Αμα­λία» και «Σκύλα»). Δεν τον έπιασαν. Χιλιάδες οπλι­σμένοι Μανιάτες τον περικύκλωσαν και απείλησαν ότι θα γίνει μακελειό. Ο αρχηγός του στρατού, στρατηγός Γενναίος Κολοκοτρώνης, γιος του Θεόδωρου, απέσυρε τα στρατεύματα για να μην ξεσπάσει εμφύλιος. 
Αυτό όμως που δεν κατάφερε ολόκληρο το εκστρα­τευτικό σώμα το κατάφερε η παλιά μέθοδος, η προδο­σία και η δωροδοκία. Ο Παπουλάκος είχε κρυφτεί στο μοναστήρι της Βόιδονίτσης απ’ όπου έστειλε ένα πι­στό του οπαδό, έναν αγράμματο παπά, τον παπα-Βασίλαρο, να μεταφέρει ειδήσεις και οδηγίες. Ο Βασίλαρος συνελήφθη, τον πήγαν στη Σπάρτη, τον κύκλωσαν νομάρχες, στρατηγοί και δεσποτάδες, του έδωσαν και 6.000 δραχμές δώρο και δέχτηκε να καταδώσει τον Παπουλάκο. Οδήγησε στον κρυμμένο Παπουλάκο έξι αστυνομικούς ντυμένους σαν Μανιάτες χωρικούς, οι οποίοι τον έδεσαν και τον απήγαγαν. Τον φυλάκισαν στο Ρίο, αλλά δεν τον δίκασαν ποτέ για να μην εξε­γερθούν οι οπαδοί του. 
Πέθανε στις 18 Ιανουαρίου του 1861, περιορισμένος σε ένα μοναστήρι της Άνδρου, η μνήμη του όμως έμει­νε ζωντανή στην Πελοπόννησο. Στις εκκλησίες της Μά­νης τον μνημόνευαν για χρόνια, ενώ, σύμφωνα με το θρύλο, τη μέρα του θανάτου του δάκρυσαν οι εικόνες των εκκλησιών. Φοβερά μισητό πρόσωπο έγινε ο προ­δότης παπα-Βασίλαρος, που δολοφονήθηκε μυστηριωδώς στις Σπέτσες. 

29 ΜΑΪΟΥ 1453 : Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ


Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μόνο κατ’ όνομα υπήρχε τις παραμονές της Άλωσης. Ήταν περιορισμένη, κυρίως, στην περιοχή γύρω από την Κωνσταντινούπολη και σε κάποιες σκόρπιες περιοχές, όπως το Δεσποτάτο του Μυστρά. Οι θρησκευτικές έριδες, οι εμφύλιες διαμάχες, οι σταυροφορίες, η επικράτηση του φεουδαρχισμού και η εμφάνιση πολλών και επικίνδυνων εχθρών στα σύνορά της είχαν καταστήσει την πάλαι ποτέ Αυτοκρατορία ένα «φάντασμα» του ένδοξου παρελθόντος της…

Το Βυζάντιο σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή της ιστορίας του με την οθωμανική λαίλαπα προ των πυλών του, δεν μπορούσε να ελπίζει παρά μόνο στη βοήθεια της καθολικής Ευρώπης, η οποία όμως ήταν μισητή στους κατοίκους της Κωνσταντινούλης. Η ύπαρξη «Ενωτικών» και «Ανθενωτικών» δίχαζε τους Βυζαντινούς. Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έκανε μια απέλπιδα προσπάθεια, στέλνοντας πρεσβεία στον πάπα Νικόλαο Ε’ για να ζητήσει βοήθεια. Ο Πάπας έβαλε και πάλι ως όρο την Ένωση των Εκκλησιών, αλλά αποδέχθηκε το αίτημα του αυτοκράτορα να στείλει στην Κωνσταντινούπολη ιερείς, προκειμένου να πείσουν τον λαό για την αναγκαιότητα της Ένωσης.
Οι απεσταλμένοι του Πάπα, καρδινάλιος Ισίδωρος και ο αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης Λεονάρδος, λειτούργησαν στην Αγία Σοφία, προκαλώντας την αντίδραση του κόσμου, που ξεχύθηκε στους δρόμους και γέμισε τις εκκλησίες, όπου λειτουργούσαν οι ανθενωτικοί με επικεφαλής τον μετέπειτα πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Το σύνθημα που κυριαρχούσε ήταν «Την γαρ Λατίνων ούτε βοήθειαν ούτε την ένωσιν χρήζομεν. Απέστω αφ’ ημών η των αζύμων λατρεία».
Το μίσος για τους Λατίνους δεν απέρρεε μόνο από δογματικούς λόγους. Η λαϊκή ψυχή δεν είχε ξεχάσει τη βαρβαρότητα που επέδειξαν οι Σταυροφόροι στην Πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, ενώ αντιδρούσε στην οικονομική διείσδυση της Βενετίας και της Γένουας, που είχε φέρει στα πρόθυρα εξαθλίωσης τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας, αλλά και στην καταπίεση των ορθοδόξων στις περιοχές, όπου κυριαρχούσαν οι καθολικοί.
Αντίθετα, οι Οθωμανοί φαίνεται ότι συμπεριφέρονταν καλύτερα προς τους χριστιανούς. Πολλοί χριστιανοί είχαν υψηλές θέσεις στην οθωμανική διοίκηση, ακόμη και στο στράτευμα, ενώ κυριαρχούσαν στο εμπόριο. Οι χωρικοί πλήρωναν λιγότερους φόρους και ζούσαν με ασφάλεια. Έτσι, στην Κωνσταντινούπολη είχε σχηματισθεί μία μερίδα που διέκειτο ευνοϊκά προς τους Οθωμανούς. Την παράταξη αυτή εξέφραζε ο Λουκάς Νοταράς με τη φράση «Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν».
Από τις αρχές του 1453 ο Μωάμεθ προετοιμαζόταν για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Με έδρα την Ανδριανούπολη συγκρότησε στρατό 150.000 ανδρών και ναυτικό 400 πλοίων. Ξεχώριζε το πυροβολικό του, που ήταν ό,τι πιο σύγχρονο για εκείνη την εποχή και ιδιαίτερα το τεράστιο πολιορκητικό κανόνι, που είχαν φτιάξει Σάξωνες τεχνίτες. Στις 7 Απριλίου, ο σουλτάνος έστησε τη σκηνή του μπροστά από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού και κήρυξε επίσημα την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης.
Ο αγώνας ήταν άνισος για τους Βυζαντινούς, που είχαν να αντιπαρατάξουν μόλις 7.000 άνδρες, οι 2000 από τους οποίους μισθοφόροι, κυρίως Ενετοί και Γενουάτες, ενώ στην Πόλη είχαν απομείνει περίπου 50.000 κάτοικοι με προβλήματα επισιτισμού. Η Βασιλεύουσα περιβαλλόταν από ξηράς με διπλό τείχος και τάφρο. Το τείχος αυτό, που επί 1000 χρόνια είχε βοηθήσει την Κωνσταντινούπολη να αποκρούσει νικηφόρα όλες τις επιθέσεις των εχθρών της, τώρα ήταν έρμαιο του πυροβολικού του σουλτάνου, που από τις 12 Απριλίου άρχισε καθημερινούς κανονιοβολισμούς.
Οι Τούρκοι προσπάθησαν πολλές φορές να σπάσουν την αλυσίδα που έφραζε τον Κεράτιο κόλπο και προστάτευε την ανατολική πλευρά της Κωνσταντινούπολης. Στις 20 Απριλίου ένας στολίσκος με εφόδια υπό τον πλοίαρχο Φλαντανελλά κατορθώνει να διασπάσει τον τουρκικό κλοιό μετά από φοβερή ναυμαχία και να εισέλθει στον Κεράτιο, αναπτερώνοντας τις ελπίδες των πολιορκούμενων.
Ο Μωάμεθ κατάλαβε αμέσως ότι μόνο το πυροβολικό του δεν έφθανε για την εκπόρθηση της Πόλης, εφόσον παρέμεινε απρόσβλητος ο Κεράτιος. Με τη βοήθεια ενός ιταλού μηχανικού κατασκεύασε δίολκο και τη νύχτα της 21ης προς την 22α Απριλίου, 70 περίπου πλοία σύρθηκαν από τον Βόσπορο προς τον Κεράτιο. Η κατάσταση για τους πολιορκούμενους έγινε πλέον απελπιστική, καθώς έπρεπε να αποσπάσουν δυνάμεις από τα τείχη για να προστατεύσουν την Πόλη από την πλευρά του Κεράτιου, όπου δεν υπήρχαν τείχη.
Η τελική έφοδος των Οθωμανών έγινε το πρωί της 29ης Μαΐου 1453. Κατά χιλιάδες οι στρατιώτες του Μωάμεθ εφόρμησαν στη σχεδόν ανυπεράσπιστη πόλη και την κατέλαβαν μέσα σε λίγες ώρες. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, που νωρίτερα απέκρουσε με υπερηφάνεια τις προτάσεις συνθηκολόγησης του Μωάμεθ, έπεσε ηρωικά μαχόμενος. Αφού έσφαξαν τους υπερασπιστές της Πόλης, οι Οθωμανοί Τούρκοι προέβησαν σε εκτεταμένες λεηλασίες και εξανδραποδισμούς. Το βράδυ, ο Μωάμεθ ο Πορθητής εισήλθε πανηγυρικά στην Αγία Σοφία και προσευχήθηκε στον Αλλάχ «αναβάς επί της Αγίας Τραπέζης», όπως αναφέρουν οι χρονικογράφοι της εποχής.
sansimera.gr

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΜΠΑΛΑΣ ΤΩΝ ΜΟΥΝΤΙΑΛ


Η εξέλιξή της στο χρόνο, είναι αλματώδης και η διαφορά τεράστια, σε σχέση με το ξεκίνημά της. Η μπάλα, η «στρογγυλή θεά», όπως χαρακτηρίζεται από τους φίλους του ποδοσφαίρου, έχει περάσει μέσα στο χρόνο από διάφορα στάδια, ενώ η βελτίωση του υλικού της ήταν συνυφασμένη με την ανάπτυξη του αθλήματος. Η εξέλιξη αυτή προσδιορίζεται καλύτερα μέσω των Παγκοσμίων κυπέλλων και μέσω των αλλαγών που επέρχονται σε αυτή κάθε τέσσερα χρόνια
Το μακρινό 1930 είχαμε την πρώτη διοργάνωση Μουντιάλ στην χώρα της Ουρουγουάης. Εκεί, αποφασίστηκε να δημιουργηθεί μια ειδική μπάλα για την κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση η οποία θα αλλάζει, κάθε τέσσερα χρόνια. Η ιδέα αυτή υλοποιήθηκε και μέχρι σήμερα οι διαφορές που παρουσιάζονται είναι «τρομακτικές»! …
Η μπάλα που χρησιμοποιήθηκε το 1930 στο Μουντιάλ της Ουρουγουάης ήταν από δέρμα και ραμμένη σε διάφορα σημεία, θυμίζοντας πολύ αυτήν που χρησιμοποιούν σήμερα στο βόλεϊ. Το 1954 στο Μουντιάλ της Ελβετίας η μπάλα άλλαξε αρκετά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, όχι όμως το κάτι ιδιαίτερο. Ο Παγκόσμιος πόλεμος που μεσολάβησε έπαιξε τον δικό του ρόλο ακόμα και στο ποδόσφαιρο. Έτσι λοιπόν, οι μοναδικές διαφορές σε σχέση με τα υπόλοιπα Μουντιάλ ήταν οι ραφές της αλλά και η ποιότητα της. Εκείνη τη χρονιά , ήταν η πρώτη φορά που άλλαξε ακόμα και χρώμα, καθώς προτιμήθηκε ένα κίτρινο-μουσταρδί.
Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970, το οποίο έγινε στο Μεξικό, η Adidas κατασκεύασε την πρώτη επίσημη μπάλα παγκοσμίου πρωταθλήματος. Το όνομα αυτής Telstar, η οποία ήταν ασπρόμαυρη, ώστε να είναι αναγνωρίσιμη στην ασπρόμαυρη τηλεόραση. Η Telstar ήταν δερμάτινη και είχε σφαιρικό σχήμα, με 12 μαύρα πεντάγωνα και 20 άσπρα εξάγωνα. Η ίδια μπάλα χρησιμοποιήθηκε και στο επόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο, αυτό της Δυτικής Γερμανίας το 1974.
Την Telstar διαδέχτηκε στη διοργάνωση της Αργεντινής το 1978, η μπάλα Tango. Ιδιαίτερη αίσθηση έκανε η γυαλιστερή και σκληρή επιφάνειά της. Η Tango χρησιμοποιήθηκε και στα γήπεδα της Ισπανίας το 1982 με κάποιες μικρές αλλαγές σε σχέση με την πρώτη της έκδοση. Διατήρησε τα κύρια χαρακτηριστικά της και σε αυτά προστέθηκαν κάποια άλλα, τα οποία την έκαναν πιο ελκυστική. Η Tango Espana, όπως ονομάστηκε, από γνήσιο δέρμα ήταν η πρώτη μπάλα, που ήταν αδιάβροχη. Ταυτόχρονα, αποτέλεσε την τελευταία μπάλα, που κατασκευάστηκε από δέρμα.
Επόμενη έκδοση της μπάλας ήταν η Azteca, η οποία χρησιμοποιήθηκε στο Παγκόσμιο Κύπελλο, που έγινε στο Μεξικό το 1986. Ήταν η πρώτη μπάλα, η οποία δεν ήταν εξ’ ολοκλήρου από συνθετικό υλικό. Η Azteca είχε αρκετά καλή ποιότητα. Η εξέλιξη της μπάλας συνεχίστηκε το 1990 στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας. Αυτή τη φορά η μπάλα, η οποία ονομάστηκε Etrusco, ήταν ολοκληρωτικά φτιαγμένη από συνθετικό υλικό.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, με τη διοργάνωση στις ΗΠΑ, η μπάλα Questra είχε επιφάνεια περιτυλιγμένη με ένα στρώμα πολυστερίνης. Με αυτόν τον τρόπο, το άγγιγμά της έγινε πιο απαλό και οι ποδοσφαιριστές μπορούσαν πιο εύκολα να κοντρολάρουν την μπάλα αυτή. Παρά τη σημαντική βελτίωση, αρκετοί ήταν οι τερματοφύλακες, που πήραν μέρος στη διοργάνωση των ΗΠΑ και έκαναν παράπονο για το γεγονός ότι η μπάλα Questra ορισμένες φορές δεν μπορούσαν να τη μαζέψουν επιτυχώς σε δυνατά σουτ, λόγω της υγρής της επιφάνειας.
Το 1998 είχαμε την εμφάνιση της μπάλας Tricolore. Όπως αντιλαμβάνεστε από την ονομασία της, χρησιμοποιήθηκε στα γήπεδα της Γαλλίας. Είναι η πρώτη φορά, που στην μπάλα υπήρξαν και άλλα χρώματα, πέρα από το άσπρο και το μαύρο. Είχε κόκκινο, μπλε και άσπρο, τα οποία είναι χρώματα της σημαίας της Γαλλίας. Η μπάλα αυτή έγινε ακόμα πιο μαλακή από τη Questra, πράγμα που βόλευε να κερδίζονται κεφαλιές.
Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002, το οποίο διεξήχθη από κοινού από την Κορέα και την Ιαπωνία, η μπάλα Ferernova ενθουσίασε τους ποδοσφαιριστές, αλλά και τους οπαδούς, αφού βοήθησε αρκετά, ώστε να βελτιωθεί το θέαμα. Τα εσωτερικά της στρώματα βοήθησαν, ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη ακρίβεια στην πορεία της μπάλας. Η Ferernova ήταν ακόμη πιο ευνοϊκή για τις κεφαλιές από ό,τι η Tricolore.
Τέλος, στο 2006 στα γήπεδα της Γερμανίας, στο πλαίσιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου χρησιμοποιήθηκε η μπάλα Teamgeist, με την οποία έχουμε επιστροφή στην ασπρόμαυρη μπάλα, με ελάχιστο χρυσαφί χρώμα σε κάποια της σημεία. Η Τeamgeist έχει 14 χωρίσματα σε αντίθεση με τα 32 χωρίσματα, τα οποία είχε η πρώτη μπάλα (Telstar). Είχε δύο στρώματα, που ήταν κολλημένα μεταξύ τους, ενώ όταν βρεχόταν δεν έχανε καθόλου από την αξία της.
Στο παγκόσμιο κύπελλο του 2010 στη Ν. Αφρική η νέα μπάλα που θα κάνει την εμφάνισή της είναι η «Jabulani». Η νέας τεχνολογίας «Grip’n’Groove» μπάλα παρέχει μια εξαιρετικά σταθερή πτήση και τέλεια πρόσφυση σε όλες τις συνθήκες. Με μόνο οκτώ, συνδεδεμένα θερμικά 3-D πάνελ, που είναι προσαρμοσμένα σφαιρικά για πρώτη φορά, η μπάλα είναι απόλυτα στρογγυλή και πιο ακριβής από ποτέ. Τα έντεκα διαφορετικά χρώματα που χρησιμοποιούνται για την adidas «Jabulani» αντιπροσωπεύουν το ενδέκατο Παγκόσμιο Κύπελλο με μπάλα adidas. Επίσης τα 11 χρώματα αντιπροσωπεύουν τους 11 παίκτες κάθε ομάδας, τις 11 επίσημες γλώσσες της Νότιας Αφρικής, αλλά και τις 11 φυλές της Νότιας Αφρικής που την καθιστούν μια από τις πιο πολυπρόσωπες εθνολογικά χώρες στην αφρικανική ήπειρο. Η πολύχρωμη σχεδίαση συνδυάζει την τεράστια ποικιλία της χώρας στην αρμονική ενότητα. Τα τέσσερα τριγωνικά σχήματα σε άσπρο φόντο δανείζουν στην μπάλα μια μοναδική εμφάνιση στο πνεύμα της Αφρικής. Το όνομα «Jabulani» προέρχεται από την γλώσσα Μπαντού, μία από τις έντεκα επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας της Νοτίου Αφρικής, και ομιλείται από το 25% περίπου του πληθυσμού. Κυριολεκτικά, «Jabulani» σημαίνει «για να γιορτάσουν».
Οι μπάλες όλων των Παγκοσμίων κυπέλλων
 
e-soccer.gr

ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΠΙΚΑΚΗΣ – Ο ΑΦΑΝΗΣ ΗΡΩΑΣ !


Του Αντώνη Ν.

Σε δύσκολους καιρούς και προδοσίας πρέπει να φέρνουμε ως αντιστάθμισμα στα πρότυπα  που μας πασάρουν οι πολιτικοί,δημοσιογράφοι,
τηλεόραση και πολλοί άλλοι κάποια άτομα τα οποία όταν η πατρίδα τους χρειάστηκε ήταν εκεί και με το παραπάνω!΄Και αυτό για να έχει ο κόσμος υγιή πρότυπα αλλά και για ανύψωση του ηθικού!

Ένας ήρωας που ανακάλυψα και είναι για τους περισσότερους άγνωστος είναι και Μανώλης Μπικάκης! Καταδρομέας που ολομόναχος αντιμετώπισε και διέλυσε 6 τουρκικά τεθωρακισμένα!

Σας στέλνω τα παρακάτω για να τα δημοσιεύσετε στο blog σας και να γίνει αυτός ο ήρωας γνωστός και για να καταλάβει ο κόσμος ότι όσο υπάρχει μαγιά η Ελλάδα θα βγαίνει ζωντανή!

Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ


Η γενοκτονία των Ποντίων ( 1916 – 1923 ) με 353.000 νεκρούς αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη γενοκτονία του αιώνα μας.
Το Φεβρουάριο του 1994,με πρόταση του Μ. Χαραλαμπίδη, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαϊου ως Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο την περίοδο 1916-1923. Η αναγνώριση αυτή, παρόλη την εβδομηκονταετή καθυστέρηση, δικαίωσε ηθικά τον ποντιακό ελληνισμό και συνέδεσε το σύγχρονο ελληνισμό με την ιστορική του μνήμη. Γιατί η ήττα του 1922, η “νέα τάξη πραγμάτων” που επικράτησε τότε, με την απόλυτη συνενοχή ολόκληρου του ελλαδικού πολιτικού κατεστημένου, περιόρισαν ουσιαστικά όχι μόνο τα γεωγραφικά όρια του ελληνισμού αλλά και τα διανοητικά. Ο περιορισμός των πνευματικών νεοελληνικών οριζόντων είχε άμεση αντανάκλαση στη ελλειματική ιστορική μνήμη των σύγχρονων Ελλήνων…
Τι εννούμε με τον όρο “γενοκτονία” ;
Η γενοκτονία ως όρος διαμορφώθηκε κυρίως στη δίκη της Νυρεμβέργης το 1945, όπου δικάστηκε η ηγεσία των ναζιστών εγκληματιών του πολέμου. Συγκεκριμένα ο όρος σημαίνει τη μεθοδική εξολόθρευση, ολική ή μερική, μιας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας.

Πρόκειται για ένα πρωτογενές έγκλημα, το οποίο δεν έχει συνάρτηση με πολεμικές συγκρούσεις. Ο γενοκτόνος δεν εξοντώνει μια ομάδα για κάτι που έκανε, αλλά για κάτι που είναι. Στην περίπτωση των Ελλήνων του Πόντου, επειδή ήταν Έλληνες και Χριστιανοί. Πως και πότε διαπράχθηκε η γενοκτονία; Ο ποντιακός ελληνισμός, από την πτώση της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας ( 1461 ) γνώρισε συνεχείς διωγμούς, σφαγές, ξεριζωμούς και προσπάθειες για το βίαιο εξισλαμισμό και εκτουρκισμό του, με αποκορύφωμα τη συστηματική και μεθοδευμένη εξόντωση – γενοκτονία του αιώνα μας.
Επτά χρόνια μετά την άλωση της Πόλης, οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Τραπεζούντα. Η οθωμανική κατάκτηση του μικρασιατικού Πόντου μπορεί να διαριθεί σε τρεις περιόδους.
  • Η πρώτη αρχίζει με την άλωση της Τραπεζούντας το 1461 και λήγει στα μέσα του 17ου αιώνα. Την περίοδο αυτή οι Τούρκοι κρατούν μάλλον ουδέτερη στάση κατά των Ελλήνων του Πόντου.
  • Η δεύτερη αρχίζει στα μέσα του 17ου αιώνα και λήγει με το τέλος του πρώτου ρωσοτουρκικού πολέμου. Χαρακτηρίζεται με τη θρησκευτική βία κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Κατά την περίοδο αυτή πραγματοποιούνται οι ομαδικοί εξισλαμισμοί των ελληνικών πληθυσμών.
  • Η τελευταία περίοδος, που τελειώνει το 1922 υποδιαιρείται σε δύο υποπεριόδους. Η πρώτη αρχίζει με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774. Χαρακτηρίζεται από τη συστηματική προσπάθεια των τοπικών αρχών να μην εφαρμόζουν προς όφελος των χριστιανώντους φιλελεύθερους νόμους. H δεύτερη υποπερίοδος αρχίζει το 1908 και χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη του τουρκικού εθνικισμού.
Από τους βαλκανικούς πολέμους και από τους επίσημους συμβούλους, των Γερμανών, οι Νεότουρκοι διδάχθηκαν ότι μονάχα με την εξαφάνιση των Ελλήνων και Αρμενίων θα έκαναν πατρίδα τους τη Μικρά Ασία. Οι διάφορες μορφές βίας δεν αρκούσαν για να φέρουν τον εκτουρκισμό.
Η απόφαση για την εξόντωσή τους πάρθηκε από τους Νεότουρκους το 1911, εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και ολοκληρώθηκε από το Μούσταφα Κεμάλ ( 1919 – 1923 ).
Το Νεοτουρκικό Κομιτάτο <> ιδρύθηκε το 1889. Στο συνέδριο τους, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1911 πάρθηκε η απόφαση, ότι η Μικρά Ασία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα. Η απόφαση αυτή καταδίκασε σε θάνατο διάφορες εθνότητες.
Οι Τούρκοι στον Πόντο άρχισαν με την επιστράτευση όλων από 15 έως 45 ετών και την αποστολή τους σε Τάγματα Εργασίας. Παράλληλα αμφισβήτησαν το δικαίωμα των Ελλήνων να ασκούν ελεύθερα τα επαγγέλματά τους και επί πλέον απαγόρευσαν τους μουσουλμάνους να εργάζονται επαγγελματικά με τους Έλληνες με την ποινή της τιμωρίας από τις στρατιωτικές Αρχές.
Κατ΄ αρχάς οι άτακτες ορδές των Τούρκων επιτίθονταν στα απομονωμένα ελληνικά χωριά κλέβοντας, φονεύοντας, αρπάζοντας νέα κορίτσια, κακοποιώντας και καίγοντάς τα.
Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου
Η εφαρμογή αυτής της πολιτικής ανάγκασε χιλιάδες Έλληνες των παραλίων της Μικρασίας να εγκαταλείψουν τις προαιώνιες εστίες τους και να μετοικήσουν με πολυήμερες εξοντωτικές πορείες.
Σύμφωνα με μια έκθεση της Ελληνικής Πρεσβείας, με ημερομηνία τον Ιούνιο του 1915 είναι γραμμένα τα εξής: <>
Σκοπός των Τούρκων ήταν, με τους εκτοπισμούς, τις πυρπολήσεις των χωριών, τις λεηλασίες, να επιτύχουν την αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα των ελληνικών περιοχών και να καταφέρουν ευκολότερα των εκτουρκισμό εκείνων που θα απέμεναν.
Το τελικό πλήγμα
Το 1919 αρχίζει νέος διωγμός κατά των Ελλήνων από το κεμαλικό καθεστώς, πολύ πιο άγριος κι απάνθρωπος από τους προηγούμενους. Εκείνος ο διωγμός υπήρξε η χαριστική βολή για τον ποντιακό ελληνισμό.
Στις 19 Μαϊου, με την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα, αρχίζει η δεύτερη και σκληρότερη φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας.

Με τη βοήθεια μελών του Νεοτουρκικού Κομιτάτου συγκροτεί μυστική οργάνωση, τη Mutafai Milliye, κηρύσσει το μίσος εναντίον των Ελλήνων και σχεδιάζει την ολοκλήρωση της εξόντωσης του ποντιακού ελληνισμού. Αυτό που δεν πέτυχε το σουλτανικό καθεστώς στους πέντε αιώνες της τυραννικής διοίκησής του, το πέτυχε μέσα σε λίγα χρόνια ο Κεμάλ, εξόντωσε τον ελληνισμό του Πόντου και της Ιωνίας.
Η τρομοκρατία, τα εργατικά τάγματα, οι εξορίες, οι κρεμάλες, οι πυρπολήσεις των χωριών, οι βιασμοί, οι δολοφονίες ανάγκασαν τους Έλληνες του Πόντου να ανέβουν στα βουνά οργανώνοντας αντάρτικο για την προστασία του αμάχου πληθυσμού. Τα θύματα της γενοκτονίας θα ήταν πολύ περισσότερα, αν δεν υπήρχε το επικό και ακατάβλητο ποντιακό αντάρτικο.
Με την επικράτηση του Κεμάλ, οι διωγμοί συνεχίζονται με μεγαλύτερη ένταση. Στήνονται στις πόλεις του Πόντου τα διαβόητα έκτακτα δικαστήρια ανεξαρτησίας, που καταδικάζουν και εκτελούν την ηγεσία του ποντιακού ελληνισμού. Το τέλος του Πόντου πλησιάζει. Οι φωνές λιγοστεύουν.
Η γενοκτονία των Ελλήνων στον Πόντο υπήρξε το αποτέλεσμα της απόφασης των Τούρκων εθνικιστών για επίλυση του εθνικού προβλήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη φυσική εξαφάνιση των γηγενών εθνοτήτων.
Η μοίρα αυτή απετράπη με ένα εξαιρετικά οδυνηρό τρόπο: Με τις γενοκτονίες των χριστιανικών λαών, Ελλήνων και Αρμενίων, με την υποχρεωτική έξοδο όσων επιβίωσαν και με τη βίαιη τουρκοποίηση των μουσουλμανικών εθνοτήτων, όπως οι Κούρδοι, που συνέχισαν να παραμένουν στην τουρκική, πλέον, επικράτεια.
Οι Έλληνες στον Πόντο ανέρχονταν σε 700.000 άτομα την παραμονή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέχρι το τέλος του 1923 είχαν εξοντωθεί 353.000 άτομα. Ακολουθεί μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα. Ενός ανθρώπου που έζησε τη μεγάλη ανθρωποσφαγή.

Ένα χωριό των Κοτυώρων
Ο Σάββας Κανταρτζής εξέδοσε σε βιβλίο τις φοβερές του εμπειρίες το 1975 στην Κατερίνη. Μια από τις συγκλονιστικές αφηγήσεις του αναφέρεται στην καταστροφή του χωριού Μπεϊαλαν, της περιφέρειας Κοτυώρων από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν. Το Μπεϊαλάν είναι ένα από τα εκατοντάδες ελληνικά χωριά που καταστράφηκαν από τις τουρκικές συμμορίες:
“Τα χαράματα, στις 16 Φεβρουαρίου 1922, ημέρα Τετάρτη, μια εφιαλτική είδηση, ότι οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν έρχονται στο χωριό, έκανε τους κατοίκους να τρομάξουν και ν’ αναστατωθούν. Οι άντρες, όσοι βρίσκονταν τη νύχτα στο χωριό, βιάστηκαν να φύγουν στο δάσος… Αλλοι άντρες που είχαν κρυψώνες σε σπίτια σε σπίτια και σε σταύλους, τρύπωσαν σ’ αυτές και καμουφλαρίστηκαν έτσι που να μην τους υποπτευθεί κανείς. Τα γυναικόπαιδα και οι γέροι κλείστηκαν στα σπίτια και περίμεναν με καρδιοχτύπι να δούν τι θα γίνει… Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά κι’ οι τσέτες , περισσότεροι από 150 έμπαιναν στο χωριό κραυγάζοντας και πυροβολώντας. Τους ακολουθούσαν τούρκοι χωρικοί από τα γειτονικά χωριά. Αυτούς τους είχαν μυήσει στο εγκληματικό σχέδιο τους και τους κάλεσαν για πλιάτσικο.
Μόλις μπήκαν οι συμμορίτες στο χωριό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο ορίζοντας πήρε τη μορφή θύελλας που ξεσπασε άγρια. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκοπάνους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία- αλλοιώς απειλούσαν, θα δώσουν φωτιά στα σπίτια και θα τους κάψουν.
Σε λίγο, όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροι, βρίσκονταν τρέμοντας και κλαίγοντας στους δρόμους. Οι συμμορίτες με κραυγές και απειλές υποπτεύθηκαν, από την πρώτη στιγμή, το μεγάλο κακό που περίμενε όλους και δοκίμασαν να φύγουν έξω από το χωριό. Οι τσέτες, πρόβλεψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο και είχαν πιάσει από πριν τα μπογάζια, απ’ όπου μπορούσε να φύγει κανείς. Ετσι, μόλις έφτασαν, τρέχοντας, οι κοπέλλες στα μπογάζια, δέχτηκαν, από τσέτες που παραμόνευαν, πυροβολισμούς στο ψαχνό. Μερικές έμειναν στον τόπο σκοτωμένες, ενώ οι άλλες τραυματίστηκαν και γύρισαν πίσω.
Οι φόνοι αυτοί αποκάλυψαν για καλά τους εγκληματικούς σκοπούς των συμμοριτών κι’ έγιναν το σύνθημα να ξεσπάσει, το τρομοκρατημένο πλήθος των γυναικόπεδων, που είχε ριχτεί στους δρόμους σε ένα βουβό κι’ ασυγκράτητο κλάμα και σε σπαραξικάρδιες κραυγές απελπισίας. 
Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν στάθηκε ικανό να μαλάξει την σκληρότητα του τεράτων, που είχε διαλέξει ο Τοπάλ Οσμάν για την “πατριωτική” του εκστρατεία. Σκληροί σαν ύαινες, που διψούν για αίμα, και διεστραμμένοι σαδιστές, που γλεντούν με τον πόνο και τα βασανιστήρια των θυμάτων τους, χύμιξαν μανιασμένοι στα γυναικόπαιδα και τους γέρους, κραυγάζοντας, βρίζοντας, χτυπώντας, κλωτσώντας και σπρώχνοντάς τους να μαζευτούν στην πλατεία.
Η πυρπόληση
Οι μητέρες αναμαλλιασμένες, κατάχλωμες από το τσουχτερό κρύο και το φόβο, με τα βρέφη στην αγκαλιά και τα νήπια μπερδεμένα στα πόδια τους. Οι κοπέλλες άλλες με τους γέρους γονείς κι’ άλλες με γριές ή άρρωστους αγκαλιασμένες, περιμαζεύτηκαν με τον χτηνώδη αυτόν τρόπο, στην πλατεία σαν πρόβατα για τη σφαγή, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από σπαραχτικές κραυγές και θρήνους και κοπετούς. Η πρώτη φάση της απερίγραπτης τραγωδίας του Μπεϊαλάν έκλεισε, έτσι, θριαμβευτικά για τους θλιβερούς ήρωες του νεοτουρκικού εγκλήματος γενοκτονίας.
Οταν πια όλα τα γυναικόπαιδα κ’ οι γέροι μαζεύτηκαν στην πλατεία, οι τσέτες έβαλαν μπρός την δεύτερη φάση της σατανικής τους επιχείρησης. Διάταξαν να περάσουν όλοι στα δίπατα σπίτια, που βρίσκονταν στην πλατεία και τα είχαν διαλέξει για να ολοκληρώσουν τον εγκληματικό τους σκοπό. Η απροθυμία, που έδειξε το τραγικό αυτό κοπάδι των μελλοθανάτων να υπακούσει στην διαταγή, γιατί ήταν πια ολοφάνερο ότι όλους τους περίμενε ο θάνατος, εξαγρίωσε τους συμμορίτες που βιάζονταν να τελειώσουν γρήγορα την μακάβρια επιχείρηση. Και τότε, σαν λυσασμένα θεριά, ρίχτηκαν στις γυναίκες, τα μωρά και τους γέρους, και με γροθιές, με κοντακιές και κλωτσιές έχωσαν και στρίμωξαν στα δύο σπίτια τα αθώα και άκακα αυτά πλάσματα, που ο αριθμός τους πλησίαζε τις τρεις εκατοντάδες.
Κι’ όταν, έτσι, ήταν σίγουροι πως δεν έμεινε έξω κανένας, σφάλισαν τις πόρτες, ενώ ο άγριος αλαλαγμός από τα παράθυρα, οι σπαραξικάρδιες κραυγές, το απελπισμένο κλάμα κι’ οι βοερές ικεσίες για έλεος και βοήθεια, σχημάτιζαν μια άγριας τραγικότητας μουσική συναυλία, που ξέσκιζε τον ουρανό κι’ αντιβούϊζε στα γύρω βουνά και δάση…
Και τώρα δεν έμενε παρά η τρίτη και τελική φάση της πατριωτικής… επιχείρησης των θλιβερών ηρώων-συμμοριτών του Τοπάλ Οσμάν. Δεν χρειάστηκαν παρά μια αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά σπασμένα πέταυρα (χαρτόματα) ν’ ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δύο σπίτια, έγιναν πυροτέχνημα και ζώστηκαν, από μέσα κι’ απ’ έξω, από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό. Το τί ακολούθησε την ώρα εκείνη δεν περιγράφεται.
pont007
Οι μητέρες ξετρελλαμένες, έσφιγγαν, αλλαλάζοντας και τσιρίζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κράυγαζαν “μάνα, μανίτσα!”. Οι κοπέλλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους, κραύγαζαν και αρπάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους κι’ άρχισαν να γλύφουν το κορμί οι φλόγες. Κραυγές, που ξέσκιζαν το λαρύγγι και τ’ αυτιά, φωνές μανιακές και κλάμματα βροντερά, άγρια ουρλιαχτά ανθρώπων, που έχασαν από τρόμο και πόνο τα μυαλά τους, χτυπήματα στα στήθη, στον πυρακτωμένο αέρα και στους τοίχους – χαλασμός κόσμου, ένα ζωντανό κομμάτι από την κόλαση στη γη! Αυτή την εφιαλτική εικόνα παρίσταναν, τα πρώτα λεπτά, τα δύο σπίτια που τα είχαν αγκαλιάσει οι φλόγες.
Μερικές γυναίκες και κοπέλλες στον πόνο, την φρίκη και την απελπισία τους, δοκίμασαν να ριχτούν από τα παράθυρα, προτιμώντας να σκοτωθούν πέφτοντας κάτω ή με σφαίρες από όπλο, παρά να υποστούν τον φριχτό θάνατο στην φωτιά. Οι τσέτες που απολάμβαναν με κέφι και χαχανητά το μακάβριο θέαμα, έκαναν το χατήρι τους – πυροβόλησαν και τις σκότωσαν.
Δεν κράτησε πολλά λεπτά, αυτή η σπαραξικάρδια οχλοβοή, από τους αλαλαγμούς, τις άγριες κραυγές, τα τσουχτερά ξεφωνητά και το ξέφρενο κλάμα. Στην αρχή ο τόνος της οχλοβοής ανέβηκε ψηλά, ως που μπορούν να φτάνουν κραυγές, ξεφωνητά και ξελαρυγγίσματα από τρεις περίπου εκατοντάδες ανθρώπινα στόματα. Γρήγορα όμως ο τόνος άρχισε να πέφτει, ως που μονομιάς κόπηκαν κι’ έσβησαν οι φωνές και το κλάμα. Κι’ ακούγονταν μονο τα ξύλα, που έτριζαν από τη φωτιά και οι καμμένοι τοίχοι και τα δοκάρια, που έπεφταν με πάταγο πάνω στα κορμιά, που κείτονταν τώρα σωροί κάρβουνα και στάχτη κάτω στο δάπεδο, στα δύο στοιχειωμένα σπίτια το Μπεϊαλάν”.
Μαρτυρίες Σοβιετικών
Οι σοβιετικοί υπήρξαν οι βασικοί σύμμαχοι του κεμαλικού εθνικισμού τα πρώτα χρόνια της εμφάνισής του. Πιθανότατα, οι μπολσεβίκοι να αντάλλαξαν με τον τρόπο αυτό την υποστήριξη του παντουρκιστικού κινήματος που δρούσε στη Ρωσία στην Οκτωβριανή τους Επανάσταση.
Οι σοβιετικοί λοιπόν προμήθευσαν τους κεμαλικούς με όπλα, χρήματα, στρατιωτικούς συμβούλους. Η τουρκική αντεπίθεση στο μικρασιατικό μέτωπο κατά τωνελληνικών στρατευμάτων το 1921, οργανώθηκε από τον Μ. Φρούνζε, στρατιωτικό απεσταλμένο των σοβιετικών. Κατά συνέπεια, οι μαρτυρία των αποσταλμένων αυτών έχει ιδιαίτερη αποδεικτική σημασία.
O Φρούνζε, έδωσε μια από τις ελάχιστες μαρτυρίες για τους ηττημένους αντάρτες: “Συναντήσαμε μια μικρή ομάδα από 60-70 Έλληνες, οι οποίοι μόλις είχαν καταθέσει τα όπλα. Όλοι τους είχαν εξαντληθεί στο έπακρο… Άλλοι έμοιαζαν κυριολεκτικά με σκελετούς. Αντί για ρούχα κρέμονταν από τους ώμους τους κάτι απίθανα κουρέλια. Στο κέντρο της ομάδας βρίσκονταν ένας ψηλός κι’ αδύνατος παπάς, φορώντας το καλυμαύχι του… Φυσούσε κρύος αέρας και όλη η ομάδα κάτω από τα σπρωξίματα των συνοδών-στρατιωτών, κατευθυνόταν με πηδηματάκια προς τη Χάβζα.
Μερικοί όταν μας αντίκρυσαν, άρχισαν να κλαίνε δυνατά ή μάλλον να ουρλιάζουν, μια και ο ήχος που ξέφευγε από τα στήθη τους, έμοιαζε περισσότερο με ουρλιαχτό κυνηγημένου ζώου”. Ο Φρούνζε περιέγραψε και άλλο ένα περιστατικό. Οταν περνούσαν δίπλα από μια ομάδα αιχμάλωτων Ελλήνων στη Μερζιφούντα, ένας από τους αιχμαλώτους φώναξε στη σοβιετική αντιπροσωπεία ότι ήταν και αυτοί ένοχοι γιατί ενίσχυαν τον Κεμάλ και τους Τούρκους. Το συναίσθημα αυτό των ανταρτών του δυτικού Πόντου ήταν εξαιρετικά έντονο. Ο οπλαρχηγός Κισά Μπατζάκ (Κοντοπόδης) διακύρησσε: “… oι Ρώσοι κομμουνιστές δώσανε όπλα στον Κεμάλ για να χτυπήσει εμάς, του έδωσαν υποστήριξη, απελευθέρωσαν όλους τους Τούρκους στρατιώτες που είχαν συλλάβει αιχμαλώτους όταν μπήκαν στην Τραπεζούντα”. Υποστήριζε ότι οι κομμουνιστές κατέδιδαν τις προσπάθειες προμήθειας οπλισμού των ανταρτών από τη Ρωσία και παρέδιδαν Πόντιους στους Τούρκους.
Ο Φρούνζε έγραφε τα εξής για την πολιτική του Τοπάλ Οσμάν: “…όλη αυτή η πλούσια και πυκνοκατοικημένη περιοχή της Τουρκίας, ερημώθηκε σε απίστευτο βαθμό. Απ’ όλο τον ελληνικό πληθυσμό των περιοχών της Σαμψούντας, της Σινώπης και της Αμάσειας απόμειναν μόνο μερικές ανταρτοομάδες που περιπλανιόντουσαν στα βουνά. Εκείνος που έγινε περισσότερο γνωστός για τις θηριωδίες του ήταν ο αρχηγός των Λαζών Οσμάν Αγάς, ο οποίος πέρασε δια πυρός και σιδήρου με την άγρια ορδή του όλη την περιοχή.”
Ο Αράλοβ, σοβιετικός πρέσβης στην Άγκυρα, ενημερώθηκε στη Σαμψούντα από τον αρχιστράτηγο Φρούνζε. Ο Φρούνζε του είπε ότι είχε δει πλήθος Έλληνες που είχαν σφαγιαστεί, “βάρβαρα σκοτωμένους Έλληνες -γέρους, παιδιά, γυναίκες”. Προειδοποίησε επίσης τον Αράλοβ για το τι επρόκειτο να συναντήσει πτώματα σφαγιασμένων Ελλήνων τους οποίους είχαν απαγάγει από τα σπίτια τους και είχαν σκοτώσει πάνω στους δρόμους.
Για το θέμα αυτό ο Αράλοβ είχε ιδιαίτερη συνομιλία με τον Κεμάλ. Αναφέρει ο ίδιος: “Του είπα (του Κεμάλ) για τις φρικτές σφαγές των Ελλήνων που είχε δει ο Φρούντζε και αργότερα εγώ ο ίδιος. Εχοντας υπ’ όψη μου τη συμβουλή του Λένιν να μην θίξω την τουρκική εθνική φιλοτιμία, πρόσεχα πολύ τις λέξεις μου…” Ο Κεμάλ απάντησε ως εξής στις “επισημάνσεις” του Φρούνζε: “Ξέρω αυτές τις βαρβαρότητες. Είμαι κατά της βαρβαρότητας. Εχω δώσει διαταγές να μεταχειρίζονται τους Έλληνες αιχμαλώτους με καλό τρόπο… Πρέπει να καταλάβετε τον λαό μας. Είναι εξαγριωμένοι. Ποιοί πρέπει να κατηγορηθούν για αυτό; Εκείνοι που θέλουν να ιδρύσουν ένα “Ποντιακό κράτος” στην Τουρκία…”

Ο Φρούνζε στο βιβλίο του “Αναμνήσεις από την Τουρκία” γράφει: “Από τους 200.000 Έλληνες που ζούσανε στη Σαμψούντα, τη Σινώπη και την Αμάσεια έμειναν λίγοι μόνο αντάρτες που τριγυρίζουν στα βουνά. Το σύνολο σχεδόν των ηλικιωμένων, των γυναικών και των παιδιών εξορίστηκαν σε άλλες περιοχές με πολύ άχημες συνθήκες. Πληροφορήθηκα ότι οι Τσέτες του Οσμάν Αγά (σ.τ.σ. Τοπάλ Οσμάν) έσπειραν τον πανικό στην πόλη Χάβζα. Έκαψαν, βασάνισαν και σκότωσαν όλους τους Έλληνες και Αρμένιους που βρήκαν μπροστά τους. γκρέμισαν όλες τις γέφυρες. Παντού υπήρχαν σημάδια γκρεμίσματος. Η διαδρομή από την πόλη Καβάκ προς το πέρασμα Χατζηλάρ θα μείνει για πάντα στη μνήμη μου όσο θα ζω. Σε απόσταση 30 χιλιομέτρων συναντούσαμε μόνο πτώματα. Μόνο εγώ μέτρησα 58. Σ’ ένα σημείο συναντήσαμε το πτώμα μιας ωταίας κοπέλλας. Της είχανε κόψει το κεφάλι και το τοποθέτησαν κοντά στο χέρι της. Σε κάποιο άλλο σημείο υπήρχε το πτώμα ενός άλλου ωραίου κοριτσιού, 7-8 χρονών, με ξανθά μαλιά και γυμνά πόδια. Φορούσε μόνο ένα παλιό πουκάμισο. Απ’ ότι καταλάβαμε, το κοριτσάκι καθώς έκλαιγε, έχωσε το πρόσωπό του στο χώμα, δολοφονημένο από το κάρφωμα της λόγχης του φαντάρου.”

Οι Τούρκοι αρνούνται σήμερα τη σφαγή του 1922 – τη σφαγή των Ελλήνων. Κι όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με αδιάσειστα ντοκουμέντα, τα αποδίδουν στις αναπόφευκτες ακρότητες του πολέμου. Η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική.
Η γενοκτονία των Χριστιανών ήταν ένα καλά μελετημένο σχέδιο εξόντωσης όλων των μεινοτήτων της άλλοτε κραταιάς Αυτοκρατορίας. Ένα σχέδιο που άρχισε να εφαρμόζεται από το 1914, με τον πρώτο διωγμό. Και ολοκληρώθηκε μετά την καταστροφή του 1922.

Η ΑΡΧΑΙΑ ΑΛΙΑΡΤΟΣ – ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ


Tο βιβλίο του κ. Π. Βαρβαρούση για την Αρχαία Αλίαρτο  με τίτλο «Η Αρχαία Αλίαρτος – Ιστορία και Πολιτισμός» βρίσκεται ήδη στα ράφια των βιβλιοπωλείων και οι δημότες μας μπορούν να το αποκτήσουν με σημαντική έκπτωση(μόνο στα βιβλιοπωλεία Αλιάρτου).
 
Εμείς  έχουμε τη χαρά να σας παρουσιάσουμε το εξώφυλλο και τους προλόγους του βιβλίου, που έχουν γράψει ο συγγραφέας και ο Διευθυντής Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Βοιωτίας κ. Β. Αραβαντινός.

Στο εξώφυλλο του βιβλίου απεικονίζεται η Αρχαία Ακρόπολη της Αλιάρτου, έργο του ζωγράφου Θανάση Παπαλαμπρόπουλου (Sou Lee), που είναι και ο γελοιογράφος της εφημερίδας μας…





Πρόλογος Βασιλείου Αραβαντινού

Η πρόταση, να διαβάσω και να προλογίσω ένα βιβλίο για την αρχαία, βοιωτική πόλη Αλίαρτο, γραμμένο μάλιστα όχι από έναν ειδικό μελετητή του κλάδου της αρχαιογνωσίας αλλά από ένα γνωστό πανεπιστημιακό καθηγητή, δόκιμο θεράποντα των πολιτικών επιστημών, με ξάφνιασε ως ευχάριστη πρόκληση. Είχα όμως το προαίσθημα, πως, τουλάχιστον αυτή τη φορά, η εργώδης προσπάθεια και ο γνήσιος ενθουσιασμός, που διέκρινα, προοιώνιζαν κάτι νέο και λυσιτελές για την ιστορία και τον πολιτισμό του τόπου και έτσι την αποδέχθηκα.

Τη σταδιοδρομία του συγγραφέα, που ξεκίνησε με την πνευματική πατρότητα και τις νοητές υποθήκες της φιλοπατρίας και της επιμονής για γνώση και πρόοδο, δύο εκλεκτών συντοπιτών του Κ. Μπέλιου και Αντ. Κεραμοπούλλου, την οδηγεί και τη φωτίζει το παράδειγμά τους. Στη μνήμη αμφοτέρων αφιερώνεται το βιβλίο. Με την  πρώτη επιτροχάδην ανάγνωση, προκύπτει ότι παντού επιπολάζει η αγωνία της αναμέτρησης με τη γνώση, ξεχειλίζει η αγάπη για την ιστορία του τόπου, αναδύεται η επίγνωση της ευθύνης για την κληρονομιά, μιας από τις πιο υποβλητικές περιοχές του αρχαίου κόσμου.

 Η Αλίαρτος συνιστά ένα μοναδικό συνδυασμό παρελικώνιας και συνάμα παραλίμνιας πόλης και υπαίθρου χώρας. Πλησιάζει νωχελικά την όχθη της λίμνης και απρόσμενα υψώνεται με απότομο γκρεμό πάνω από τα νερά της. Ξεφυτρώνει στην καρδιά της Βοιωτίας, στη σκιά του Ελικώνα και σε ελάχιστη απόσταση από την Κοιλάδα των Μουσών. Η περιοχή  θέλγει κυριολεκτικά τον ενήμερο επισκέπτη, λάτρη των προαιώνιων  ναών της φύσης και των κυρίαρχων στοιχείων της.

Η φόρτιση από την ιερότητα των θεοβάδιστων χώρων και της μολπής του μεγάλου Ασκραίου, όπως αποκαλούν  τον Ησίοδο οι ποιητές των χρόνων του Αυγούστου, αποτελεί το πρώτιστο και ανομολόγητο ερέθισμα του συγγραφέα, που διαπερνά το έργο του. Αλλά το συναπάντημά του με τις μούσες της Ιστορίας και της Τέχνης είναι εξίσου αναπόφευκτο.  Η πόλη που έσβησε το νικητή της αθηναϊκής δημοκρατίας, Λύσανδρο, είναι η ίδια που δυο αιώνες αργότερα εξαφανίστηκε από τους Ρωμαίους. Μια πρόγευση πικρή για την ελευθερία του ελληνικού κόσμου. Το ποτάμι της, βαμμένο με το αίμα του νεαρού Λόφι, θυμίζει μια ακόμη θυσία για την αγάπη της πατρίδας. Εδώ μυθολογείται ο τάφος της Αλκμήνης. Στην όχθη της φύτρωνε ο περίφημος κάλαμος για τον αυλό του Προνόμου, του υμνητή της δόξας του Επαμεινώνδα. Οι προαιώνιες καταβολές του τόπου συνομιλούν ευθέως με το ιστορικό και καλλιτεχνικό υποσυνείδητο του συγγραφέα.

Διαπιστώνω ακόμη και κάτι άλλο: ότι όλες οι μυθολογικές αναφορές, που περνούν μέσα από την ποίηση και από τη διαχρονική ονοματοθεσία, καταλήγοντας στο σημερινό τόπο και στον ιστορικό χρόνο, στάθηκαν κυριολεκτικά σύντροφοι     του βιβλίου στη μακρά πορεία της συγγραφής του. Ο Διόνυσος και η πηγή Κισσούσα, ο Τειρεσίας και η Τιλφούσα, η λανθάνουσα ομηρική Ωκαλέη, αναδύονται σήμερα από την αφάνεια των αιώνων, ιδεατά και απτά, με τα ίχνη τους να οδηγούν τα βήματα του αυριανού ανασκαφέα, στις βαθύσκιες πλαγιές του Ελικώνα και στην αρχαία χώραν των Αλιαρτίων. 

Η πρώτη ματιά στην έγκυρη τεκμηρίωση, των υποσημειώσεων και της κριτικής επιλογής της βιβλιογραφίας προϊδεάζει τον ειδικό για την ποιότητά του βιβλίου. Η προσεκτική ανάγνωση δεν θα τον διαψεύσει. Χωρίς να ανέβει στην ησιόδεια Ιπποκρήνη, στην κορφή του Ελικώνα, αναζητώντας τα αιώνια νάματα της υπέρτατης έμνευσης και σοφίας, θα ξεδιψάσει και θα ξαποστάσει στη σκιά του βουνού, πλάι στην Κισσούσα. ΄Αλλωστε το νερό της, κατά τον Πλούταρχο, «είχε χρώμα κρασιού, έλαμπε κι ήταν καθάριο και γλυκόπιοτο». Δικαιολογημένα αφού οι νύμφες έλουσαν εκεί τον μικρό Διόνυσο!

Αν η Βοιωτία ήταν η Βηθλεέμ της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, τότε η Αλίαρτος, υπό κροτάφοις Ελικώνοιο, μοιάζει με το Σπήλαιο και τη Φάτνη της.

Βασίλειος Αραβαντινός

Διευθυντής Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Βοιωτίας

                                Πρόλογος Συγγραφέα

Η κεντρική Βοιωτία αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες περιοχές της Ελλάδας, όπου διαδραματίστηκαν στην αρχαιότητα κρίσιμα γεγονότα που επηρέασαν το ρου της ελληνικής ιστορίας. Στο χώρο αυτό ιδρύθηκε σειρά πόλεων, σε μικρή απόσταση η μια από την άλλη, λόγω του εύφορου και ειδυλλιακού περιβάλλοντος που πρόσφεραν η λίμνη Κωπαΐδα και οι καταπράσινοι λόφοι του Ελικώνα με τα άφθονα νερά τους.

Περιηγητές του δέκατου ένατου αιώνα χαρακτήρισαν την περιοχή αυτή «φυσικό θέατρο», στο οποίο τιμητική θέση κατείχαν γνωστές θεότητες, νύμφες και ήρωες της ελληνικής μυθολογίας. Στο κέντρο αυτού του θεάτρου βρίσκεται η Αλίαρτος που οι ποιητές την αποκάλεσαν «χλοερή» (Όμηρος) και «υδρηλή» (Νόννος).

Στο βιβλίο αυτό γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστεί η ιστορία και ο πολιτισμός της αρχαιότατης αυτής πόλης και να αναδειχθούν τα επιτεύγματα του απώτερου παρελθόντος, τα οποία δημιούργησε η τοπική κοινωνία και σχολιάζουν εκτενώς σε δημοσιεύσεις τους σύγχρονοι ερευνητές, ιδιαίτερα από το χώρο της ιστορίας, της αρχαιολογίας και της κλασικής φιλολογίας. Για την αξιόπιστη ανάδειξη των πολιτισμικών ευρημάτων βασιστήκαμε ιδιαίτερα σε πρωτογενές υλικό, σε αρχαία κείμενα, καθώς και σε επιγραφές και ψηφίσματα που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη.

Αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Όμηρος, ο Θουκυδίδης, ο Ξενοφών, ο Πλούταρχος, ο Πολύβιος, ο Τίτος Λίβιος, ο Διόδωρος, ο Παυσανίας, ο Στράβων, ο Απολλόδωρος κ.ά., αναφέρονται στην Αλίαρτο προσφέροντας μια εικόνα του ιστορικού και πολιτισμικού εύρους της μικρής αυτής πόλης στο κέντρο της Βοιωτίας.

Στόχος τής ενασχόλησής μας με τη συγκεκριμένη θεματική  είναι να συμβάλουμε στην προβολή μιας περιοχής με πανάρχαια ιστορία και πολιτισμό, καθώς και στην προστασία του πολιτισμικού πλούτου της, ο οποίος μπορεί να βοηθήσει, μεταξύ άλλων, και στην τουριστική ανάπτυξη της περιοχής. Το πλεονέκτημα, άλλωστε, των αρχαίων Αλιαρτίων που ζούσαν στο δρόμο των «θεοπρόπων», μεταξύ Κωπαΐδας και Ελικώνα, σ’ ένα «στρατηγικής σημασίας πέρασμα» για τις μετακινήσεις στον άξονα Βορρά-Νότου, συνεχίζει να υπάρχει και στη σύγχρονή μας εποχή με τον τουριστικό άξονα Αθήνας-Θήβας-Δελφών, στον οποίο διακινούνται κάθε χρόνο δεκάδες χιλιάδες τουρίστες.

Πολύτιμη συνδρομή στην ολοκλήρωση αυτής της επίπονης προσπάθειας πρόσφεραν ο Διευθυντής της Θ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων κ. Βασίλειος Αραβαντινός, καθώς και η αρχαιολόγος κ. Αθηνά Παπαδάκη, τους οποίους θα ήθελα να ευχαριστήσω για τις εύστοχες και ουσιαστικές παρατηρήσεις τους. Σφάλματα ή παραλείψεις που ενδεχομένως υπάρχουν στο κείμενο βαρύνουν αποκλειστικά και μόνο το συγγραφέα.

Επίσης, ευχαριστώ τις Αρχές της Αλιάρτου, ιδιαίτερα το δήμαρχο κ. Αλέξανδρο Βίτση, για τη στήριξη του εγχειρήματος. Σημαντική βοήθεια στην ολοκλήρωση της μελέτης αυτής πρόσφερε και η σύζυγος μου Παναγιώτα, καθηγήτρια φιλόλογος, διδάκτωρ κλασικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Μονάχου, η οποία μετέφρασε και επιμελήθηκε τα αρχαία ελληνικά και λατινικά κείμενα που παρουσιάζονται στο βιβλίο. Τέλος, ευχαριστώ και κατοίκους της Αλιάρτου για τις πολύτιμες πληροφορίες τους, ιδιαίτερα την κ. Βενετία Κατσιφή-Ζώτα και τον κ. Αστέριο Μελετίου, καθώς και το ζωγράφο κ. Θανάση Παπαλαμπρόπουλο, ο οποίος αφιλοκερδώς φιλοτέχνησε το εξώφυλλο της παρούσας έκδοσης.

Ιανουάριος 2010

Πάρις Βαρβαρούσης

Δείτε επίσης

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΑΛΙΑΡΤΟΥ

ΤΑ ΣΠΗΛΑΙΑ «ΣΕΪΝΤΙ» ΚΑΙ «ΠΥΡΓΟΥ» ΣΤΗΝ ΑΛΙΑΡΤΟ

Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ


Ετήσια γιορτή, με παγκόσμιο χαρακτήρα των ανθρώπων της μισθωτής εργασίας. Με συγκεντρώσεις και πορείες, η εργατική τάξη βρίσκει την ευκαιρία να προβάλει τα κοινωνικά και οικονομικά της επιτεύγματα και να καθορίσει το διεκδικητικό της πλαίσιο για το μέλλον. Η Πρωτομαγιά είναι απεργία και όχι αργία, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές χώρες του κόσμου.

Η Πρωτομαγιά, ως εργατική γιορτή, καθιερώθηκε στις 20 Ιουλίου 1889, κατά τη διάρκεια του ιδρυτικού συνεδρίου της Δεύτερης Διεθνούς (Σοσιαλιστικής Διεθνούς) στο Παρίσι, σε ανάμνηση του ξεσηκωμού των εργατών του Σικάγου την 1η Μαΐου 1886, που διεκδικούσαν το οκτάωρο και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Κατέληξε σε αιματοχυσία λίγες μέρες αργότερα, με την επέμβαση της αστυνομίας και των μπράβων της εργοδοσίας…

Τα γεγονότα του Σικάγου

Τα εργατικά συνδικάτα των ΗΠΑ αποφάσισαν την έναρξη απεργιακών κινητοποιήσεων την 1η Μαΐου 1886 για το οκτάωρο, ωθούμενα από τις επιτυχημένες διεκδικήσεις των καναδών συντρόφων τους. Την περίοδο εκείνη το κανονιστικό πλαίσιο εργασίας στις ΗΠΑ ήταν σχεδόν ανύπαρκτο και οι εργοδότες μπορούσαν να απασχολούν το προσωπικό τους κατά το δοκούν, ακόμη και τις Κυριακές.

Στην απεργία πήραν μέρος περίπου 350.000 εργάτες σε 1.200 εργοστάσια των ΗΠΑ. Την Πρωτομαγιά του 1886 έγινε στο Σικάγο η πιο μαχητική πορεία, με τη συμμετοχή 90.000 ανθρώπων. Στην κεφαλή της πορείας ήταν ο αναρχοσυνδικαλιστής Άλμπερτ Πάρσονς, η γυναίκα του Λούσι και τα επτά παιδιά τους.
Το πρώτο αίμα χύθηκε δύο ημέρες αργότερα έξω από το εργοστάσιο ΜακΚόρμικ στο Σικάγο. Απεργοσπάστες προσπάθησαν να διασπάσουν τον απεργιακό κλοιό και ακολούθησε συμπλοκή. Η Αστυνομία και οι μπράβοι της επιχείρησης επενέβησαν δυναμικά. Σκότωσαν τέσσερις απεργούς και τραυμάτισε πολλούς, προκαλώντας οργή στην εργατική τάξη της πόλης.
Την επομένη αποφασίστηκε συλλαλητήριο καταδίκης της αστυνομικής βίας στην Πλατεία Χεϊμάρκετ, με πρωτοστατούντες τους αναρχικούς. Η συγκέντρωση ήταν πολυπληθής και ειρηνική. Το κακό, όμως, δεν άργησε να γίνει. Οι αστυνομικές δυνάμεις πήραν εντολή να διαλύσουν δια της βίας τη συγκέντρωση και τότε από το πλήθος των απωθούμενων διαδηλωτών ρίφθηκε μια χειροβομβίδα προς το μέρος τους, η οποία εξερράγη, σκοτώνοντας έναν αστυνομικό και τραυματίζοντας δεκάδες. Η αστυνομία άνοιξε πυρ κατά βούληση κατά των συγκεντρωμένων, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν τουλάχιστον τέσσερις διαδηλωτές και να τραυματιστεί απροσδιόριστος αριθμός, ενώ έξι αστυνομικοί έχασαν τη ζωή τους από πυρά (φίλια ή των διαδηλωτών παραμένει ανεξακρίβωτο), ανεβάζοντας τον αριθμό τους σε επτά.

Για τη βομβιστική επίθεση, που προκάλεσε τον θάνατο του αστυνομικού, κατηγορήθηκαν οι αναρχοσυνδικαλιστές Άουγκουστ Σπις, Γκέοργκ Έγκελ, Άντολφ Φίσερ, Λούις Λινγκ, Μίκαελ Σβαμπ, Σάμουελ Φίλντεν, Όσκαρ Νίμπι και Άλμπερτ Πάρσονς, που ήταν από τους οργανωτές της διαδήλωσης. Όλοι, εκτός του Πάρσονς και του Φίλντεν, ήταν γερμανοί μετανάστες. Η δίκη των οκτώ ξεκίνησε στις 21 Ιουνίου 1886. Ο εισαγγελέας Τζούλιους Γκρίνελ ζήτησε τη θανατική ποινή και για τους οκτώ κατηγορουμένους, χωρίς να προσκομίσει κανένα στοιχείο που να τους συνδέει με τη βομβιστική επίθεση. Απλώς, είπε ότι οι κατηγορούμενοι ενθάρρυναν με τους λόγους τους τον άγνωστο βομβιστή να πραγματοποιήσει την αποτρόπαια πράξη του, γι’ αυτό κρίνονται ένοχοι συνωμοσίας.

Από την πλευρά της, η υπεράσπιση έκανε λόγο για προβοκάτσια και συνέδεσε τη βομβιστική επίθεση με το διαβόητο πρακτορείο ντετέκτιβ «Πίνκερτον», που συχνά χρησιμοποιούσαν οι εργοδότες ως απεργοσπαστικό μηχανισμό. Οι ένορκοι εξέδωσαν την ετυμηγορία τους στις 20 Αυγούστου 1886 κι έκριναν ενόχους και τους οκτώ κατηγορούμενους. Οι Σπις, Έγκελ, Φίσερ, Λινγκ, Σβαμπ, Φίλντεν και Πάρσονς καταδικάστηκαν σε θάνατο, ενώ ο Νίμπι σε κάθειρξη 15 ετών. Μετά την εξάντληση και του τελευταίου ενδίκου μέσου, ο κυβερνήτης της Πολιτείας του Ιλινόις, Ρίτσαρντ Όγκλεσμπι, μετέτρεψε σε ισόβια τις θανατικές ποινές των Σβαμπ και Φίλντεν, ενώ ο Λιγκ αυτοκτόνησε στο κελί του. Έτσι, στις 11 Νοεμβρίου 1887 οι Σπις, Πάρσονς, Φίσερ και Έγκελ οδηγήθηκαν στην αγχόνη, τραγουδώντας τη «Μασσαλιώτιδα». Η δίκη των οκτώ θεωρείται από διαπρεπείς αμερικανούς νομικούς ως μία από τις σοβαρότερες υποθέσεις κακοδικίας στην ιστορία των ΗΠΑ.
Στις 26 Ιουνίου 1893 ο κυβερνήτης του Ιλινόις, Τζον Πίτερ Άλτγκελντ παραδέχθηκε ότι και οι οκτώ καταδικασθέντες ήταν αθώοι και κατηγόρησε τις αρχές του Σικάγου ότι άφησαν ανεξέλεγκτους τους ανθρώπους του «Πίνκερτον». Ως μια ύστατη πράξη δικαίωσης έδωσε χάρη στους φυλακισμένους Φίλντεν, Νίμπε και Σβαμπ. Αυτό ήταν και το πολιτικό του τέλος. Αργότερα, ο επικεφαλής της αστυνομίας του Σικάγου, που έδωσε την εντολή για τη διάλυση της συγκέντρωσης, καταδικάσθηκε για διαφθορά. Μέχρι σήμερα παραμένει ανεξακρίβωτο ποιος ήταν ο δράστης της βομβιστικής επίθεσης.
Η Εργατική Πρωτομαγιά στην Ελλάδα

Στη χώρα μας, ο πρώτος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς έγινε το 1893, στην Αθήνα, με πρωτοβουλία του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου του Σταύρου Καλλέργη. Η 1η Μαΐου ήταν Σάββατο και εργάσιμη. Έτσι, επελέγη η Κυριακή 2 Μαΐου, για να έχει η γιορτή μαζικό χαρακτήρα.

Σύμφωνα με την εφημερίδα «Σοσιαλιστής», που εξέδιδε ο Καλλέργης, στις 5 το απόγευμα της Κυριακής συγκεντρώθηκαν στο Στάδιο πάνω από 2.000 σοσιαλιστές και εργαζόμενοι. Η «Εφημερίς» τους υπολόγισε μόνο σε 200 και σημείωνε σε άρθρο της: «Οι πλείστοι εξ αυτών ήσαν εργάται, ευπρεπώς κατά το πλείστον ενδεδυμένοι, με ερυθράς κονκάρδας επί της κομβιοδόχης, και πολύ ήσυχοι άνθρωποι. Αυτοί είναι οι πρώτοι σοσιαλισταί εν Ελλάδι, και συνήλθον χθες εις το πρώτον αυτών εν Αθήναις συλλαλητήριον».
Οι συγκεντρωμένοι ενέκριναν ψήφισμα το οποίο είχε ως εξής:
«Συνελθόντες σήμερον την 2 Μαΐου, ημέραν Κυριακήν και ώραν 5 μ.μ. εν τω Αρχαίω Σταδίω, οι κάτωθι υπογεγραμμένοι μέλη του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου» και υπό μισθόν πάσχοντες εψηφίσαμεν:
Α) Την Κυριακήν να κλείωσι τα καταστήματα, καθ’ όλην την ημέραν, και οι πολίται ν’ αναπαύωνται.
Β) Οι εργάται να εργάζωνται 8 ώρας την ημέραν.
Γ) Ν’ απονέμηται σύνταξις εις τους εκ της εργασίας παθόντας και καταστάντας ανικάνους προς διατήρησιν εαυτών και της οικογενείας των.
Δ) Το συμβούλιον του «Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου» να επιδώση το ψήφισμα εις την Βουλήν.»
Το ψήφισμα επεδόθη, τελικά, στον Πρόεδρο της Βουλής την 1η Δεκεμβρίου 1893 από τον Σταύρο Καλλέργη. Ο πρωτοπόρος σοσιαλιστής ανήλθε στη συνέχεια στο δημοσιογραφικό θεωρείο και περίμενε με ανυπομονησία από τον Πρόεδρο της Βουλής να το εκφωνήσει. Αυτός κωλυσιεργούσε και «ησχολείτο εις την ανάγνωσιν ετέρων αναφορών προερχομένων εκ διαφόρων προσώπων και πραγματευομένων κατά το μάλλον και ήττον περί ανέμων και υδάτων», όπως έγραψε στον «Σοσιαλιστή».
Ο Καλλέργης διαμαρτυρήθηκε μεγαλοφώνως και με εντολή του Προέδρου συνελήφθη για διατάραξη της συνεδρίασης. Οι στρατιώτες της φρουράς, αφού τον κτύπησαν με τα κοντάκια των όπλων τους, τον μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα, όπου παρέμεινε επί διήμερο. Στις 9 Δεκεμβρίου 1983 δικάστηκε και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 10 ημερών, τις οποίες εξέτισε στις φυλακές του Παλαιού Στρατώνα. Με τον περιπετειώδη αυτό τρόπο έληξε και τυπικά ο πρώτος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς στην Ελλάδα.

ΤΣΕΡΝΟΜΠΙΛ 26 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1986


Ήταν ξημερώματα της 26ης Απριλίου 1986 όταν οι εργαζόμενοι στον πυρηνικό σταθμό «Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν», στο Τσέρνομπιλ της Ουκρανίας, άρχισαν τις προγραμματισμένες εργασίες για ένα πείραμα, που σκοπό είχε να ελέγξει τα συστήματα ασφαλείας, αλλά οδήγησε στο μεγαλύτερο πυρηνικό ατύχημα.
Στο πλαίσιο του πειράματος αυτού, οι τεχνικοί έκλεισαν τα αυτόματα συστήματα ρύθμισης της ισχύος της τέταρτης μονάδας του σταθμού, καθώς και τα συστήματα ασφαλείας, αφήνοντας ωστόσο τον αντιδραστήρα … 

…να λειτουργεί με το 7% της ισχύος του. Στη 1:23 το πρωί, η αλυσιδωτή αντίδραση στον τέταρτο αντιδραστήρα προκάλεσε διαδοχικές εκρήξεις, οι οποίες τίναξαν στον αέρα το ατσάλινο κάλυμμα του αντιδραστήρα, βάρους χιλίων τόνων. Τεράστιες ποσότητες ραδιενεργού υλικού σκορπίστηκε στον αέρα, μέσω του οποίου μεταφέρθηκε στις γύρω περιοχές με ταχείς ρυθμούς.
Στις 28 Απριλίου, σουηδικοί σταθμοί παρατήρησης άρχισαν να καταγράφουν υψηλά επίπεδα ραδιενέργειας και απαίτησαν μια εξήγηση. Παρότι η σοβιετική κυβέρνηση αποπειράθηκε αρχικώς να συγκαλύψει το γεγονός, αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι υπήρξε ένα «μικρό ατύχημα».
Επί δέκα ημέρες, τα φλεγόμενα πυρηνικά καύσιμα απελευθέρωναν στην ατμόσφαιρα εκατομμύρια ραδιενεργά στοιχεία, σε ποσότητα που αντιστοιχεί σε 200 βόμβες σαν αυτή της Χιροσίμας.
Ραδιενεργός σκόνη απλώθηκε πάνω από την Ευρώπη και μέχρι το Βόρειο Πόλο. Χρειάστηκαν 7.000 τόνοι μετάλλου και 400.000 κυβικά μέτρα σιδηροπαγούς σκυροδέματος, προκειμένου να θαφτούν οι εκατοντάδες τόνοι πυρηνικών καυσίμων και ραδιενεργών συντριμμιών μέσα σε μια σαρκοφάγο.
Επισήμως, 31 άνθρωποι πέθαναν λίγο μετά την έκρηξη. Όμως, από το 1986 έως σήμερα έχουν χάσει τη ζωή τους περισσότεροι από 25.000 στρατιώτες και πολίτες από την Ουκρανία, τη Ρωσία, τη Λευκορωσία και άλλες Δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι οποίοι εστάλησαν στις εργασίες αποκατάστασης του σταθμού. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, περίπου 8,4 εκατομμύρια άνθρωποι στις τρεις αυτές χώρες έχουν εκτεθεί στη ραδιενέργεια, από την οποία έχει μολυνθεί έκταση 150.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ίση με τη μισή έκταση της Ιταλίας. Τετρακόσιες χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τις εστίες τους, αλλά περίπου 6 εκατομμύρια εξακολουθούν να ζουν σε μολυσμένες ζώνες.
Οι ακριβείς λόγοι που οδήγησαν σ’ αυτή την τραγωδία παραμένουν άγνωστοι. Διαφαίνεται, όμως, ότι σημαντικό ρόλο έπαιξε μία σειρά αλυσιδωτών παραγόντων, όπως τα ανεπαρκή συστήματα ασφαλείας και προστασίας του αντιδραστήρα, καθώς και οι λανθασμένοι χειρισμοί (ίσως και χωρίς σχετική εξουσιοδότηση) των ελλιπώς καταρτισμένων εργαζομένων.
Το μοιραίο εργοστάσιο του Τσερνομπίλ έκλεισε οριστικά το Δεκέμβριο του 2000, ύστερα από διεθνείς πιέσεις που δέχθηκε η κυβέρνηση της Ουκρανίας και υπό το φόβο νέων πιθανών εκρήξεων στους πεπαλαιωμένους αντιδραστήρες του.
sansimera.gr
Δείτε το δεύτερο βίντεο και προσέξτε τους ανθρώπους που πάνε να εργαστούν στο Τσέρνομπιλ μετά την έκρηξη.

Η μόνη τους προστασία είναι μία απλή μάσκα, λες και  η ραδιενέργεια εισχωρεί στο σώμα μόνον με την αναπνοή.

Αρέσει σε %d bloggers: